Βαλαωρίτης Αριστοτέλης



Δείγματα γραφής


Ευαγγελισμός - Ελληνισμός
Ο Δήμος και το καρυοφύλλι του
Πατριάρχης Γρηγόριος Ε´
Το σχοινί του Πατριάρχη
Ο Σαμουήλ
Ο βράχος και το κύμα
Επέσανε τα Γιάννενα
Εις την μνήμην Διονυσίου Κόμητος Σολωμού
Επί τω θανάτω της θυγατρός μου Ναθαλίας
Η προς την Πατρίδα Αγάπη μου
Νάνι νάνι
Η δάφνη και τ᾿ αηδόνι
Η Αγράμπελη
Αθανάσης Διάκος
Θανάσης Βάγιας
Κανάρης
Η Ξανθούλα
Μνημόσυνον επί της νεκρικής κλίνης Στεφάνου Μεσσαλά μόλις εφήβου
Ο Αστραπόγιαννος
Το Ξερριζωμένο Δέντρο
Η Φυγή
Ο Γώγος
Ο Καλογιάννος
Προς την υπό λαίλαπος δεινής κρημνισθείσαν στήλην του Ολυμπίου Διός
Φωτεινός 

Στιχουργήματα (1847)

          Στιχούργημα Α΄ (Ο Κλέφτης)

          Στιχούργημα Β΄

          Στιχούργημα Γ΄ (Ο Λευκάτας)

          Στιχούργημα Δ΄ (Ο Κατάδικος)

Ο Υιος Αυτού Ανατίθησιν

Ευθύμιος Βλαχάβας 

Ο πνεματικός 

Το λείψανο

Ύμνος εις τον θάνατον του Έλληνος ποιητού Διονησίου Κόμητος Σολωμού

Νανάρισμα

Εις τον φίλον μου Στέφανον Πιερρήν
Απόσπασμα εκ του τυφλού Χορμοβίτου
Προς τον φίλον Αχιλλέα Παράσχον
Ο ανδριάς του αοιδίμου Γρηγορίου του Ε' Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως
Η Φανερωμένη
Ευχή επί τοις γάμοις Π. Σ. Βαλαωρίτου και Ιουλίας Α. Ράλλη
Επί τω θανάτω Ιουλίας Ράλλη Βαλαωρίτου
Το τριακοστόν τρίτο άσμα της «Κολάσεως» του Δάντου
Η Λίμνη εκ του Λαμαρτίνου
Παράφρασις εκ της γνωστής αφιερώσεως του Β. Ουγκώ
Παράφρασις της προς τους Έλληνας εθελοντάς ωδής του Laprade
Επί τω θανάτω του αστρονόμου Αγγέλου Σέκκη
Νεκρική ωδή
Η σκλάβα






















Ευαγγελισμός - Ελληνισμός

Με μιας ανοίγει ο ουρανός, τα σύγνεφα μεριάζουν,
οι κόσμοι εμείνανε βουβοί, παράλυτοι κοιτάζουν.
Μία φλόγα αστράφτει... ακούονται ψαλμοί και μελωδία...
Πετάει εν άστρο... σταματά εμπρός εις τη Μαρία...
«Χαίρε της λέει αειπάρθενε, ευλογημένη χαίρε!
Ο Κύριός μου είναι με σε. Χαίρε Μαρία, Χαίρε!»

Επέρασαν χρόνοι πολλοί... Μία μέρα σαν εκείνη
αστράφτει πάλι ο ουρανός... Στην έρμη της την κλίνη
λησμονημένη, ολόρφανη, χλωμή κι απελπισμένη,
μία κόρη παντα τήκεται, στενάζει αλυσωμένη.
Τα σιδερά είναι ατάραγα, σκοτάδι ολόγυρά της.
Η καταφρόνια, η δυστυχιά σέπουν τα κόκαλά της.
Τρέμει με μιας η φυλακή και διάπλατη ή θυρίδα
φέγγει κι αφήνει και περνά εν άστρο, μίαν αχτίδα.
Ο Άγγελος εστάθηκε, διπλώνει τα φτερά του...

«Ξύπνα, ταράζου, μη φοβού, χαίρε, Παρθένε, χαίρε.
Ο Κύριός μου είναι με σε, Ελλάς ανάστα, χαίρε».

Οι τοίχοι ευθύς σωριάζονται. Η μαύρ η πεθαμένη
νοιώθει τα πόδια φτερωτά. Στη μέση της δεμένη
χτυπάει η σπάθα φοβερή. Το κάθε πάτημά της
ανοίγει μνήμ αχόρταγο. Ρωτά για τα παιδιά της...
Κανείς δεν αποκρένεται... Βγαίνει, πετά στα όρη...
Λιώνουν τα χιόνια όθε διαβεί, όθε περάσει η Κόρη.

«Ξυπνάτε εσείς που κοίτεστε, ξυπνάτε όσοι κοιμάστε,
το θάνατο όσοι εγεύτητε, τώρα ζωή χορτάστε».

Οι χρόνοι φεύγουνε, πετούν και παντα εκείνη ή μέρα
είναι γραμμένο εκεί ψηλά να λάμπει στον αιθέρα
μ όλα τα κάλλη τ ουρανού. Στολίζεται όλη ή φύση
με χίλια μύρια λούλουδα για να τη χαιρετήσει.
Γιορτάστε την, γιορτάστε την. Καθείς ας μεταλάβει
από τη χάρη του Θεού. Και σείς και σείς οι σκλάβοι,
όσοι τη δάφνη στη καρδιά να φέρετε φοβάστε,
αφορεσμένοι νάστε.


Επάνω


Ο Δήμος και το καρυοφύλλι του

Εγέρασα, μωρές παιδιά. Πενήντα χρόνους κλέφτης
τον ύπνο δεν εχόρτασα, και τώρ αποσταμένος
θέλω να πάω να κοιμηθώ. Εστέρεψ η καρδιά μου.
Βρύση το αίμα τόχυσα σταλαματιά δε μένει.

Θέλω να πάω να κοιμηθώ. Κόψτε κλαρί απ το λόγγο
να ῾ναι χλωρό και δροσερό, νάναι ανθούς γεμάτο,
και στρώστε το κρεβάτι μου και βάλτε με να πέσω.

Ποιός ξέρει απ το μνήμα μου τι δέντρο θα φυτρώσει!
Κι αν ξεφυτρώσει πλάτανος, στον ίσκιό του από κάτω
θα ῾ρχονται τα κλεφτόπουλα τ άρματα να κρεμάνε.
Να τραγωδούν τα νιάτα μου και την παλληκαριά μου.
Κι αν κυπαρίσσι όμορφο και μαυροφορεμένο,
θάρχονται τα κλεφτόπουλα τα μήλα μου να παίρνουν,
να πλένουν τις λαβωματιές, το Δήμο να σχωράνε.

Έφαγ η φλόγα τ άρματα, οι χρόνοι την ανδρειά μου.
Ήρθε κι εμένα η ώρα μου. Παιδιά μου μη με κλάψτε.
Τ ανδρειωμένου ο θάνατος δίνει ζωή στη νιότη.
Σταθείτ εδώ τριγύρω μου, σταθείτε εδώ σιμά μου,
τα μάτια να μου κλείσετε, να πάρτε την ευχή μου.

Κι εν από σας το νιώτερο ας ανεβεί στη ράχη,
ας πάρει το τουφέκι μου, τ άξο μου καρυοφύλλι
κι ας μου το ρίξει τρεις φορές και τρεις φορές ας σκούξει.
«Ο Γερο Δήμος πέθανε, ο Γερο Δήμος πάει».
Θ αναστενάξ η λαγκαδιά, θέ να βογκήξει ο βράχος
θα βαργομήσουν τα στοιχειά, οι βρύσες θα θολώσουν
και τ αγεράκι του βουνού, οπού περνά δροσάτο,
θα ξεψυχήσει, θα σβηστεί, θα ρίξει τα φτερά του,
για να μην πάρει τη βοή άθελα και τη φέρει
και τήνε μάθει ο Όλυμπος και την ακούσει η Πίνδος
και λυώσουνε τα χιόνια τους και ξεραθούν οι λόγγοι.

Τρέχα, παιδί μου γρήγορα, τρέχα ψηλά στη ράχη
και ρίξε το τουφέκι μου. Στον ύπνο μου επάνω
θέλω για ύστερη φορά ν ακούσω τη βοή του.

Έτρεξε το κλεφτόπουλο σα νάτανε ζαρκάδι,
ψηλά στη ράχη του βουνού και τρεις φορές φωνάζει:
«Ο Γερο Δήμος πέθανε, ο Γερο Δήμος πάει».
Κι εκεί που αντιβοούσανε οι βράχοι, τα λαγκάδια
ρίχνει την πρώτη τουφεκιά κι έπειτα δευτερώνει.
Στην τρίτη και την ύστερη τ άξο του καρυοφύλλι
βροντά, μουγκρίζει σα θεριό, τα σωθικά του ανοίγει
φεύγει απ τα χέρια σέρνεται στο χώμα λαβωμένο
πέφτει απ του βράχου το γκρεμό, χάνεται πάει, πάει.

Ακουσ ο Δήμος τη βοή μες τον βαθύ τον ύπνο,
τ αχνό του χείλι εγέλασε, εσταύρωσε τα χέρια...
Ο Γερο Δήμος πέθανε, ο Γερο Δήμος πάει.

Τ ανδρειωμένου η ψυχή του φοβερού του Κλέφτη
με τη βοή του τουφεκιού στα σύγνεφ απαντιέται
αδερφικά αγκαλιάζονται, χάνονται, σβηώνται, πάνε.


Επάνω


Πατριάρχης Γρηγόριος Ε´

Αναστηλώνεται ο Μωρηάς... Η Ρούμελη μουγκρίζει
Ιδρώνουν αίμα τα βουνά, το δάκρυ πλημμυρίζει
Παντού παράπονο βαθύ κι αλαλαγμοί και θρήνοι
Διαβαίνει μαύρ η άνοιξη Τα ρόδα μας, οι κρίνοι.
Λησμονημένοι τήκονται και τα πουλιά σκιασμένα.
Αφήνουν έρμη τη φωλιά και φεύγουνε στα ξένα
Στου Γερμανού το μέτωπο κρυφά γλυκοχαράζει
του Γένους το ξημέρωμα πάσα ματιά του σφάζει
Διωγμέν από τον Κάλαμο, με την ψυχή ῾ς το στόμα.
Χιλιάδες γυναικόπαιδα, δε βρίσκουν φούχτα χώμα.
Να μείνουν ακυνήγητα κι ο Χάρος δεκατίζει
Ρυάζεται ο Βάλτος, σα θεριό τη χαίτη του ανεμίζει
Φλόγα παντού και σίδερο δε θ απομείνη λόθρα.
Στην Κιάφα νεκρανάσταση ῾ς του Πέτα καταβόθρα
Πέτρα δε μένει ασάλευτη κλαρί χωρίς κρεμάλα
Κι όταν το χέρι εχόρταινε κ έπεφτε στομωμένο
Να ξανασάνει το σπαθί ῾ς τη θήκη ξαπλωμένο.
Εφώναζε ο αντίλαλος «Χτυπάτε πολεμάρχοι!
Απ άκρη ῾ς άκρη ο χαλασμός· Κρεμούν τον Πατριάρχη.»


Επάνω


Το σχοινί του Πατριάρχη

Πώς μας θωρείς ακίνητος;
που τρέχει ο λογισμός σου, τα φτερωτά σου τα όνειρα;
Γιατί στο μέτωπό σου
να μη φυτρώνουν, γέροντα, τόσες χρυσές αχτίδες,
όσες μας δίδ η όψη σου παρηγοριές κ ελπίδες;
Γιατί στα ουράνια χείλη σου
να μη γλυκοχαράζει, πατέρα, ένα χαμόγελο;
Γιατί να μη σπαράζει μέσα στα στήθη σου η καρδιά,
και πώς στο βλέφαρό σου
ουτ ένα δάκρυ επρόβαλε, ουτ έλαμψε το φώς σου;

Ολόγυρά σου τα βουνά
κ οι λόγγοι στολισμένοι το λυτρωτή τους χαιρετούν.
Η θάλασσ αγριωμένη
από μακρά σ εγνώρισε και μ αφρισμένο στόμα φιλεί,
πατέρα μου γλυκέ,
το ελεύθερο το χώμα, που σε κρατεί στα σπλάγχνα του.

Θυμάται την ημέρα, πατέρα μου, σ εδέχτηκε.
Θυμάται στο λαιμό σου το ματωμένο το σχοινί,
και στ άγιο πρόσωπό σου τ άτιμα τα ραπίσματα,
το βόγγο, τη λαχτάρα, του κόσμου την ποδοβολή.
Θυμάται την αντάρα, την πέτρα που σού εκρέμασαν,
τη γύμνια του νεκρού σου,
το φοβερό το ανέβασμα του καταποντισμού σου.

Το μάρμαρο μένει βουβό και θέ να μείνει ακόμα,
ποιος ξέρει ως πότ αμίλητο το νεκρικό σου στόμα.
Κοιμάται κι ονειρεύεται και τότε θα ξυπνήσει,
όταν στα δάση, στα βουνά, στα πέλαγα,
βροντήσει το φοβερό μας κήρυγμα.
«Χτυπάτε, πολεμάρχοι!
Μη λησμονείτε το σχοινί, παιδιά, του πατριάρχη!»


Επάνω


Ο Σαμουήλ

Καλόγερε, τι καρτερείς κλεισμένος μες στο Κούγκι;
Πέντε νομάτοι σού ῾μειναν κ εκείνοι λαβωμένοι!
Κι είναι χιλιάδες οι εχθροί που σ έχουνε ζωσμένον!
Έλα να δώσεις τα κλειδιά, πέσε να προσκυνήσης,
κι αφέντης ο Βελή Πασάς δεσπότη θα σε κάμη!
Έτσι ψηλά απ το βουνό φωνάζει ο Πήλιος Γούσης.
Κλεισμένος μες στην εκκλησιά βρίσκετ ο Σαμουήλης,
κι αγέρας παίρνει τη φωνή του Πήλιου του προδότη.

Χωρίς ψαλμούς και θυμιατά, χωρίς φωτοχυσία,
γονατισμένοι, σκυθρωποί, μπρός στην Ωραία Πύλη,
πέντε Σουλιώτες στέκονται με το κεφάλι κάτου.
Βουβοί, δεν ανασαίνουνε, και βλέπεις κάπου-κάπου
όπου ένα χέρι σκώνεται και κάνει το σταυρό του.
Ακίνητα στο μάρμαρο σέρνονται τα σπαθιά τους,
σπαθιά που τόσο εδούλεψαν για το γλυκό τους Σούλι!

Δε φαίνετ ο καλόγερος, μόνος του στ άγιο Βήμα
προσεύχετο κ ετοίμαζε τη μυστική θυσία.
Σφιχτά-σφιχτά στα χέρια του εβάστα το Ποτήρι
και μύρια λόγι απόκρυφα έλεγε του Θεού του.
Τα μάτια κατακόκκινα απ τές πολλές αγρύπνιες
εκοίταζαν ακίνητα το Σώμα και το Αίμα.
Τι θάλασσα, που κύματα έχει κρυφές ελπίδες!
Σιγάτε βρόντοι τουφεκιών, πάψτε φωνές πολέμου,
Κι ο Σαμουήλ την ύστερη την κοινωνιά θα πάρει!
Κ εκεί που κοίταζ ο παπάς τη Σάρκα του Θεού του,
εκύλησ απ τα μάτια του στου ποτηριού τα σπλάγχνα
σαν τη δροσούλα διάφανο κρυφά-κρυφά ένα δάκρυ.

- Θεέ μου και πατέρα μου, θαμμένος εδώ μέσα
εδίψασα... Χωρίς νερό η θεία κοινωνιά σου
θα έμεν ατελείωτη... Δέξου, γλυκέ μου Πλάστη,
αυτό το μαύρο δάκρυ μου, μη το καταφρονέσης.
αμόλυντο και καθαρό βγαίν απ τα φυλλοκάρδια.
δέξου το, Πλάστη, δέξου το, άλλο νερό δεν έχω.

Ήτανε ήλιος κ έλαμψε το ιερό το σκεύος.
Το αίμα εζεστάθηκε, άχνισε, ζωντανεύει.
Αναγαλλιάζει ο Σαμουήλ που είδε τη Θεία Χάρη
και τρέμοντας αγκάλιασε το θεϊκό ποτήρι
και το ῾σφιξε στα χείλη του κι άκουσε που χτυπούσε
σαν νάτανε λαχταριστή καρδιά, ζωή γιομάτη.

Ανοίγ η Πύλη του Ιερού, σκύφτουν τα παλληκάρια.
τ ανδρειωμένα μέτωπα το μάρμαρο χτυπάνε
και καρτερούν ακίνητά του γέροντα τα λόγια.
Επρόβαλ ο καλόγερος. Το πρόσωπό του φέγγει
σα χιονισμένη κορυφή στου φεγγαριού τη λάμψη.
Στα λαβωμένα χέρια του βαστούσ ένα βαρέλι
που ῾κλειε μέσα θάνατο, φωτιά κι απελπισία.

Εκείνο μόνο το ῾μεινε, εκείνο μόνο φθάνει!
Εμπρός στην Πύλη του Ιερού μονάχος του το στένει
και τρεις φορές το βλόγησε και τρεις φορές το φχέται.
Σαν να ῾ταν Άγια Τράπεζα, σαν να ῾ταν Αρτοφόρι
επίθωσ ο καλόγηρος επάνω το ποτήρι,
και σιωπηλός κι ατάραχος άναψε θειαφοκέρι...
Τα γόνατά του εχτύπησαν ορμητικά την πλάκα,
εσήκωσε τα χέρια του, το πρόσωπό του ανάφτει
κι οι πέντε τον εκοίταζαν βουβοί μέσα στα μάτια:
Η δέησις

- Πατέρα μου, σ εδούλεψα
πιστά σαράντα χρόνια,
και τώρα στα γεράματα
μου δίνεις κατηφρόνια!
Το θέλημά σου ας γενή!
Λυπήσου μας, σπλαγχνίσου
και πάψε την οργή σου!
Σ εσένα, σαν ορφάνεψα,
έδωκα την ψυχή μου,
το Σούλι μου τ αγκάλιασα
στον κόσμο για παιδί μου.
Τώρα το Σούλι τόχασα...
Ήλθ η στερνή μου μέρα,
θάλθω σ εσέ, Πατέρα...

Μέτρησε πόσοι εμείναμε!
Οι άλλοι πεθαμένοι
μες στα λαγκάδια σέρνονται
νεκροί και λαβωμένοι!
άταφ αμοιρολόητα
σέπονται τα κουφάρια
στου λόγγου τα χορτάρια.
Όρνια και λύκοι εχόρτασαν
τα μαύρα κρέατά μας.
Συγχώρεσε, συγχώρεσε,
Πλάστη, τα κρίματά μας!
Και τώρα που θα να ῾λθωμε
κ ημείς στην αγκαλιά σου,
δέξου μας σαν παιδιά σου!

Και κοίταξε τα χέρια μας
τώρα σ εσέ σκωμένα
πώς είν από το άπιστο
το αίμα λερωμένα,
κ ευχαριστήσου, Πλάστη μου,
και πες: Έυλογημένοι,
πιστοί μου ανδρειωμένοι!»
Τώρα το Σούλι απέθανε.
δεν έμειν ένα χέρι
που να μπορή στα δάχτυλα
να σφίξη το μαχαίρι...
Πατέρα παντοδύναμε,
γενού σ εμάς πατρίδα,
άλλη δεν έχω ελπίδα.

Εκεί ψηλά στο θρόνο σου,
στην τόση βασιλεία,
δώσε σ εμάς τους δύστυχους
μικρή μία κατοικία,
να μοιάζη με το Σούλι μας
και δώσε μου ένα βράχο
κ εκεί το Κούγκι να ῾χω.
Χώμα στο Σούλι ελεύθερο
για να ταφώ δε μένει.
ελέησόν με, Πλάστη μου,
συγχώρεσε να γένη
το Κούγκι μου η εκκλησιά,
το Ιερό σου Βήμα
του Σαμουήλ το μνήμα.

Εδώ ποδάρι άπιστο
ποτέ δε θα τολμήση
(ποτέ! το είπα, τ όρκισα)
το Κούγκι να πατήσει.
Μαζί μου παίρνω τα κλειδιά,
Πλάστη μου, δεν τ αφήνω,
ούτε σ εσέ τα δίνω!
Εκεί ψηλά στον ουρανό
να τα φορή στη μέση
ο Σαμουήλ ο δούλος σου
θα σε παρακαλέσει...
Πατέρα μου, μη πειραχθής,
κάμε μου αυτή τη χάρη:
άλλος να μη τα πάρη!

Και τώρα-τώρα π άκουσες
τον πόνο, τον καημό μας,
δέξου μας και θ αφήσωμε
το Σούλι το γλυκό μας...
Το Σούλι (αχ! πώς το ῾χασα!)
ψυχή μου, μη δακρύσεις,
είν ώρα να τ αφήσεις!

Κι απλώνοντας τα χέρια του
στους πέντε του συντρόφους:
Θεέ μου, πολυέλεε,
τώρα που θα ν αφήσω
τον κόσμο και στον ίσκιο σου
θάλθ ο φτωχός να ζήσω,
μία χάρη θέλω, Πλάστη μου:
τα πέντε τα παιδιά μου
να τάχω συντροφιά μου!
Τ ανάθρεψα στον κόρφο μου,
για ειδέ τα, τα καημένα,
άλλονε δεν αγάπησαν
παρά εσέ κ εμένα.
Παιδιά μου, μη δειλιάζετε,
να ῾χετε την ευχή μου,
Θα ζήσετε μαζί μου!

Σταλαματιά-σταλαματιά τα δάκρυά τους πέφτουν
κι η πλάκα που τα δέχεται ραγίζεται και τρίζει.
Παράπονο τους έπιασεν, όχι θανάτου φόβος,
και κλαίοντας ο Σαμουήλ, εις το ῾να του το χέρι
το ιερό ποτήρι του και στ άλλο τη λαβίδα,
αρχίνησε την κοινωνιά του Πλάστη να μεράζη...
Ο πρώτος εμετάλαβε - μεταλαβαίνει κι άλλος,
την έδωσε στον τρίτονε - κι ο τέταρτος την παίρνει,
και φθάνει ως τον ύστερο και του τηνε προσφέρει.

Κι εκεί που έψαλλ ο παπάς με τη γλυκειά φωνή του
του δείπνου σου του μυστικού: «σήμερον Υιέ Θεού...»
φωνές ακούονται, χτυπιές, αλαλαγμός, αντάρα.
Πλακώσανε οι άπιστοι: «καλόγερε, τι κάνεις;»
Εσήκωσε τα μάτια του ο Σαμουήλ στον κρότο,
και στάζ απ τη λαβίδα του επάνω στο βαρέλι
μία φλογερή σταλαματιά απ του Θεού το αίμα...
Αστροπελέκια επέσανε, βροντάει ο κόσμος όλος,
λάμπει στα γνέφ η εκκλησιά, λάμπει το μαύρο Κούγκι!
Τι φοβερή κεροδοσά πόλαβε στη θανή του
το Σούλι το κακότυχο και τι καπνό λιβάνι!

Ανέβαινε στον ουρανό και του παπά το ράσο
κι απλώθηκε κι απλώθηκε σαν τρομερή μαυρίλα,
σα σύννεφο κατάμαυρο κ εθόλωσε τον ήλιο.
Κι ενώ τ ανέβαζ ο καπνός κι ενώ το συνεπαίρνει,
το ράσο παντ αρμένιζε κ εδιάβαινε σα Χάρος.
κ εκείθεν οπού διάβηκε ο φλογερός του ίσκιος,
σαν να ῾ταν μυστική φωτιά ερόγισε το λόγγο.
Και με τές πρώτες αστραπές και με τα πρωτοβρόχια
χλωρό χορτάρι φύτρωσε, δάφνες, ελιές, μυρτούλες,
ελπίδες, νίκες και σφαγές - χαρές κ ελευθερία!


Επάνω


Ο βράχος και το κύμα

Στο συμβολισμό του ποιήματος, βράχος είναι ο κατακτητής
Τούρκος και κύμα ο υπόδουλος Ελληνισμός.


«Μέριασε βράχε να διαβώ!» το κύμα ανδρειωμένο
λέγει στην πέτρα του γυαλού θολό, μελανιασμένο.
Μέριασε, μες στα στήθη μου, πούσαν νεκρά και κρύα,
μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία.

Αφρούς δεν έχω γι άρματα, κούφια βοή γι αντάρα,
έχω ποτάμι αίματα, με θέριεψε η κατάρα
του κόσμου, που βαρέθηκε, του κόσμου, που ῾πε τώρα,
βράχε, θα πέσης, έφτασεν η φοβερή σου η ώρα!

Όταν ερχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο
και σόγλυφα και σόπλενα τα πόδια δουλωμένο,
περήφανα μ εκύτταζες και φώναζες του κόσμου
να δει την καταφρόνεση, που πάθαινε ο αφρός μου.

Κι αντίς εγώ κρυφά κρυφά, εκεί που σ εφιλούσα
μέρα και νύχτα σ έσκαφτα, τη σάρκα σου εδαγκούσα
και την πληγή που σ άνοιγα, το λάκκο που ῾θε κάμω
με φύκη τον επλάκωνα, τον έκρυβα στην άμμο.

Σκύψε να ιδής τη ρίζα σου στής θάλασσας τα βύθη,
τα θέμελά σου τα ῾φαγα, σ έκαμα κουφολίθι.
Μέριασε, βράχε, να διαβώ! Του δούλου το ποδάρι
θα σε πατήση στο λαιμό... Εξύπνησα λιοντάρι!»

Ο βράχος εκοιμότουνε. Στην καταχνιά κρυμμένος,
αναίσθητος σού φαίνεται, νεκρός, σαβανωμένος.
Του φώτιζαν το μέτωπο, σχισμένο από ρυτίδες,
του φεγγαριού, πούταν χλωμό, μισόσβηστες αχτίδες. 


Ολόγυρά του ονείρατα, κατάρες ανεμίζουν
και στον ανεμοστρόβιλο φαντάσματα αρμενίζουν,
καθώς ανεμοδέρνουνε και φτεροθορυβούνε
τη δυσωδία του νεκρού τα όρνια αν μυριστούνε.

Το μούγκρισμα του κύματος, την άσπλαγχνη φοβέρα,
χίλιες φορές την άκουσεν ο βράχος στον αθέρα
ν αντιβοά τρομαχτικά χωρίς καν να ξυπνήσει,
και σήμερα ανατρίχιασε, λες θα λιγοψυχήσει.


«Κύμα, τι θέλεις από με και τι με φοβερίζεις;
Ποιός είσαι συ κι ετόλμησες, αντί να με δροσίζεις,
αντί με το τραγούδι σου τον ύπνο μου να ευφραίνεις,
και με τα κρύα σου νερά τη φτέρνα μου να πλένεις,
εμπρός μου στέκεις φοβερό, μ αφρούς στεφανωμένο;
Όποιος κι αν είσαι μάθε το, εύκολα δεν πεθαίνω!»

«Βράχε, με λένε Εκδίκηση. Μ επότισεν ο χρόνος
χολή και καταφρόνεση. Μ ανάθρεψεν ο πόνος.
Ήμουνα δάκρυ μια φορά και τώρα κοίταξέ με,
έγινα θάλασσα πλατιά, πέσε, προσκύνησέ με.


Εδώ μέσα στα σπλάγχνα μου, βλέπεις, δεν έχω φύκη,
σέρνω ένα σύγνεφο ψυχές, ερμιά και καταδίκη,
ξύπνησε τώρα, σε ζητούν του άδη μου τ αχνάρια...
Μ έκαμες ξυλοκρέβατο... Με φόρτωσες κουφάρια...


Σε ξένους μ έριξες γιαλούς... Το ψυχομάχημά μου
το περιγέλασαν πολλοί και τα πατήματά μου
τα φαρμακέψανε κρυφά με την ελεημοσύνη.
Μέριασε βράχε, να διαβώ, επέρασε η γαλήνη,


καταποτήρας είμαι εγώ, ο άσπονδος εχθρός σου,
γίγαντας στέκω εμπρός σου!»

Ο βράχος εβουβάθηκε. Το κύμα στην ορμή του
εκαταπόντησε μεμιάς το κούφιο το κορμί του.
Χάνεται μες την άβυσσο, τρίβεται, σβήεται, λιώνει
σα νάταν από χιόνι.


Επάνωθέ του εβόγγιζε για λίγο αγριεμένη
η θάλασσα κι εκλείστηκε. Τώρα δεν απομένει
στον τόπο πούταν το στοιχειό, κανείς παρά το κύμα,
που παίζει γαλανόλευκο επάνω από το μνήμα.


Επάνω


Επέσανε τα Γιάννενα

Επέσανε τα Γιάννενα, σιγά να κοιμηθούνε,
εσβήσανε τα φώτα τους, εκλείσανε τα μάτια.
Η μάννα σφίγγει το παιδί βαθιά στην αγκαλιά της,
γιατί είναι χρόνοι δίσεκτοι και τρέμει μην το χάσει.
Τραγούδι δεν ακούγεται, ψυχή δεν ανασαίνει.
Ο ύπνος είναι θάνατος και μνήμα το κρεβάτι
κι η χώρα κοιμητήριο κι η νύχτα ρημοκλήσι.
Άγρυπνος ο Αλή πασάς, ακόμη δε νυστάζει,
κι εις ένα δέρμα λιονταριού βρίσκεται ξαπλωμένος.
Το μέτωπό του είναι βαρύ, θολό, συγνεφιασμένο
και τόβαλεν αντίστυλο το χέρι του, μην πέσει.
Χαϊδεύει με τα δάκτυλα τα κάτασπρα του γένια,
που σέρνονται στου λιονταριού την τρομερή τη χαίτη.
Αγκαλιασμένα τα θεριά, σού φαίνονται πώς έχουν
ένα κορμί δικέφαλο, το μάτι δε γνωρίζει
ποιο τάχα νάν το ζωντανό και ποιο το σκοτωμένο.


Επάνω


Εις την μνήμην Διονυσίου Κόμητος Σολωμού

Κοιμήσου... εγώ τον ύπνο σου δεν ήλθα να ταράξω
δεν ήλθα εδώ στο μνήμά σου ουτ ένα λουλουδάκι
απ όσα το στολίζουνε κρυφά να ξερριζώσω.
Κοιμήσου... χάρου, ποιητά, την άφθαρτη γλυκάδα,
που ζώντας επεθύμησες και που νεκρός χορταίνεις.

Άφες κ έμενα να χαρώ, άφες με να πιστεύσω
ότ η ψυχή του ποιητού στην ευμορφία του κόσμου,
εις τη μεγάλη του Παντός αθάνατη αρμονία
είναι γλυκύ κελάδισμα, είναι παλμός αγάπης,
που φεύγει εδώθε να κρυφθή μες στην καρδία του Πλάστου.

Κοιμήσου... οι χρόνοι φεύγουνε δυστυχισμένοι, μαύροι...
Απ την αιωνιότητα, που σ έχει αγκαλιασμένον,
σταλάζουνε σιγά, σιγά... και πάσα των ρανίδα
πνίγει χιλιάδες γενεαίς. Στου τάφου σου το χώμα
χύνει δροσούλα και ζωή, ρόδα σκορπά και δάφναις.

Τρεις χρόνοι τώρα πέρασαν... ήλθα να γονατίσω
στο μνήμά σου και να σού πω να μη καταφρονέσης
το χάρισμά μου το φτωχό... Για το μνημόσυνό σου
σώφερα νεκρολίβανο, σώφερα κι αγιοκέρι.


Επάνω


Επί τω θανάτω της θυγατρός μου Ναθαλίας

Τώρα, π ανθίζ η κυκλαμιά και κάθε σπόρο, πόχει
κρυφό κρεβάτι μες τη γη, ξυπνά το πρωτοβρόχι,
που πριν αρχίσουν οι χιονιές, η πάχνη, τ αγριοκαίρι,
ξεγελασμένα τα κλαριά με τη στερνή γλυκάδα,
π ολόγυρα σκορπίζοντας σκορπά το καλοκαίρι,
στολίζονται με μυρωδιές, μ ανθούς, με πρασινάδα,
τώρα, παιδί μου, εζήλεψες το στείρο το σκοτάδι,
του τάφου τα στολίσματα, την ερημιά, τον Άδη!

Μοσχοβολά η αλιφασκιά, μικρά μου Ναθαλούλα,
τα ρίκη, οι δάφνες, οι μυρτιές ποτίζονται δροσούλα,
και τον αγέρα πλημμυρούν με την αναπνοή τους.
Στον ήλιο του φθινόπωρου, σα ζωντανά λουλούδια,
οι καλογιάννοι χαίρονται. Με τη γλυκιά φωνή τους
στο βάτο που ακουρμαίνεται λαλούν τα στεφανούδια
τα βάσανα της ξενητιάς... Και συ στο γέροντά σου
στέλνεις παιδί μου, ανέλπιστα τα νεκρολίβανά σου;

Στον πολυτάραχο γιαλό του κόσμου μιαν ημέρα
διαβάτης ανυπόμονος περνά σαν τον αγέρα.
Το πάτημά του εφάνηκε στον άμμο μιαν αυγή
άγριο το κύμα πέρασε τη νύχτα και το σβεί...


Επάνω


Η προς την Πατρίδα Αγάπη μου

Δεν είναι διαβατάρικο πουλί, που για μία μέρα
σχίζει τα νέφη και περνά γοργό σαν τον αγέρα,
ούτε κισσός, π αναίσθητος την πέτρα περιπλέκει
ουτ αστραπή, που σβύνεται χωρίς αστροπελέκι,
δεν είναι νεκροθάλασσα, βοή χωρίς σεισμό,
νοιώθω για σε, πατρίδα μου, στα σπλάγχνα χαλασμό.


Επάνω


Νάνι νάνι

Φύσ, αγεράκι δροσερό,
μες στών δενδρών τα φύλλα.
Πάρ απ τα ρόδα τον ανθό
απ τη μηλιά τα μήλα
και φέρ τα στο παιδάκι μου.
Είναι καλό και κάνει,
ήσυχο, νάνι, νάνι.

Αρχίνησε το λάλημα,
αηδόνι ερωτεμένο,
νανάρισέ το, το φτωχό
είν αποκοιμημένο
σαν τη γλυκιά σου συντροφιά
μες στη φωλιά σαν κάνει,
τη νύχτα, νάνι, νάνι.

Άνοιξε, νυχτολούλουδο,
άνοιξε και μην κλείσεις,
την όμορφή σου μυρωδιά
ωσότου να τη χύσεις
όλη μες στα μαλλάκια του.
Το μαύρο, ιδές πώς κάνει
μαζί μου νάνι, νάνι.

Παίζει τ αγέρι του Μαγιού
μέσα στον καλαμιώνα,
γελούνε τ άνθη, τα νερά,
λαλεί η νεροχελώνα.
Ευτυχισμένη είμαι κι εγώ
στα στήθια μου σαν κάνει,
το μαύρο, νάνι, νάνι.

Και σείς με τα χρυσά φτερά,
ονείρατά μου, ελάτε
στο έρμο το καλύβι μας,
αγάλια αγάλια εμβάτε,
σιγά μην το ξυπνήσετε·
κοιτάξετε πώς κάνει
άγγελος νάνι, νάνι.
Ονείρατα είναι του φτωχού
η συντροφιά, η ελπίδα·
της χήρας η παρηγοριά,
ο ήλιος, η αχτίδα.
Ελάτε, μην αφήσετε
τη μάνα του που κάνει
μαζί του νάνι, νάνι.


Επάνω


Η δάφνη και τ αηδόνι

Ύμνος εις τον θάνατον
του Έλληνος ποιητού
Διονυσίου Κόμητος Σολωμού.
.

Μαύρισε, κύμα τον αφρό,
και σείς βουνά το χιόνι.
Γιατ ήλθε βαρυχειμωνιά
και δε λαλεί ταηδόνι,
ταηδόνι που τραγούδησε
εις του βουνού την ράχη.
Κλάψτε βουνά και βράχοι,
Ταηδόνι δεν λαλεί...
*

Και συ, δαφνούλα ελληνική,
φυλλόχλωρη δαφνούλα,
εσύ, που τάνθη σου έλουζες
τη νύχτα στη δροσούλα,
για να σε βλέπει όμορφη
και να σε καμαρώνει
πες μου γιατί ταηδόνι,
δαφνούλα, δε λαλεί;...
*

Του μύρισεν η άνοιξη
που πλάκων από πέρα
και λαίμαργο θα σώφυγε
ψηλά μες τον αιθέρα,
πρώτο να πάγει να την βρή
και να την απαντήση,
γλυκά να τη φιλήση,
και νάλθουνε μαζί.
*

Άχ! Πότε νάλθ η άνοιξη,
να δής αν θα γυρίσει!
Άχ! Πότε το τριαντάφυλλο,
δαφνούλα, μου ν ανθίση,
να πάς να βρής τα φύλλα του
να νοιώσεις την οσμή του!...
Ποιός ξεύρει την πνοή του
μην εύρης μέσα εκεί;
*

Άχ! Πότε νάλθ η άνοιξη,
να λυώσουνε τα χιόνια,
να πάψουν ταστραπόβροντα,
ναλθούν τα χελιδόνια,
για να τους πής, δαφνούλα μου,
την άσπλαγχνή σου μοίρα;
Ποιός ξεύρει, μαύρη χήρα,
κ εκείνα τι θα πούν.
*

Παρηγορήσου, δάφνη μου,
γιατί δεν είσαι μόνη
που καρτερείς το φίλο σου,
που καρτερείς ταηδόνι.
Νάξευρες πόσα κόκκαλα
και σπλάγχν ανδρειωμένα
στο μνήμα ξαπλωμένα
με σε το καρτερούν.
*

Το λάλημά σου τάκουσαν
στην πρώτη παρουσία
σαν του πολέμου σάλπιγγα,
σαν άλλη τρικυμία,
κ ευθύς επάνω στ Άγραφα
βροντούν αστροπελέκια,
ανάφτουν τα τουφέκια,
και λάμπουν τα σπαθιά.
*

Κ εκεί που πολεμούσανε
οι μαύρ οι πεθαμένοι,
ταηδόνι με το λάλημα
το αίμα τους ζεσταίνει,
και σαν εμοιρολόγησε,
και σαν ετραγουδούσε
η δάφνη παντ ανθούσε,
ανθούσε κ η μυρτιά.
*

Ο φοβερός αντίλαλος
στο Μισολόγγι φθάνει
την ώρα που του κλούσανε
τα μάτια να πεθάνη,
την ώρα που ο δεσπότης του
φλόγα, καπνό ντυμένος,
ανέβαινε καμένος
στον ουρανό ψηλά.
*

Ώ! τι γλυκό νανάρισμα!
Ανήκουστη αρμονία!
Του αηδονιού το λάλημα
για κείνα τα θηρία,
σαν εψυχομαχούσανε
κι απλώσανε το σώμα
στα αίματα, στο χώμα
να κοιμηθούν βαθειά.
*

Επέρασε το λάλημα
λόγγους, βουνά, λιβάδια,
και το νεράκι, πώτρεχε
κρυφά μες στα λαγκάδια,
χαρούμενο σαν τάκουσε
μες τον αφρό το παίρνει
και τρέχοντας το φέρνει
στο κύμα του γιαλού.
*

Κ ευθύς το κύμα φούσκωσε,
εμάνιωσε, θεριεύει,
βλέπει τη γη ελεύθερη
και βράζει και ζηλεύει,
βογγάει κι ανδρειεύεται,
αφρίζει, μεγαλώνει
και την κορφή ψηλώνει
σαν την κορφή βουνού.
*

Άχ! Τότε πόσα βλέμματα,
παστράφταν σαν αστέρια,
εκύτταξαν τη θάλασσα.
και πόσα, πόσα χέρια,
σαν νάταν από μάρμαρο,
βαρειά κι ανδρειωμένα
εδείχναν τεντωμένα
το κύμα στο γιαλό.
*

Γιατί κρυφός χτυπόκαρδος
τους είπε πώς θα ιδούνε
μια μέρα ν ανεμίζουνε,
στ αγέρι να πετούνε
φλάμπουρα γαλανόλευκα,
σαν κύματ αφρισμένα
περήφαν απλωμένα
σε πέλαγο εθνικό.
*

Ωστόσο παντα η θάλασσα
γρούζει, βογγά, μουγκρίζει,
πάντα σπαράζει, δέρνεται,
βράχους, βουνά κλονίζει..,
Κρύψου βαθειά στα σύγνεφα
και μη φανής, φεγγάρι,
δε βλέπεις τον Κανάρη
που στη βοή ξυπνά;
*

Εξύπνησε σα βάρυπνος,
πετιέτ από το μνήμα
και τρέχει κι αγκαλιάζεται
με τάγριο το κύμα,
και δένουνε αχώριστη
και τρομερή φιλία
δυο άσπονδα στοιχεία,
το κύμα κ η φωτιά.
*

Και σαν ανταμωθήκανε
κ εβγήκαν ν αρμενίσουν
πλακώνει μαύρος θάνατος
εκείνους π απαντήσουν.
Είναι πλατύ κ ευρύχωρο
το μνήμα της θαλάσσης...
Κανάρη μη δειλιάσης,
θυμήσου τα Ψαρά.
*

Γιατί, γιατί δεν ήμουνα
του κεραυνού σου αχτίδα,
γιατί κ εγώ της θάλασσας
δεν ήμουν μία ρανίδα
νάλθω μ εσένα συντροφιά,
Κανάρη κειό το βράδυ,
σαν άνοιξες τον άδη
κ έφαγες την Τουρκιά.
*

Για να σού λέγω παντοτε:
-Κανάρη, μη δειλιάζης
να καίς, να πνίγης, να χαλάς,
τους άπιστους να σφάζης,
κι ανάμεσα στα γαίματα
ν ανάφτω την οργή σου
φωνάζοντας, «θυμίσου
τα λόγια ταηδονιού»;
*

Τα λόγια που σού ελάλησε
γλυκά στο περιβόλι,
τότε σαν ήλθε σκούζοντας
το έρμο από την Πόλη,
και σούπε πώς απάντησε
άγιο κορμί πνιγμένο
στην άκρη πεταμένο
του έρημου γιαλού.
*

Και σούπε πώς εσίμωσε
για να το ψηλαφήση,
και βλέπει.. κι ανατρίχιασε...
Και πέφτει να φιλήση.
κ εκεί που επλησίασε
στο μάρτυρα τα χείλη,
σχοινί για πετραχηλι
του βλέπει στο λαιμό.
*

Και τόσο ασπλαγχν η θηλειά
τον Πατριάρχη σφίγγει,
τόσο του χώνεψε βαθειά
πώκοψε το λαρύγγι,
κι άνοιξε στόμα δεύτερο,
που μέρα νύχτα κράζει
και παντα σας φωνάζει:
Έκδίκησι ζητώ».
*

Το φοβερό το μήνυμα
σαν έφερε ταηδόνι,
τραβιέτ επάνω στα βουνά
και τα φτερά διπλώνει
κι αναγαλιάζει βλέποντας
τη δάφνη του ν ανθίζη
κι άνοιξη να μυρίζη
στα μαύρα ορφανά.
*

Τριάντα χρόνοι επέρασαν
σαν νάτανε μια μέρα!
Και παντα παραμόνευε
κ ερώτα τον αγέρα,
που φύσαγε απ τον Όλυμπο,
τι μήνυμα του φέρει
κι αν έλαμψε ταστέρι
στου Πίνδου τα βουνά.
*

Ώ! τι χαρά που τώπιασε
το έρημο ταηδόνι!
Αμέσως αναφτέριασε,
πετά και ξανανειώνει,
σαν έμαθε, σαν άκουσε
ψηλά στη Θεσσαλία
ν ανοίγει τα μνημεία
του Πέτρου το σπαθί.
*

Θυμήθηκε τα νειώτα του,
την πρώτη τη λαλιά του,
κ αρχίνησε το λάλημα
κρυφά στην ερημιά του...
Δαφνούλα μου, τι σώμελλε.
εκείνα του τα λόγια
να γένουν μοιρολόγια
κ η έσχατη πνοή.
*

Τώρα τα κρύα κόκκαλα
ποιος θάλθη να τα κράξη,
ποιος άγγελος ανάσταση
θάλθη να τους φωνάξη,
και ποιο πουλί θα νάρχεται
χαρούμενο το βράδυ
ελπίδες μες στον άδη
να φέρνει και χαρά;
*

Άς σφραγισθούν τα μνήματα
και πάλ ας χορταριάσουν
οι πεθαμένοι ας απλωθούν,
στο μνήμ ας ησυχάσουν.
Ποιός ξεύρει πόσες άνοιξαις
θα να διαβούν και χρόνοι
που δε θα ιδούν ταηδόνι
και την πρωτομαγιά!


Επάνω


Η Αγράμπελη

Λέγ η αγράμπελη μυριανθισμένη,
στον άγριο πλάτανο που τη θωρεί
και με τον ίσκιο του συχνοδιαβαίνει
πάντοτ επάνω της, βράδυ κι αυγή:

«- Δένδρο περήφανο, μες τον αγέρα
τα φύλλα, οι κλώνοι σου θρασομανούν·
βρίσκεις στενόχωρη τώρα τη σφαίρα;
Τ άστρα τα σύγνεφα δε σε χωρούν;

»Τρέχει στη ρίζα σου νεράκι κρύο
βυζαίνεις άκοπα την καταχνιά,
κι εμένα ζήλεψες συ το θηρίο,
γιατί μ επότιζε λίγη δροσιά;

»Τι θέλεις πλάτανε, τι μου γυρεύεις;
Διώξε τον ίσκιο σου κι είμαι μικρή.
Τ άνθη μου επάγωσαν, μην τα παιδεύεις,
άσ τον τον ήλιο μου να τα χαρεί...»

«- Ξανθή μου αγράμπελη, τι με φοβάσαι;
Θέλεις να σέρνεσαι παντα ορφανή,
μονάχη σου έρημη τη νύχτα νάσαι,
νάχεις κρεβάτι σου λιθάρια, γη;

»Τ άνθη ζευγάρωσε με την ανδρειά μου,
γένου βασίλισσα κι εγώ θρονί,
στηλώσου επάνω μου..., στην αγκαλιά μου
κάθε άλλο λούλουδο θα σε φθονεί...»

Την εξεγέλασε τ άγριο πλατάνι,
την επερίπλεξε μες τα κλαριά....
Τι κρίμα, πώδωκες, ξανθό βοτάνι,
για λίγο ψήλωμα την παρθενιά!

Φτωχή κι ανύπανδρη στην ερημιά σου
μούτανε τ άνθη σου κρυφή χαρά·
Τώρα θ αρπάζουνε τη μυρωδιά σου
τα νέφη κι ο άνεμος πούσαι κυρά.


Επάνω


Αθανάσης Διάκος


Άσμα Πρώτον
Η παραμονή


«Ανέβα, Μήτρε στου βουνού κατάκορφα τη ράχη,
πάρε το μάτι ταητού και ταλαφιού το πόδι
και την αγρύπνια του λαγού, και στήσε καραούλι.
Κι αν δής χιλιάδαις τον εχθρό, άλογα και πεζούρα,
με τον Κιοσέ Μεχμέτ πασά, τον ύπνο μη μου κόψης,
στάσου, πολέμα μοναχός. Κι αν δής μες στο φουσάτο
να πηλαλάη τάλογο του Ομέρπασα Βρυώνη,
πέτα ροβόλα, κράξε με. Σύρε με την ευχή μου».
Άστραψε απ άγρια χαρά το μέτωπο του κλέφτη,
εβρόντησαν τα χαϊμαλιά, ανέμισε η φλοκάτη,
έλαμψε ο Μήτρος μία στιγμή κ εσβήστηκε σαν άστρο.
Ο Διάκος τον συντρόφεψε για λίγο με το μάτι
κ ύστερα πέφτει κατά γής γονατιστός στην πέτρα:
«Αδέρφια, παλληκάρια μου! Ελάτε ολόγυρά μου
και γονατίσετε μ εμέ. Ο κόσμος στη χαρά του
είν ανθοστόλιστη εκκλησιά, κι εδώ μας παραστέκει
εκείνος που την έχτισε, για να τον προσκυνούμε».
Ήτανε νύχτα. Τα βουνά, οι λαγκαδιαίς, τα δέντρα,
οι βρύσαις, τ αγριολούλουδα, ο ουρανός, τ αγέρι,
στέκουν βουβά ν ακούσουνε την προσευχή του Διάκου.
«Όταν η μαύρ η μάνα μου, εμπρός σε μίαν εικόνα,
Πλάστη μου, μ εγονάτιζε με σταυρωτά τα χέρια
και μώλεγε να δεηθώ για κειούς που το χειμώνα
σα λύκοι ετρέχαν στα βουνά, με χιόνια, μ αγριοκαίρια
για να μη ζούνε στο ζυγό, ένοιωθα τη φωνή μου,
να ξεψυχάει στα χείλη μου. εσπάραζε η καρδιά μου,
μου ετρέμανε τα γόνατα, σαν νάθελε η ψυχή μου
να φύγη με τη δέηση από τα σωθικά μου.
Ύστερα μώλεγε κρυφά να σού ζητώ τη χάρη
να μ αξιώσης μία φορά ένα σπαθί να ζώσω
και να μην έρθη ο θάνατος να μ εύρη, να με πάρη
πριν πολεμήσω ελεύθερος, για σε πριν το ματώσω.
Πατέρα παντοδύναμε! Άκουσες την ευχή μου.
μου φύτεψες μες στην καρδιά αγάπη, πίστη, ελπίδα,
έδωκες μίαν αχτίδα σου, αθέρα στο σπαθί μου
και μούπες: Τώρα πέθανε για με, για την πατρίδα!
Έτοιμος είμαι, Πλάστη μου! Λίγαις στιγμαίς ακόμα
και σβυώνται τ άστρα σου για με. Για με θα σκοτειδιάση
τώμορφο γλυκοχάραμα. Θα μου κλειστή το στόμα,
που εκελαδούσε στα βουνά, στη ρεματιά, στη βρύση.
θα μαραθούν τα πεύκα μου. Αραχιασμέν η λύρα,
που μούταν αδερφοποιτή κι οπού μ εμέ στη φτέρη
αγκαλιασμένη επλάγιαζε, τώρα θα μείνη στείρα
και στάψυχο κουφάρι της θα να βογγάη τ αγέρι.
Όλα τ αφίνω με χαρά, χωρίς ν αναστενάξω.
Και τώχω περηφάνειά μου, που εδιάλεξες εμένα
αυτήν την έρμη την πορειά με το κορμί να φράξω.
Ευχαριστώ σε, Πλάστη μου! Δε θα χαθούν σπαρμένα
και δε θα μείνουν άκαρπα τ άχαρα κόκκαλά μου.
Ευλόγησε τηνε τη γη οπού θα μ αγκαλιάση
και στοίχειωσε κάθε κλωνί από τα χώματά μου,
να γένη αδιάβατο βουνό το μνήμα του Θανάση.
Θέ μου! Ξημέρωσέ τηνε την αυριανή τη μέρα!
Θα μας θυμάτ η Αρβανιτιά και θα την τρώ η ζήλεια.
Θα χλημητάνε τ άλογα, θα καίνε τον αγέρα
με τ άγρια τα χνώτα τους γκέκικα καρυοφύλλια,
θα γένουν πάλαι τα Θερμιά λαίμαργη καταβόθρα...
Χιλιάδες ήρθαν θερισταί και Χάρος οργοτόμος,
μουγκρίζουν, φοβερίζουνε πώς δε θα μείνη λώθρα
σ αυτήν τη δύστυχη τη γη, φωτιά, δρεπάνι, τρόμος...
Κ εμείς θα πάμε με χαρά σ αυτόν τον καταρράχτη.
Επάνωθέ μας θάσαι συ, και τα πατήματά μας
θα νάχουνε για στήριγμα τη φοβερή τη στάχτη,
πώμεινε σπίθ ακοίμητη βαθειά στα σωθικά μας.
Δυνάμωσέ μας, Πλάστη μου! Για ν ακουστή στη Δύση
πώς δεν απονεκρώθηκε και πώς θ ανθοβολήση
τώρα με τα Μαγιάπριλα η δουλωμένη χώρα.
Ευλογημέν η ώρα!»
*

Έσκυψ ο Διάκος ως τη γη, έσφιξε με τα χείλη
κ εφίλησε γλυκά γλυκά το πατρικό του χώμα.
Έβραζε μέσα του η καρδιά, και στα ματόκλαδά του
καθάριο, φωτοστόλιστο, ξεφύτρωσ ένα δάκρυ...
Χαρά στο χόρτο πώλαχε να πιή σε τέτοια βρύση!
*

Πλαγιάζει ο λιονταρόψυχος! Τα νειάτα, τη θωρειά του
τ αστέρια βλέπουν με χαρά και κάπου κάπου αφίνουν
κρυφά το θόλο τ ουρανού για να διαβούν σιμά του.
Μοσχοβολάει τριγύρω του και τον σφιχταγκαλιάζει
στον κόρφο της η άνοιξη, σαν νάτανε παιδί της.
Χαρούμενα τα λούλουδα φιλούν το μέτωπό του
χάνει με μιας την ασκημιά και την ταπεινοσύνη
ο έρμος αζώηρος, η ποταπή η λαψάνα,
γλυκαίνει το χαμαίδρυο, στου χαμαιλειού τη ρίζα
αποκοιμιέται ο θάναρος και το περιπλοκάδι,
που παντα κρύβεται δειλό και τ άπλερο κορμί του
αλλού στυλόνει το φτωχό, δυναμωμένο τώρα
τρελλό, περηφανεύεται και θέλει να κλαρώση
στ ανδρειωμένο μέτωπο για ν ακουστή πώς ήταν
στη φοβερή παραμονή μία τρίχ απ τα μαλλιά του.
*

Πλαγιάζει ο λιονταρόψυχος! Του ύπνου του οι ώραις
όσο κι αν φύγουν γρήγορα, μεσότοιχο θα γένουν
ν αποστομώσουν το θολό, τ αγριωμένο κύμα
του χρόνου που μας έπνιξε. Μ εκείνην την ρανίδα
πώσταξ από τα μάτια του θα ξεπλυθή η μαυράδα,
που ελέρωνε της μοίρας μας το νεκρικό δεφτέρι.
Ο Διάκος στο κρεββάτι του, ζωσμένος τη φλοκάτη,
σαν αητός μες στη φωλειά, ολάκαιρο ένα γένος
έκλωθ εκείνην την βραδειά. Όταν προβάλ η μέρα,
θα νάβγουν τ αητόπουλα με τροχισμένα νύχια,
με θεριεμένα τα φτερά, ν αρχίσουν το κυνήγι...
Πλάστη μεγαλοδύναμε! Αξίωσέ μας όλους,
πριν μας σκεπάση ή μαύρη γη, στα δουλωμένα πλάγια
να κοιμηθούμε μία νυχτιά τον ύπνο του Θανάση!


* * *
Άσμα Δεύτερον
Οι τρεις
Διάκος, Πανουριάς, Δυοβουνιώτης


-Διάκε, χαρά στον ύπνο σου!
-Καλώς το Δυοβουνιώτη,
καλή σου μέρα, Πανουριά... Μη με προπήρ η ώρα;
Εξέχασα, εγελάστηκα, γλυκά κρυφομιλώντας,
αδέρφια, με τη μάνα μου, πούρθε να μ εύρη απόψε.
-Θανάση, αν δε σού ζήλεψα τα νειώτα, την ανδρειά σου,
τ άρματα τ αξετίμωτα, το μάτι, το τραγούδι,
ζηλεύω αυτήν την ξαστεριά πώχει το μέτωπό σου!
Έστησε στο κατώφλι μας το νεκροκρέββατό του
ο Χάρος και μας καρτερεί. Ξήπλεγαις, τρομασμέναις
μανάδες αναρίθμηταις με κουφωμένα στήθια
φεύγουν στα πλάγια να κρυφτούν με τα βυζασταρούδια.
Τα όρνια εμυριστήκανε το σκοτωμό που θάρθη
και γρούζουν ανυπόμονα τροχίζοντας τα νύχια,
και συ κοιμάσαι σαν αρνί! Θανάση σε ζηλεύω!...
-Δεν έχω πέτρινη ψυχή. Του κόσμου τη λαχτάρα
μέσα στη φλέβα της καρδιάς σα σίδερο λυωμένο
τη νοιώθω π αναδεύεται και με σαρακοτρώγει.
Συχώρεσέ με, Πανουριά, πρώτη φοράν απόψε
αφ ότου ζώνω τ άρματα μ εξάφνισε τ αστέρι.
Μη μώχετε βαρύγνωμο. Ποιός ξέρει μην η μοίρα,
αδέρφια, μ αποκοίμησε για να με συνειθίση
στου τάφου το τρισκότειδο. Εγώ κι ο γερο Χάρος
εψές λογαριαστήκαμε, και στο κατάστιχό του
ένα μικρό κατεβατό μένει άγραφο για μένα.
Γνοιαστήτ εσείς τους ζωντανούς. Εγώ θα πολεμήσω
για τα παληά μας κόκκαλα. Στη φλόγα του πολέμου,
σα μέσα σ ένα θυμιατό, θα ρίξω το κορμί μου
να γένω νεκρολίβανο στο φοβερό τρισάγιο.
-Μην τα ξεσυνερίζεσαι του Πανουριά τα λόγια.
Θυμήσου, Διάκε, μοναχά, πώς άδειασεν η φλέβα
του δύστυχου του γένους μας, και μία ρανίδα τώρα
αν στάξη από το αίμα μας στη γη χωρίς ελπίδα,
αντί νάναι μνημόσυνο, μπορεί νάναι κατάρα.
Ξέρω τι κρύβεις στην καρδιά, γνωρίζω τι θα κάμης...
-Ποιός μ εμαρτύρησε σ εσάς;
-Κανένας, μη θυμόνεις.
Είδα κ εγώ τη μάνα σου απόψε στόνειρό μου
και μούπε νάρθω να σ ευρώ και να σού πω, Θανάση,
που αν χαλαστούμε σήμερα, θα να δειλιάση ο κόσμος
και θα χουμήση ή Αρβανιτιά πυκνή σαν την ακρίδα,
και τάλογο του Ομέρπασα ποιος θα τ αποστομώση;
-Ο γυιός του Ανδρούτσου στη Γραβιά!
-Τι θέλεις, Δυοβουνιώτη;
Να πάει το Γοργοπόταμο θολό κ εντροπιασμένο
να πή στην άγρια θάλασσα, πώς δεν ευρέθηκ ένας
τα ξακουσμένα του νερά με δυο ρανίδαις αίμα
σ αυτό το πρώτο βάφτισμα ν αγιάση, να μυρώση;
Κ η θάλασσα μουγκρίζοντας να τρέξη στ ακρογιάλια,
σα φοβερός διαλαλητής, κι Ανατολή και Δύση
να μάθουν πώς γιορτάζομε τη νεκρανάστασή μας;...
Νάναι ο Βρυώνης στα Θερμιά και να μην εύρη εμπρός του
δέκα κουφάρια ξαπλωτά για να σκοντάψη επάνω!
Να μη βαφή το πέταλο στου αλόγου του το νύχι!...
Αδέρφια, ταποφάσισα και μοναχός αν μείνω,
θ απλώσω οργυιά τα χέρια μου, τα πόδια θα ριζώσω,
κι αν δε με ξεχωνιάσουνε κι αν δε με κατακόψουν,
δε θα με διώξουν απεκεί, δε θα μου ιδούν τη φτέρνα.
Και συ τι λέγεις, Πανουριά;
-Μ εθάμπωσε η αχτίδα,
π αστράφτει από τα μάτια σου. Τριγύρω στα μαλλιά σου
παίζει το γλυκοχάραμα. Μου φαίνεσαι μεγάλος,
ψηλός ωσάν τον Όλυμπο και στέκω και προσμένω
εμπρός σου ακίνητος, βουβός, Διάκε, να ιδώ τον ήλιο,
π ώραν την ώρα θα προβή απ τ αντικέφαλό σου.
-Τι λόγος, γέρο Πανουριά, τι φοβερή βλαστήμια
ξαγλίστρησ απ τα χείλη σου! Αυτό το φώς, που βλέπεις,
ας μη το σκοτειδιάσωμε... Εσύ στη Χαλκομμάτα
σύρε να ρίξης θέμελο. Στείλε τον Παπαντρία
να πάη στου Μουσταφάμπεη με τον Κομνά τον Τράκα.
Και πριν αρχίση ο πόλεμος, θυμήσου ο Ησαΐας
να βγή ψηλά στο ξέφαντο κ εκείθε να κηρύξη
τον φοβερόν τον όρκο μας, για να γνωρίση ο κόσμος
ότι το ράσο του παπά κ η μίτρα του Δεσπότη
θα γένουν Χάρου φλάμπουρο και σκιάχτρο και σκοτάδι
και κατασάρκι μελανό στην Άγια Τράπεζά μας,
όσο σ αυτά τα χώματα δαφνοστεφανωμένη
η δουλωμένη Εκκλησιά το μέτωπο δε δείξη.
-Δεν είμαι, Διάκε, Πανουριάς, νάμαι γυναίκα χήρα
και να με πνίξη το ψωμί, που εφάγαμε στα πλάγια,
αν λησμονήσω σήμερα το βάφτισμα, τον όρκο.
-Εσύ το Γοργοπόταμο θα πιάσης, Δυοβουνιώτη,
και πολεμώντας τον εχθρό λησμόνησε πώς έχεις
κλεισμένο μες στα Γιάννινα το Γιώργο, το παιδί σου.
Βλέπε το ρέμμα του νερού, κάμε το ν αρμυρίση
με δάκρυ της Αρβανιτιάς. Στείλε το ματωμένο
στα μακρινά τ αδέρφια μας τον τρύγο σου να φέρη
ωσάν πρωτόλουβο καρπό, μαζί με τώνομά σου.
Ο Βακογιάννης στα ριζά, και πλεύρα στο γεφύρι
της Αλαμάνας, Πανουριά, θα στήσω τον Καλύβα.
Εις την Δαμάστα μένω εγώ, σας το ζητώ για χάρη,
κι όταν αρχίσουνε... Σιωπή!... μου ῾κάστηκε πώς είδα
σαν έναν ίσκιο να διαβή... Εσ είσαι, μωρέ Μήτρε;
-Εγώμαι, καπετάνιε μου.
-Πατείς βουβά τη νύχτα
και δε σ εγνώρισα με μιας. Με δίκηο νυχτοπούλι
σε κράζουν οι συντρόφοι μας. Τι φέρνεις παλληκάρι;
-Εκίνησε ο Ομέρπασας από το λιανοκλάδι.
-Πέτα, ροβόλα, Πανουριά... Στάρματα, Δυοβουνιώτη...
Χριστός ανέστη, αδέρφια μου! Καλώς ν ανταμωθούμε
απόψε πάλαι νικηταί. Κι αν δε με μεταϊδήτε,
δεν θέλω να με κλάψετε. Θέλω, σαν πολεμάτε,
την πρώτη σας την τουφεκιά, το πρώτο σας το βόλι
για μένα να το ρίχνετε, για την ψυχή του Διάκου.
Εφιληθήκανε και οι τρεις. Τα χείλη του Θανάση
ελουλουδίζανε χαρά, σπιθοβολούν τα μάτια,
στο κρύο ταγέρι του βουνού καπνίζει ο ανασασμός του,
λες από βράχου σχισματιά οι ακοίμηταις οι φλόγαις,
οπού κρυφόβραζαν βαθειά στου γένους μας τα σπλάγχνα.


* * *
Άσμα Τρίτον
Εικοστή τρίτη Απριλίου
Μνήμη του αγίου και ενδόξου μεγαλομάρτυρος
Γεωργίου του Τροπαιοφόρου


Λαλούν οι πέρδικαις γλυκά κι ο ήλιος στη χαρά του
απλώνει μίαν αχτίδα του και ψηλαφίζει ο κλέφτης
τα παρδαλά τα στήθια τους κι αυταίς αναγαλλιάζουν.
Κατάκορφα στον ουρανό πετιέται κι ο πετρίτης,
τ αητού πρωτοπαλλήκαρο, να βάψη τα φτερούγια
μες στον αιθέρα της αυγής πριν έβγη στην παγάνα.
Πλένουν τα φύλλα στη δροσιά χαρούμενα τα ρείκη,
και στο ελαφρό το φύσημα του αγέρα, που διαβαίνει,
συναπαντούσε φιλικά με τον ανασασμό του
το θρούμπι την αλιφασκιά, το σφελαχτό η μυρτούλα.
Δακρύζουνε τ απάρθενα τα χιόνια στο λιοπύρι,
ακούοντ οι νεροσυρμαίς από εγκρεμό σε βράχο
να παραδέρνουνε γοργά και λες με τη γαργάρα
π ανάκραζαν την κλεφτουριά και την αποζητούσαν.
Εκυματίζαν τα σπαρτά, χαρά του ζευγολάτη,
και κάπου κάπου ανάμεσα ξεπρόβαιν ένα στάχυ
και έγερν εδώ, κ έγερν εκεί το τρυφερό κεφάλι,
ωσάν να παραμόνευε να ιδή κι αυτό το Διάκο.
Κι ωστόσο ανθρώπινη φωνή μέσα σ αυτόν τον κόσμο,
που φαίνεται ολοζώντανος, καμμιά δεν αγροικιέται,
ούτε φλογέρα πιστικού, ούτε χαράς τραγούδι
ουτ αγωγιάτη σάλαγος. Εφαίνετ όλη ή φύσις
λουλούδι χωρίς μυρωδιά, κόρη γλυκειά, πανώρηα,
οπού εγεννήθηκε βουβή κι οπού την παραστέκει
η μαυρισμέν η μάνα της να ιδή μην ξεχαράξη
μαζί μ ένα χαμόγελο στα χείλη κ η λαλιά της.
Αστράφτουνε, λαμποβολούν τριγύρω στη Δαμάστα
άλλοι στρωμένοι κατά γής άλλοι στο διπλοπόδι
περήφανοι, σιωπηλοί, τρακόσιοι ανδρειωμένοι.
Επάνωθέ τους κάτασπρο το φλάμπουρο του Διάκου
ανέμιζε τρομαχτικό, και στο ξεδίπλωμά του
λεβέντης αστραπόμορφος επρόβαινε ο Άη Γιώργης
με τ άγριό του τ άλογο κρατώντας καρφωμένο
τ άσπλαγχνο το κοντάρι του στο διάπλατο λαρύγγι
του φοβερού του δράκοντα, που δέρνεται στο χώμα.
Ποιός εσυντύχαινε κρυφά με του σπαθιού την κόψη
κ επάνω της εξέσερνε γοργά το δάχτυλό του,
ποιος επελέκαε τεχνικά τη στουρναρόπετρά του
στο λύκο του καρυοφυλλιού, ποιος τρίβει τα παφήλια
συγνεφιασμέν από νοτιά και ποιος για να ξεδώση
εθόλωνε με τον αχνό του μαχαιριού τη λάμψη.
Κανένας δεν ανάσαινε. Σ ένα κοντρί μονάχος
κυττάζει ο Διάκος σιωπηλός κατά το Λιανοκλάδι.
Έξυπνος κι ονειρεύεται. Από το ριζοβούνι,
ανέβηκε κ η καταχνιά, ψιλός αφρός του αγέρα,
και μία στιγμή τον έκρυψε στη δροσερή αγκαλιά της


* * *
Άσμα Τέταρτον.
Αποκάλυψις [απόσπασμα]


Κοιμάται ακόμα η Αρβανιτιά, χορτάτη, αποσταμένη,
μες στην πυκνή τη χλωρωσιά. Τόσες χιλιάδες κόσμος,
κι ουτ ένα όνειρο γλυκό, ουτ ένα καρδιοχτύπι!
Στου ύπνου της τη συγνεφιά δεν έλαμπαν ελπίδες,
δε φέγγει πόθος μακρυνός. Στα μάτια της μαυρίλα
και στην καρδιά της ερημιά. Τ ανθρώπινα κοπάδια
απ το βαρύ τον κάματο βουβά, αποκαρωμένα,
μες στα λουλούδια τ Απριλιού μαυρολογούν, πλαγιάζουν,
σαν να ῾τανε συντρίμματα, χορταριασμένες πέτρες
οπού είχε πάρει ο χαλασμός από κανέναν πύργο
και τα ῾χε σπείρει εδώ κ εκεί με του σεισμού το χέρι.

Ακόμα η Πούλια είναι ψηλά και της αυγής ακόμα
τ ορνίθι δεν ελάλησε. Προτού να βασιλέψη
το δρέπανο του φεγγαριού σ ενός βουνού τη ράχη
εστάθηκε για μία στιγμή και πικραμένο ρίχνει
την ύστερή του τη ματιά στο έρμο το Ζητούνι.
Εμαύρισαν οι λαγκαδιές. Στο μελανό του κύμα
τ αγέρι πνίγει τα σπαρτά, τα δέντρα, τα λιβάδια,
γένονται θάλασσα οι στεριές, λες ότι αυτό το βράδυ
ήρθε με δυο μεσάνυχτα κι αργεί να ξημερώση.
Μες στο σκοτάδι το βαθύ χιλιόχρονο ρουπάκι
φοβέριζε τον ουρανό με τ αγριομανητό του.
Στοιχειό της γής περήφανο, βουλήθηκε να φτάση
τα σύγνεφα με τα κλαριά, τον Άδη με τη ρίζα,
και δεν ανανοήθηκε που ο χαλαστής ο χρόνος
του ῾χε φωλιάσει στην καρδιά και τώσκαφτε λαγούμι
δουλεύοντας σιγά σιγά με τα σκυλόδοντά του.

Εις τον βαρύν τον ίσκιο του περίχαρο λουλούδι
ποτέ δεν εξεφύτρωσε. Ούτε το χαμομήλι
ούτε η χολάτη ή κυκλαμιά. Ολόγυρά του σπλόνοι
και δρακοντιές φαρμακερές. Στο χώμα κάπου κάπου
σπαρμένα ραχοκόκκαλα, που τα ῾χε ξεσαρκώσει
ο τραπεζίτης του σκυλιού, του κόρακα το νύχι,
εσέποντο χωρίς ταφή. Κι ανίσως πλανεμένος
κανείς εδιάβαινε απ εκεί κ ένοιωθε τα σαράκια
να πριονίζουν άγρυπνα τα κούφια κατακλείδια
κι ολονυχτίς να τρίζουνε, έκανε το σταυρό του
κι ούτε που γύριζε να ιδή το φοβερό το δέντρο.

Στην μαύρη την κουφάλα του εμόνιαζε ένας γύφτος,
γέροντας, κακοτράχαλος, βουβός, φωτοκαμένος,
ανάθρεμμα της ευλογιάς, της λώβας στερνοπαίδι.
Τον έβοσκε βαθύ χτικιό, του θέριζε τα σπλάγχνα
έχθρα κρυφή, παντοτινή, για τ άνθη, για τ αστέρια,
για του παιδιού την ευμορφιά, κ έτρωγε με το μάτι
ό,τι το χέρι το σκληρό δεν έφτανε να φθείρη.
Έκλωθε τη σαπίλα του στρωμένος στα ξεσκλίδια,
που τώφερνε πάσα φορά το κλεψιμιό, η κρεμάλα.
Αχώριστοί του σύντροφοι σφυριά, τριχιές, αμόνι,
στουρνάρια για το γδάρσιμο, παληόκαρφα, ψαλίδες,
μια νυχτερίδα, ένας σκορπιός, μια κίσσα, μια χελώνα.
Κανένας δεν εγνώριζε στη Λιβαδειά πώς ήρθε.
Τον είχε ρίξει σύγνεφο;... Τον είχανε ξεράσει
τα χώματα του ρουπακιού;... Κανένας δεν το ξέρει.
Όταν τη νύχτα στον τροχό τα σύνεργα επερνούσε
κι ανάδευε τα χέρια του κ έτρεμε το κεφάλι,
παρασαρκίδα αφύσικη μες στην κοιλιά του δέντρου,
εφάνταζεν από μακρά ότι ήτον θεριεμένο
χταπόδι στη θαλάμη του, που πρόσμενε κυνήγι
κι ανήσυχο παράδερνε με τους αποκλαμούς του.

Σ αυτόν τον λάκκο αποβραδύς θαμμένος είν ο Διάκος,
τ αστροπελέκι του βουνού σβυέται σ αυτό το μνήμα.
Χαρούμενο στ αρπάγια του τον έχει το σφαλάγγι
και του βυζαίνει την ψυχή. Ξερές παλαμονίδες
του στρώνει μέσα στη σπηλιά και τόνε ρίχνει επάνω.
Με δαγκανάρια, με σχοινί τα χέρια ξεκλειδόνει
και τα φορτόνει σίδερα, του δένει τα ποδάρια,
χαλκά του σφίγγει στο λαιμό. Τα στήθια του πλακόνει
μ ένα αγκωνάρι κοφτερό. Τα σερπετά μαυλίζει
και τα τινάζει επάνω του... Ύστερα, διπλοπόδι,
τα παραμόνευε ο φονιάς μην αποκοιμηθούνε
κι αφήσουν ατελείωτο το νυχτοκάματό τους.

Ακοίμητο, αγρυπνούσ εκεί και του Θεού το μάτι.

Χιλιάδες ήρθανε με μιας τριγύρω στο Θανάση
ψυχές μεγαλοδύναμες από τον άλλον κόσμο
με τα παληά τους βάσανα, με την παλληκαριά τους,
και του φιλούν το μέτωπο και τον περιδροσίζουν.
Στη σκοτεινή του φυλακή, γαλανοφορεμένες,
απλόνουν τα φτερούγια τους κ επάνωθέ του ανοίγουν
βαθύν, απέραντο ουρανό και του τον αστερόνουν
μ αθάνατες ενθύμησες, μοσχοβολιές του τάφου.

Καταίβηκε ο Φιλόθεος με θυμιατό στο χέρι
και λιβανίζει κ ευλογά. Μαζί του κι ο Δημήτρης
κρατώντας στο δισάκκι του κρυμμένα του Δεσπότη
τ αγαπημένα λείψανα, σα να ζητούσε ναύρη
λιγάκι χώμα, ψυχικό, ελεύθερη μίαν άκρη
για να τα θάψη ο δύστυχος. Τους συντροφεύει ο Κούρμας,
πλατύς, ψηλός σαν έλατος, κι ο Πάνος Μεϊντάνης
με το μικρό Χορμόπουλο και με το Σπαθογιάννη.
Είδε του Βάλτου το θεριό, το Χρήστο το Μιλλιόνη,
με τη στερνή του την πληγή. Το Γιάννη Μπουκουβάλα
γυμνό βαστώντας το σπαθί σαν να ῾φτανε τρεχάτος
ψηλ από το Κεράσοβο. Σιμά του ο Μητρομάρας.
Εφάνηκε ύστερα ο Σταθάς, θολός, ανταριασμένος,
θαλασσοπούλι, πώσταζεν αφρούς απ την Κασσάνδρα.
Ο Ζήδρος ο ανήμερος. Ο Θύμιος ο Βλαχάβας,
που ῾χε παράπονο κρυφό γιατ ήτον πεθαμένος
και δεν μπορούσε μία φορά να μαρτυρήση ακόμα
για τώνειρό του το γλυκό. Ο Βλαχαρμάτας Βέργος.
Ο Λιάς από τη Βίδαβη. Επέρασε ο Λαμπέτης
και δείχνει τ Αστραπόγιαννου την κάρα ματωμένη
στην αγκαλιά του την πιστή. Εκεί κι ο Αμπελογιάννης
με τρεις θηλειές, που εσφίγγανε τον άγριο λαιμό του.
Ο Κωνσταντάρας, πώφερνε στον ώμο το παιδί του
σφαμμένο με τα χέρια του, μονάκριβή του κλήρα,
γιατί, κακούργιο, εντρόπιαζε τ άρματα, τη γενειά του.
Ο Λάζος, ο Βρυκόλακας, ο γερο Κώστας Πάλλας,
ο Καλιακούδας ο Λουκάς, ο Χρόνης, ο Γυφτάκης,
τ Ανδρούτζου τ άσπρο φάντασμα, τρανό σαν το Βελούχι
με τον ψυχοπατέρα του το Βλάχο το Θανάση,
λιοντάρια, που δεν άφιναν τον Άδη σ ησυχία.
Ο Λιάκος απ τον Όλυμπο. Εκεί κι ο Κοντογιάννης,
που γύρευε συγχώρεση να πάη για το Μήτσο.
Ο Κατζαντώνης, πώδειχνε με κρυφοπερηφάνεια
στο κόκκαλό του το σφυρί... Ο Δίπλας στο πλευρό του.
Ο Αλέξης ο Καλόγερος, οι Κατζικογιανναίοι,
αχώριστοι στο σκοτωμό, στο μνήμ αδερφωμένοι.
Της Λάμιας ο σταυραητός πλακόνει ο Χρήστος Γρίβας.
Σε φλογισμένο σύγνεφο διαβαίνει θρονιασμένος,
εμπρός στο Διάκο ο Σαμουήλ, της Κιάφας ο προφήτης.
Κρατεί στη ζώνη τα κλειδιά, που πήρε από το Κούγγι
όταν τον έφαγε η φωτιά. Αχτίδες τα μαλλιά του,
τα γένεια σπίθες και καπνός. Οι πέντε του συντρόφοι
στον ώμο τους τόνε βαστούν. Ανέμιζαν τριγύρω
στο φοβερό καλόγερο παιδιά βυζασταρούδια,
αγράμπελες που εφύτρωσαν στο βράχο του Ζαλόγγου,
καθένα του ῾χε η μάνα του στην τραχηλιά της ρόδο
κ ανάμεσό τους φαίνεται ο γερο πολεμάρχος
σαν περατάρης γερανός, που σέρνει στα φτερούγια
τα χελιδόνια του Μαρτιού δαρμέν απ την αντάρα.
M ανέλπιστη παρηγοριά ο πεθαμένος κόσμος
το πονεμένο το κορμί ραντίζει του Θανάση,
κι επίστεψεν από μακρά ότ είδε το λημέρι,
που την ψυχή του επρόσμενε. Ερρίζωσε η καρδιά του
βαθύτερα στα σωθικά, του φώλιασε στα μάτια
γλυκειά της μάνας του η ευχή. Σκοτείδιασε το φώς του
κι αποκαρώθηκε ο φτωχός. Τα σερπετά δειλιάζουν
στ αγώγι τους και φεύγουνε. Νεκρόνεται κι ο γύφτος,
η φύσις όλη εσίγησε, λες κ ήθελε ν αφήσει
ελεύθερα να καταιβούν τα ονείρατα του Διάκου.

K ιδού του ῾κάστηκε με μιας ότ είδε την κουφάλα
του δέντρου ν αναδεύεται. Του ρουπακιού τα φύλλα
να πέσουν όλα κατά γής, να μεταμορφωθούνε,
να γένουν σάρκες ζωντανές, και τ άψυχο το ξύλο
να λάβη ανθρώπινη μορφή. Η φλούδα μοναχή της
χωρίζει, ξεδιπλώνεται, και τότε με το χέρι,
το σιωπηλό το φάντασμα, που στέκει επάνωθέ του,
τη σήκωσε, την έρριξε στην πλάτη του σα ράσο,
κ έμειν εμπρός του ακίνητο... Τριγύρω στο λαιμό του
χαράκι κόκκινο βαθύ, σαν να ῾θελε περάση
εκείθε η κόψη του σπαθιού...


Επάνω


Θανάσης Βάγιας

Ο Βρυκόλακας

- Πες μου τι στέκεσαι Θανάση, ορθός,
βουβός σα λείψανο, στα μάτια μπρός;
Γιατί Θανάση μου, βγαίνεις το βράδυ;
Ύπνος για σένανε δεν είν στον Άδη;

Τώρα περάσανε χρόνοι πολλοί...
Βαθιά σε ρίξανε μέσα στη γη...
Φεύγα, σπλαγχνίσου με. Θα κοιμηθώ.
Άσε με ήσυχη ν αναπαυθώ.

Το κρίμα που ῾καμες με συνεπήρε.
Βλέπεις πώς έγινα; Θανάση σύρε.
Όλοι με φεύγουνε, κανείς δε δίνει,
στην έρμη χήρα σου, ελεημοσύνη.

Στάσου μακρύτερα... Γιατί με σκιάζεις;
Θανάση τι έκαμα και με τρομάζεις;
Πώς είσαι πράσινος; Μυρίζεις χώμα...
Πες μου... δεν έλυωσες, Θανάση, ακόμα;

Λίγο συμάζωξε το σάβανό σου...
Σκουλήκια βόσκουνε στο πρόσωπό σου.
Θεοκατάρατε, για δές... πετάνε
κι έρχονται πάνω μου για να με φάνε.

Πες μου πούθ έρχεσαι με τέτοια αντάρα;
Ακούς τι γίνεται; Είναι λαχτάρα.
Μες απ το μνήμα σου γιατί να βγείς;
Πες μου πούθ έρχεσαι; Τι ῾λθες να δείς;
Ε´

- Mέσα στου τάφου μου τη σκοτεινιά
κλεισμένος ήμουνα τέτοια νυχτιά,
κ εκεί που έστεκα σαβανωμένος
βαθειά στο μνήμα μου συμμαζωμένος,

Έξαφνα επάνω μου μια κουκουβάγια
ακούω που φώναζε· Θανάση Βάγια,
σήκου κ επλάκωσαν χίλιοι νεκροί
και θα σε πάρουνε να πάτ εκεί.

Τα λόγια τ άκουσα και τ όνομά μου.
Σκάνε και τρίβονται τα κόκκαλά μου.
Κρύβομαι, χώνομαι όσο μπορώ
βαθειά στο λάκκο μου, μη τους ιδώ.

- Έβγα και πρόβαλε, Θανάση Βάγια,
έλα να τρέξωμε πέρα στα πλάγια.
Έβγα, μη σκιάζεσαι, δεν είναι λύκοι.
Το δρόμο δείξε μας για το Γαρδίκι.

Έτζι φωνάζοντας σα λυσσασμένοι
πέφτουν επάνω μου οι πεθαμμένοι.
Και με τα νύχια τους και με το στόμα
πετάνε, σκάφτουνε το μαύρο χώμα.

Και σαν μ ευρήκανε όλοι με μία
έξω απ του τάφου μου την ερημιά,
γελώντας, σκούζοντας, άγρια με σέρνουν
κ εκεί που μου είπανε με συνεπαίρνουν.

Πετάμε, τρέχομε· φυσομανάει,
το πέρασμά μας κόσμο χαλάει.
Το μαύρο σύννεφο, όθε διαβή,
οι βράχοι τρέμουνε, ανάφτ η γη.

Φουσκώνει ο άνεμος τα σάβανά μας
σαν ν αρμενίζαμε με τα πανιά μας.
Πέφτουν στο δρόμο μας και ξεκολλάνε
τα κούφια κόκκαλα, στη γη σκορπάνε.

Εμπρός μας έσερνε η κουκουβάγια
πάντα φωνάζοντας· Θανάση Βάγια.
Έτσι εφθάσαμε σ εκειά τα μέρη,
που τόσους έσφαξα μ αυτό το χέρι.

Ώ, τι μαρτύρια! Ώ! τι τρομάρες!
Πόσες μου ρίξανε σκληρές κατάρες!
Μου δώκαν κ έπια αίμα πημένο.
Για ιδές το στόμα μου το ῾χω βαμμένο.

Κι εν ώ με σέρνουνε και με πατούνε
κάποιος εφώναξε... Στέκουν κι ακούνε.
- Kαλώς σ ευρήκαμε, Βιζίρη Αλή.
Εδώθε μπαίνουνε μες στην αυλή.

Πέφτουν επάνω του οι πεθαμμένοι.
Με παραιτήσανε. Κανείς δεν μένει.
Κρυφά τους έφυγα και τρέχω εδώ
με σε, γυναίκα μου, να κοιμηθώ.
Στ´

- Θανάση σ άκουσα, τραβήξου τώρα.
Μέσα στο μνήμα σου να πάς είν ώρα.
- Μέσα στο μνήμα μου για συντροφιά,
θέλω απ το στόμα σου τρία φιλιά.

- Όταν σού ρίξανε λάδι και χώμα
ήλθα, σε φίλησα κρυφά στο στόμα.
- Τώρα περάσανε χρόνοι πολλοί...
Μου πήρ η κόλαση κειό το φιλί.

- Φεύγα και σκιάζομαι τ άγρια σου μάτια.
Το σάπιο κρέας σου, πέφτει κομάτια.
Τραβήξου, κρύψε τα, κείνα τα χέρια.
Απ την αχάμνια τους λες κι είν μαχαίρια.

- Έλα γυναίκα μου, δεν είμαι ῾γώ
κείνος π αγάπησες, ένα καιρό;
Μη με σιχαίνεσαι, είμ ο Θανάσης.
- Φεύγ απ τα μάτια μου, θα με κολάσεις.

Ρίχνεται πάνω της και τήνε πιάνει,
μέσα στο στόμα της τα χείλη βάνει.
Στα έρμα στήθια της τα ρούχ αρχίζει,
που τη σκεπάζουνε, να τα ξεσχίζει.

Τήνε ξεγύμνωσε... το χέρι απλώνει...
Μέσα στο κόρφο της άγρια το χώνει...

Μένει σα μάρμαρο. Κρύος σα φίδι
τρίζει απ το φόβο του, στο κατακλείδι.
Σα λύκος ρυάζεται, τρέμει σα φύλλο...
Στα δάχτυλα έπιασε το Τίμιο Ξύλο.

Τη μαύρη γλύτωσε, το φυλαχτό της,
καπνός, εσβήστηκεν απ το πλευρό της.
Τότε ακούστηκε κι η κουκουβάγια
έξω, που φώναζε: - Θανάση Βάγια!


Επάνω


Κανάρης

Πρόλογος

Εναι βαρύ το όνομα του Κανάρη, είναι πολύ βαρύ και φοβούμαι μη υπό τον πελώριον όγκον κύψη τον αυχένα η ποίησίς μου. Αλλά πώς να μη ρίψω κι εγώ μακρόθεν επί του τάφου του αειμνήστου ήρωος ολίγα νεκρολούλουδα, αφού δεν ηυτύχησα ν ασπασθώ την στιβαράν xείρα του εγώ, όστις τον ηγάπων μέχρι λατρείας;
Πέρυσι τον επισκέφθην πολλάκις εις Κυψέλην και ηκροώμην αυτού διηγουμένου μετά παιδικής αφελείας τ ακατανόητα άθλα του... «Όλα, παιδί μου, όλα τα κατορθώνει η προς την πατρίδα αγάπη», στερεοτύπως απήντα εις εμέ γέρων πυρπολητής, οσάκις συγκεκινημένος τω εξέφραζα τον θαυμασμόν μου.
Ότε προσεκόλλησεν επί της ναυαρχίδος του αιμοσταγούς Καραλή το τρισένδοξον πυρπολικόν του, κατέβη δε εις την μικράν λέμβον, ένθα εν αγωνία θανάτου τον επρόσμενον οι γενναίοι σύντροφοί του και ήτις είχε δεθή διά σιδηράς αλυσίδας επί της κλίμακος του τρικρότoυ, ο Κανάρης διέταξε την απoμάκρυνσιν, φοβούμενoς μη αι αυταί φλόγες συγκαταφάγουν Οθωμανούς και Έλληνας. Αλλ η λέμβος ως εάν εκρατείτο υπό μυστηριώδους αφανούς δαίμονος, έμενεν ακίνητος, μη υπακούουσα εις την πυρετώδη βίαν των κωπηλατών. Τότε των θαλασσών ο απτόητος δεσπότης ενόησεν ότι ο δεσμός της αλυσίδoς δεν είχεν εντελώς λυθή και λαβών αταράχως τον πέλεκυν έκοψεν αυτόν και απεσπάσθη ως εκ θαύματος εκ του σημείου, ένθα επέπρωτο μετ ολίγον να τελεσθή μία των φρικαλεωτέρων και ενδοξοτέρων σκηνών του μεγάλου εθνικού δράματος.
«Τα ολίγα δευτερόλεπτα, τα οποία εδαπανήθησαν εν τω απρoσδοκήτω εκείνω συμβάντι, ήσαν αρκετά να επιφέρουν την καταστροφήν μας», μετ απεριγράπτου μειδιάματος μοί έλεγεν ο Κανάρης.
«Οι Τούρκοι ήσαν τόσοι, ώστε, εάν έπτυoν επάνω μας, θα μας έπνιγον αναμφιβόλως. Αλλ ο μεγαλοδύναμος Θεός δεν το επέτρεψε και μας έσωσε, διότι εγνώρισε την ψυχήν των δούλων του.
Ο θάνατος του Κανάρη εν ταίς σημεριναίς του Έθνους περιστάσεσιν είναι συμφορά ανεπανόρθωτος. Βεβαίως δεν ήτο δυνατόν κατ εξαίρεσιν να μείνη αθάνατος ούτε γέρων ενενηκοντούτης ήθελεν επιχειρήσει ότι άλλοτε παίζων εξετέλει. Αλλ εν τω προσώπω του Κανάρη ήστραπτεν ακόμη ζώσα η λάμψις του Ιερού Αγώνος, διότι, παραδόξως, όλοι οι μεγάλοι της Δύσεως ποιηταί εκ των άθλων αυτού ενεπνεύσθησαν περισσότερον παρά εκ των λοιπών ηρωϊκών κατορθωμάτων της Επαναστάσεως. Επεβάλλετο λοιπόν ακόμη εις την κοινήν του κόσμου γνώμην ο θαλάσσιος ήρως και ίστατο εν μέσω ημών ως μνημόσυνον αιώνιον ημερών ενδόξων και ως παράδειγμα αξιομίμητον εις τας παρούσας γενεάς. Αλλά διατί η έκτακτος αύτη των ποιητών συμπάθεια υπέρ του Κανάρη; ... Ούτ εγώ δεν το καταλαμβάνω. Ίσως εις την προτίμησιν ταύτην συνέτεινεν όχι ολίγον και η αρμονία του ονόματός του... Μη γελάς, φίλε, διότι είναι βέβαιον ότι η ποίησις έχει πολλάς τοιαύτας ιδιοτροπίας και μη αμφιβάλλης ότι, όσον και αν δοξασθώσι πολλά ονόματα, δεν θα εύρoυν εύσχημον τοποθέτησιν εν τω στίχω.
Αύτη είναι η ταπεινή μου γνώμη.


Κανάρης

Τη νύχτα που παράδερνες μ ένα δαυλί στο χέρι
κ εσπιθοβόλεις κεραυνούς κ έφεγγες σαν αστέρι,
όταν φτωχός, αγνώριστος, μικρός, χωρίς πατρίδα
τη ματωμένη επλεύρωσες, Κανάρη ναυαρχίδα,
αν όταν ανεπήδησες με την ορμή του στύλου
μέσα στη μαύρη τη σπηλιά του Καραλή του σκύλου,
κανένας μάντις σώλεγε ότι θα νάλθη ώρα
να ιδής, Κανάρη, ελεύθερη τη δύστυχη τη χώρα,
πώρρευ ετοιμοθάνατη, - ότ ήθελες φωτίσει
μ αυτό τ αστροπελέκι σου Ανατολή και Δύση,
ότι θα γένης ζωντανή του Γένους σου σημαία,
ότι θα πάς μακρά μακρά να φέρης βασιλέα,
και χίλια δαφνοστέφανα ο κόσμος θα να βάλη,
Κανάρη, στ απροσκύνητο καθάριο σου κεφάλι,
ότι πριν πέσης κατά γής θα σού δοθή κ η χάρη
να ιδής να λάμψη ανέλπιστο, παρήγορο δοξάρι
όπου εβασίλευε παληό, κατάπυκνο σκοτάδι,
ότ ένα Γένος σύψυχο του λάκκου σου τον άδη
θα εδρόσιζε με κλάμματα, οπού θα ν αναβράνε
μες απ τα φυλλοκάρδια του κι αθάνατα θα νάναι,
ότι θα σκύψη ξέσκεπος εμπρός στα λείψανά σου,
να σε φιλήση εγκαρδιακά. Κανάρη, ο Βασιλιάς σου,
αν ένας μάντις τάλεγε, ποιος, ήθε τον πιστέψη;
Μόνος εσύ, που γνώριζες ότ είχανε φυτέψει
βαθειά, βαθειά στα σπλάγχνα σου τα χέρια του θεού σου
βοτάνι παντοδύναμο, τροφή του κεραυνού σου,
την πίστη την ακλόνητη στου έθνους του την τύχη...
Αυτή, Κανάρη, πώβαψε τον σιδερένιον πήχυ
κι έδωσε στο καράβι σου χίλια φτερά να τρέχη
σήμερα ποιος την έχει;...
Άχ! δεν το πίστευα ποτέ!... Πέρυσι σ είδ ακόμα
συγνεφιασμένον, κάτασπρον στο φτωχικό σου στρώμα,
σαν κοιμισμένη θάλασσα σε ταπεινό ακρογιάλι
όπ ονειρεύεται κρυφά καμμιάν ανεμοζάλη
για να μουγκρίση φοβερά..., και σήμερα κουφάρι!...
Έγυρα τότε εφίλησα τ ανδρεία σου, Κανάρη,
τα λιοκαμμένα δάχτυλα κ ένιωσα κάθε ρώγα,
πώβραζε μέσα κ έλαμπε με την παληά σου φλόγα.
Έτρεμα εμπρός σου, εδάκρυζα, μώδωκες την ευχή σου,
μου τίμησες το μέτωπο μ ένα θερμό φιλί σου
και μούπες, λιονταρόκαρδε. - «Μην κλαίς, δε θα πεθάνω,
πριν ξανανειώσω μια φορά και πριν να ξεθυμάνω».
Κι απέθανες! κ εσβύστηκες!... Τα ριζιμιά, οι βράχοι
δεν σκιάζονται γεράματα και στου βουνού τη ράχη
ολόρθο μένει, ακλόνητο, χιλιόχρονο πρινάρι
και μάχεται με τα στοιχειά... Και συ και συ, Κανάρη,
πούλθες στη γη θεόχτιστος κι οπ όταν εθωρούσε
το χιόνι στο κεφάλι σου κανείς π ασπροβολούσε,
επίστευεν ότ έβλεπε τον Όλυμπο εμπροστά του
με την αθανασία του, με την παλληκαριά του,
εσύ σωριάζεσαι με μιας;... Μέσα στα χώματά σου
θα καταπιάση ήφαίστειο η θα σβηστή η φωτιά σου;...
Κατάρ ακατανόητη, άσπλαγχνη, μαύρη μοίρα
νάν οι νεκροί μας άφθαρτοι, νάν η ζωή μας στείρα.


Επάνω


Ἡ Ξανθούλα

«Μ αρέσ η θάλασσα,γιατί μου μοιάζει,
μ αρέσει, σ άκουσα να λες κρυφά,
πότε αγριεύεται, βόγγει, στενάζει,
και πότε ολόχαρη παίζει γελά.
Δεν είν ολόξανθη σαν τα μαλλιά μου;
Δεν είν ο κόρφος μου σαν τον αφρό;
Μέσα στα μάτια μου τα γαλανά μου
δεν έχω κύματα, τάφο, ουρανό;
Μ αρέσ η θάλασσα, γιατί μου μοιάζει,
κι ας έχη μέσα της κόσμο θεριά...
Μη στην καρδούλα μου μη δε φωλιάζει
αγάπη αχόρταγη, σκληρή φωτιά;»
Κ εγώ εχαιρόμουνα που χολιασμένη
φαρμάκι μώσταζες μες στην ψυχή,
τη ζήλειά σου έβλεπα ξαγριωμένη,
στα χείλη σου έβραζε κάθε πνοή.
Τότ εκρεμάστηκα στην τραχηλιά σου
τη φλόγα σώσβυσα με δυο φιλιά,
την όψι εβύθισα μες στα μαλλιά σου,
στον κόρφο σου έστησα κρυφή φωλιά.
«Κύμα μου ανήμερο, ψυχή μου, φθάνει.
Μη μ αγριεύεσαι,πλάγιασ εδώ...
Θάμαι για σένανε γλυκό λιμάνι...
Τι αξίζει η θάλασσα χωρίς γιαλό;»


Επάνω


Μνημόσυνον επί της νεκρικής κλίνης Στεφάνου Μεσσαλά μόλις εφήβου

Όργωνε ο Χάρος, όργωνε τη γη που τόνε τρέμει.
Τ αυλάκια του είναι μνήματα, ο σπόρος του φαρμάκι...
Όργωνε ο Χάρος, όργωνε! Τα μαύρα του τα βόδια
φυσομανούν στο κέντημα της άσπλαγχνης βουκέντρας.
Όθε περάσει το γενί, ξαναγυρίζει δέντρα,
ξεθεμελιώνει ριζιμιά και συνεπαίρνει κόσμους.
K εσύ, βλαστάρι τρυφερό, στο δρόμο του τι θέλεις;...
Στην αγκαλιά της μάνας σου, στον κόρφο του πατέρα,
να σε ποτίζει το φιλί, να σ ανατρέφει η αγάπη,
παιδί, γιατί δεν έμενες;... Σού φάνηκε που είναι
γλυκός ο ύπνος μες στη γη, παιδί, και δε γνωρίζεις
πώς θέλει ο τάφος συντροφιά, κ εσύ στη σκοτεινιά σου
θα μείνεις έρμο κι ορφανό. Εκεί που κατεβαίνεις
δε θα ῾βρεις του πατέρα σου τα κόκαλα στρωμένα·
θα πέσεις ολομόναχο... Παιδί, γιατί να φύγεις;...

K εκείνο που μας άκουσε, την ώρα που χιλιάδες
κόσμοι κι ονείρατα χρυσά ολόγυρά του ελάμπαν,
εχαμογέλασε γλυκά, σα να ῾λεγε: «Πατέρα,
δεν είν ο τάφος ερημιά, είναι ζωή κι αγάπη».

Όργωνε ο Χάρος, όργωνε. Τον κάματο δεν παύει·
μέρα και νύχτ ακοίμητο τ αλέτρι του δουλεύει.
Εσυνεπήρε το βλαστό, τον έγειρε στο χώμα
και δίχως σάλαγο, βουβός, περνά και διβολίζει.

Πατέρα, μάνα, επέταξε. Εκλείστηκε το μνήμα·
φχηθείτε το παιδάκι σας. Στο μακρινό ταξίδι
με το στερνό σας το φιλί, με το πικρό σας δάκρυ
θα ν αρμενίσει σαν πουλί... Ώχ! να ῾μουνα μαζί του,
να ῾βλεπ ακόμα μια φορά κ εγώ τη θυγατέρα!...


Επάνω


Ο Αστραπόγιαννος

[απόσπασμα]

Βαρειά σπαράζει φοβερή στο χέρι του Λαμπέτη
Η κάρα τ Αστραπόγιαννου. Το μάτι ανταριασμένο
Του σκοτωμένου τρεις φορές αναιβοκατεβαίνει
Και βασιλεύει σκοτεινό. Στο μέτωπό του η νύχτα
Άλλο σημάδι οπίσω της παρά στ αχνό το στόμα,
Σα μίαν ακτίδα φεγγαριού στο μάρμαρο του τάφου,
Ένα χαμόγελο βουβό, νεκρό, σαβανωμένο
Στου γέροντα τ αρματολού τα κάτασπρα τα γένεια.

Σπρώχνει στη θήκη κόκκινο το γιαταγάνι ο κλέφτης,
Κι αρπάζει το δισάκκι του! Στη μια μεριά φορτόνει
Το κρίθινό του το ψωμί, στην άλλη ματωμένο
Το λείψανό του τ ακριβό. Το δάχτυλό του βάφει
Στο αίμα, π άφριζε στη γη, σταυρόνει το κουφάρι
Και χάνεται στη λαγκαδιά... Καπνός ο πεζοδρόμος.


Επάνω


Το Ξερριζωμένο Δέντρο

[απόσπασμα]

«Δέντρο, πώς κοίτεσαι νεκρό στον άμμο του γιαλού μου;
Ποιό χέρι σε ξερρίζωσε, ποια δύναμη σ επήρε
από τη ράχη του βουνού και σ έρριξε στο κύμα;...
Εσένα τα γεράματα δε σ είχαν σαρακώσει
στα ατάραγα κλωνάρια σου εκατοστάδες χρόνοι
χωρίς να τα λυγίσουνε, εστέκαν σωριασμένοι,
στη σιδερένια φλούδα σου, χωρίς να τήνε γδάρη,
του λόγγου τ αγριοδάμαλο τα κέρατα ετροχούσε.
Πες μου, πώς κοίτεσαι νεκρό, ρουπάκι, στο γιαλό μου;»

«Κατέβαινε ολοφούσκωτο προχθές το Δημοσάρι,
μουγκρίζοντας στο διάβα του, σα να ζητούσε αμάχη.
Δεν το βαστούσαν ριζιμιά, δεν το κρατούσαν σφάχτες,
στο πέρασμά του εγέρνανε σαν να το προσκυνούσαν
οι σχίνοι, τ αγριοπρίναρα. Το κύμα στο θυμό του
ερροβολούσε παντα εμπρός, θεότυφλο, ωργισμένο,
και πέφτει κατακέφαλα μ όλη την ανδρειά του
για να ρουφήξη ένα κοντρί που τώφραξε το δρόμο.
Έστεκα εγώ κ εκύτταζα, κι απ τη βουβή την πέτρα
άκουσα τότε μια φωνή σαν να ῾βγαινε απ τον άδη.
«Πέρνα, ποτάμι, μέριασε, σύρε να σκιάζης άλλους,
εμέ μ επάτησε βαρύ ποδάρι ανδρειωμένου,
μ εστοίχειωσε το αίμα του, κ είμαι θεμελιωμένο
για να φωνάζω ανάθεμα σ εκείνους που προδίνουν.
Είμαι τ Αργύρη το κοντρί, είμαι τ Αργύρη ο τάφος».

[...]

Ξέγνοιαστη τότε ανέμιζε, σαν να ῾τανε ξεφτέρι,
ακαταδάμαστη ή ψυχή, κι έπαιρνε για λημέρι
πότε τα πεύκα του βουνού πότε τα κυπαρίσσια
και πότε εφώλιαζε κρυφά μέσα στα ρημοκκλήσια,
κ εγύρευε φαντάσματα. Μονάχη, αποσταμένη
ευρίσκ εκεί παρηγοριά... Τη νύχτα οι πεθαμμένοι
την έπαιρναν πνεμματικό κ εκείνη για λουλούδια
τους έρριχνε μνημόσυνα, τους έδινε τραγούδια.

[...]

Όταν κ εσύ το δύστυχο, χλωρό και στολισμένο,
εσήκονες μεσουρανίς τ αλύγιστα κλωνάρια,
βελάζοντας στον ίσκιο σου έτρεχε το κοπάδι,
ο πιστικός χαρούμενος σ αγάπαε σαν πατέρα.
Χήρες γρηές, πανόρφανες και ξετραχηλισμένες
σού επαίρναν τ αντιρρίμματα, ωσάν ελεημοσύνη,
κι όταν τα ρίχναν στη φωτιά κι ολόγυρα στα θράκια,
με το φτωχό προσάναμα τη νήστεια αποκοιμούσαν,
τότε σ ευχολογούσανε κ ελέγαν στην Παρθένο
να σού στοιχειόνη τα κλαριά, να σού χαρίζη χρόνια...
Τώρα, νεκρό στον άμμο μου, θα σε θυμούνται τάχα;...

Εμαραθήκανε για μας του κόσμου οι πρασινάδες.
Εσένα σ εξερρίζωσε το κύμα στην οργή του,
εμέ μου τρώγουν την καρδιά αχόρταγες ελπίδες.
Να ῾ξερες πώς τές έτρεφα! Και τώρα μία μία
μαραίνονται και πέφτουνε σα φύλλα το χειμώνα.


Επάνω


Η Φυγή

«Τ άλογο! τ άλογο! Ομέρ Βριόνη,
το Σούλι εχούμησε και μας πλακώνει.
Τ άλογο! τ άλογο! ακούς, σουρίζουν
ζεστά τα βόλια τους, μας φοβερίζουν.

»Για ιδές, σα δαίμονες μας πελεκάνε!
Κάτου απ το βράχο τους πώς ροβολάνε!
Δές τα κεφάλια μας, δές τα κουφάρια
κυλάνε ανάκατα σαν να ῾ν λιθάρια.

»Τ άλογο! τ άλογο! Ακούς πώς σκούζουν!
Οι λύκοι φθάσανε, ρυάζονται, γρούζουν.
Άνοιξ η κόλαση και μου ξερνάει
τον μαύρον κόσμο της για να με φάει.

»Βριόνη, πρόφθασε· ακόμη ολίγο,
κι από τα νύχια τους δε θα ξεφύγω.
Τ άλογο!... Γνώρισα τη φουστανέλα
του εχθρού μου τ άσπονδου Λάμπρου Τζαβέλα.

»Δεν τόνε βλέπετε, σα Χάρος φθάνει
ψηλ ανεμίζοντας το γιαταγάνι.
Νιώθω το χέρι του μες στην καρδιά,
που πάει σπαράζοντας τα σωθικά.

»Ανεμοστρόβιλος, θεοποντή,
όλα σα σίφουνας θα καταπιεί.
Το μάτι επάνω μου άγρια στυλώνει,
μαχαίρι δίκοπο μέσα μου χώνει.

»Κρύο το σίδερο χωνεύει, σφάζει.
Ακούτε, ακούτε τον πώς μου φωνάζει.
Νιώθω το χνότο του φωτιά ζεστό,
πόρχετ επάνω μου σα να ῾ναι φιό.

»Τ άλογο! τ άλογο, Ομέρ Βριόνη.
Ο ήλιος έπεσε, νύχτα σιμώνει...
Άστρα, λυτρώστε με· αυτή τη χάρη
ζητάει ο Αλήπασας, πιστό φεγγάρι.»

Εμπρός του στέκεται καμαρωμένο,
μαύρο σαν κόρακας, χρυσά ντυμένο,
άτι αξετίμωτο, φλόγα, φωτιά,
καθάριο αράπικο, το λέν Βοριά.

Χτυπάει το πόδι του, σκάφτει το χώμα,
δαγκάει το σίδερο πόχει στο στόμα.
Ρουθούνια διάπλατα και τεντωμένα
αχνίζουν κόκκινα σαν ματωμένα.

Ακούει τον πόλεμο και χλιμιτάει.
Τ αυτιά του τέντωσε, άγρια τηράει.
Ολόρθ η χήτη του, ολόρθ η ορά,
λυγάει το σώμα του σαν την οχιά.

Σκώνεται λαίμαργο στα πισινά του.
Λάμπουν τα νύχια του, τα πέταλά του.
Λές και δεν έγγιζε κάτου στη γη...
Κρίμα που το ῾θελαν για τη φυγή!...

Ο Λάμπρος το ῾βλεπε κι από τη ζήλεια
κρυφ αναστέναξε, δαγκάει τα χείλια:
«Άτι περήφανο, να σ είχα εγώ,
μέσα στα Γιάννινα ήθελα μπώ».

Ωστόσ ο Αλήπασας, από τον τρόμο,
τα χήτη του άρπαξε, πετάει στον ώμο...
Σα βόλι γλήγορο, σαν αστραπή,
το άτι χάθηκε με τον Αλή.

Φεύγουνε, φεύγουνε! Δίκαιη κατάρα!
Τους εκυνήγαε αχνή τρομάρα·
νύχτα κατάμαυρη και συγνεφιά
γύρω τους στέκονται για συντροφιά.

Λόγκους περάσανε, χαντάκια μύρια.
Αίματα στάζουνε τα φτερνιστήρια·
αφρούς σα θάλασσα τ άλογο χύνει,
σκιάζεται ο Αλήπασας, καιρό δε δίνει.

Καθώς διαβαίνουνε, τρίζει ένα ξύλο,
φυσάει ο άνεμος, πέφτει ένα φύλλο,
πουλάκι επέταξε, φεύγει ζαρκάδι,
νεράκι πότρεχε μες στο λαγκάδι·

όλα ο Αλήπασας, όλα τρομάζει,
κρύος ο ίδρωτας βρύση του στάζει.
Τ άλογο αυτιάζεται, δεν ανασαίνει,
τα πόδια εστύλωσε, λύκος διαβαίνει,

και κειός τα δάχτυλα σφίγγει στη σέλα,
τα μάτια του έβλεπαν παντού Τζαβέλα.
Παντού του φαίνονται πώς είν κρυμμένα
σπαθιά που λάμπανε ξεγυμνωμένα.

Μακριά τα γένια του, άσπρα σα χιόνι,
τα παίρνει ο άνεμος, σκόρπια τ απλώνει
εμπρός στο στόμα του και στο λαιμό,
λες και τον έχουνε για πινιμό.

Καθώς τα κύματα με τη νοτιά
τη νύχτα χάνονται στη σκοτεινιά,
και δεν χωρίζουνε παρά οι αφροί των
ψηλά που ασπρίζουνε στην κορυφή των,

έτσι και τ άλογο κείνο το βράδυ
σαν κύμα διάβαινε μες στο σκοτάδι,
κύμα ολοφούσκωτο και σκοτεινό,
πόχει τ Αλήπασα τα γένια αφρό.

Φεύγουνε, φεύγουνε! Πάντα τρεχάτοι.
Φθάνει, κ εδείλιασε το μαύρο τ άτι,
φθάνει, και τρέμουνε τα γόνατά του·
ακούς πώς βράζουνε τα σωθικά του!

Λυσσάει ο Αλήπασας και βλαστημά.
Το φτερνιστήρι του χώνει βαθιά.
Το άτι φούσκωσε, βαριά μουγκρίζει,
δίνει ένα πήδημα και γονατίζει.

Η καρδιά μέσα του χτυπάει σφυρί,
τ αυτιά του γέρνουνε, πέφτει στη γη.
Σπαράζει, ανδρειεύεται και ροχαλιάζει,
απ τα ρουθούνια του το αίμα στάζει.

K εκεί που τ άλογο ψυχομαχάει,
βουβός στη λύσσα του ο Αλής τηράει,
τηράει ανήσυχος, αχνός, να ιδεί.
Τ αυτιά του ετέντωσε ν ακουρμαστεί.

Ακόμα σκιάζεται του εχθρού τα βόλια,
και αρπάζει τρέμοντας τα δυο πιστόλια.
Τ άτι το δύστυχο δίπλα στο χώμα
χτυπιέται, δέρνεται, βογκάει ακόμα,

και δεν τον άφηνε καλά ν ακούσει
αν κείν οι δαίμονες τον κυνηγούσι.
Άφριασ ο Αλήπασας, καίετ, ανάφτει,
τα βόλια τόφτεψε μες στο ριζαύτι.

Τ άτι εταράχτηκε σαν το στοιχειό
και μ ένα μούγκρισμα μένει νεκρό.
Το μάτι ακίνητο και καρφωμένο
έμειν επάνω του θολό, σβημένο.

Ακούει πατήματα, φωνές πολλές...
Άχ, τον επρόδωκαν οι πιστολιές!
Σιμώνει ο θόρυβος, το αίμα του πήζει,
έπιασε τ άλογο για μετερίζι.

Γιομίζει τ άρματα, και στο μαχαίρι
σιγά και τρέμοντας ρίχνει το χέρι.
Ακούει που φώναζαν «Βιζίρη Αλή».
K εκείνος έλιωνε σαν το κερί.

Πάλε φωνάζουνε! Κάθε φορά
ακούετ ο θόρυβος πλέον σιμά.
Το μάτι ολάνοιχτο ο Αλής καρφώνει:
«Βοήθα με,» φώναξε, «Ομέρ Βριόνη!»

Έτσι ο Αλήπασας κυνηγημένος
μπαίνει στα Γιάννινα σαν πεθαμένος.
Όσο κι αν έζησεν, η φουστανέλα
του Λάμπρου τόστεκε στα μάτια φέλα.


Επάνω


Ο Γώγος (1812)

Ο ήλιος εβασίλευε. - Το Σούλι ερημωμένο
από μαχαίρι και φωτιά, λησμονημένος τάφος,
μένει βουβό και καρτερεί.- Έζωνε τα πλευρά του
η καταχνιά κατάλευκη, λιβάνι στη θανή του.
Περήφανη στη δόξα της επάνωθέ του η Κιάφα
το φοβερό της μέτωπο στεφανωμένο δείχνει
μες της ημέρας πόφευγε την ύστερην αχτίδα,
ωσάν λαμπάδα νεκρική που φώτιζε αναμμένη
από το χέρι του Θεού, του Σαμουήλ το μνήμα.

Στής Πάργας τα ψηλώματα χιλιάδες κυπαρίσσια
στέκουν ολόρθα να θωρούν την ερημιά τριγύρω.
Παντού νεκρίλα, σιωπή... κατέβαινεν η νύχτα...
Περίλυπο και τ ουρανού το γαλανό το μάτι
ολίγ ολίγο ενύσταζε, και τότ εκειά τα δένδρα
εφάνταζαν από μακρά, το ῾να σιμ από τ άλλο
στ απέραντά του βλέφαρα τα μυριοδακρυσμένα,
σαν μελανά ματόκλαδα... Πάργα, καημένη Πάργα!

Μαυρολογούσ από μακρά, σαρακοφαγωμένη,
πανέρημ η Νικόπολη, χορταριασμένη, κούφια.
Την έχτισ ένας τύραννος, κι άλλος σκληρότερός του,
ο Χρόνος, την εχάλασε. Καταραμένα χέρια
ξεγύμνωσαν τα μνήματα και με τα μάρμαρά τους
την εθεμέλιωσαν εκεί. Του Χάρου το φαρμάκι
έσταξε μες στα σπλάγχνα της κ έμεινε παντα στείρα.
Όσες φορές επάτησα τα σκόρπια κόκαλά της
ένιωσα π ανατρίχιαζα μέσα στα φυλλοκάρδια,
κ είπα να μένουν άταφα, για να θυμάται ο κόσμος
ότι το δένδρο της σκλαβιάς δε ζει στα χώματά μας.

Εδώθε φεύγει ο λογισμός με φρίκη, με τρομάρα,
κ ευρίσκει άλλα χαλάσματα στου Δημουλά τον Πύργο...
Μια φούχτα πέτρες καταγής!... Γονάτισε, διαβάτη,
εμπρός σ αυτό το κόνισμα και ρίξ ένα τρισάγιο!
Πάρ ένα φύλλο απ τον κισσό, που τόχει αγκαλιασμένο
και κρέμασε το φυλαχτό στον κόρφο του παιδιού σου.
Θα του στοιχειώσει την καρδιά, να γένει ανδρειωμένο.
Κοίταξε!... ακόμ αχνίζουνε, ζεστά, φωτοκαμένα,
τα φοβερά του απάσβεστα, λες κ η ψυχή της Δέσπως
έμειν εκεί και τα κρατεί να πολεμήσει ακόμα.
Στην έρμη την Νικόπολη ρυάζονται νυχτοπούλια,
κ εδώ φωλιάζουν αϊτοί... Γονάτισε, διαβάτη!

Λαχτάριζεν η Πρέβεζα στ Αλήπασα τα νύχια·
ουδέ να κλάψει δεν τολμά στο μνήμα του Γαβόρη.
Ασπροβολούν οι Πύργοι της στου Κόρφου της το στόμα
σα φοβερά σκυλόδοντα σ άγρια κατακλείδια,
έτοιμα να δαγκάσουνε γι αγάπη του Βιζίρη.

Τρέχει θολό κι αγνώριστο του Λούρου το ποτάμι,
όπου σταλάζει μυστικά το δάκρυ της Ηπείρου.
Ο γέρο-Πίνδος κάτασπρος και παντ ανδρειωμένος
πέτεται με τα χιόνια του και με την κλεφτουριά του·
στον ήλιο που βασίλευε, το μάτι του στυλώνει
και λέγει στ άστρο τ ουρανού: Έκεί που πάς να δύσεις
αν σ ερωτήσουνε για με, να πεις πώς δεν πεθαίνω.»

Μέσα σε τόση δυστυχιά, μέσα σε τόσα κάλλη,
εκεί π ανθίζουν οι μυρτιές και πρασινίζ η δάφνη,
όπου τ αηδόνια κελαδούν και το χλωρό χορτάρι
κρύβει στην πρασινάδα του τη γύμνια και τη φτώχια,
σ αυτήν την ώρα την γλυκιά, που της ζωής ο σπόρος
φυτρώνει ακαταδάμαστος, κι ο κόσμος μεθυσμένος
χορταίνει ελπίδες και χαρά, κι αγάπη και γλυκάδα...
σ ένα λαγκάδι σκοτεινό εφάνηκ ένας όφις,
που ῾χε τα λέπια της οχιάς, τ αστρίτη το φαρμάκι,
την ασχημάδα του σκορπιού και την ψυχή του λύκου,
οργή, κατάρα θεϊκή, ο Γώγος ο προδότης.


Επάνω


Ο Καλογιάννος

Ιωάννη Βαλαωρίτη
τω γλυκυτάτω μου υιώ


Μη με ρωτάς πούθ έρχομαι, μη με ρωτάς που τρέχω·
πατρίδα εγώ δεν έχω
παρά του βάτου τ άγριο, τ αγκαθερό κλαρί·
με δέρνει τ ανεμόβροχο, είμαι φτωχό πουλί.
Ο λόγκος το παλάτι μου, και βιό μου είν η χαρά·
πετώ, κορνιάζω ξέγνοιαστος όσο ῾χω τα φτερά.

Λίγη δροσούλα τ ουρανού τ ακούραστο λαρύγγι
μου το ξεφρύγει, όταν διψώ, και ζώ μ ένα μυρμήγκι.
Ξυπνώ το γλυκοχάραμα· του ήλιου την αχτίδα
φορώ μαλαμοκέντητη βασιλική χλαμύδα
κι αρχίζω το τραγούδι μου. Στα σύγνεφ ανεμίζει
περήφανος σταυραϊτός, τον κόσμο φοβερίζει,
κ εγώ τον βλέπω και γελώ... Δεν του φθονώ την τύχη,
ούτε με σκιάζει τ άσπλαγχνο, το φοβερό του νύχι,
γιατί δεν καταδέχεται μ εμένα να χορτάσει
θεριό που προς τη δόξα του βρίσκει στενή την πλάση.
Το κράζουν αυτοκράτορα... του φόρεσαν κορόνα,
μας το ῾πλασαν δικέφαλο... του γράφουν την εικόνα...
Στη μια τη φούχτα να κρατεί χρυσή του δίνουν σφαίρα,
στην άλλη του γυμνό σπαθί... κ επήρε ο νους του αγέρα!

Το πρώτο του φθινόπωρου που φαίνεται λουλούδι
είν η ξανθή μου κυκλαμιά. Εγώ με το τραγούδι
την ανακράζω από ψηλά, κ εκείνη στη φωνή μου
γοργά προβαίνει ολόχαρη. Πιστόν προξενητή μου
το πρωτοβρόχι δέχεται στο φτωχικό κρεβάτι
και δείχνεται στο φίλο της εντροπαλή, δροσάτη...
Δεν σε ζηλεύω σταυραϊτέ! Του πριναριού μου η μάζα
αξίζει την κορόνα σου και τα χρυσά τσαπράζα.
Δεν ανεβαίνω σαν εσέ και σαν εσέ δεν πέφτω
στην αρπαγή, στο σκοτωμό, κι άλλο ποτέ δεν κλέφτω
παρά με το τραγούδι μου καμιά καρδιά καμένη.
Εσέ σε βάφουν αίματα, εμέ η δροσιά με πλένει.
Ζώ με τα φύλλα τα χλωρά, με τ άνθη θα πεθάνω,
κι αφήνω χωρίς κλάματα τον κόσμο αυτόν τον πλάνο.

Μια μόνη αγιάτρευτη πληγή έχω βαθιά κρυμμένη
στην άκακή μου την καρδιά, και κάποτε πικραίνει,
διαβάτη, αυτή μου τη χαρά...
είχ αγαπήσει μία φορά
στο πρώτο το ταξίδι μου μια καλογιαννοπούλα,
γκόλφι του λόγκου ατίμητο, και σαν εμέ φτωχούλα.
Σ ένα κλαρί παράμερο, μακρά από κάθε μάτι,
εγώ κ εκείνη εστήσαμε το νυφικό κρεβάτι,
και με τραγούδια αδιάκοπα και με τον έρωτά μας
κρυφά κρυφά αναθρέφαμε, διαβάτη, τα παιδιά μας.
Μια νύχτα που την έσφιγγα γλυκά με τα φτερά μου
κ ένιωθα μου λαχτάριζε στη φλογερή αγκαλιά μου,
ακούω που τρέμει το κλαρί και βλέπω έναν αστρίτη
που κοίταζε να καταπιεί το φτωχικό μας σπίτι.
Τα μάτια που μου κάρφωσε στην όψη το θερίο,
η γλώσσα του η διχαλωτή, το χνότο του το κρύο,
διαβάτη, μ εμαρμάρωσαν... εσβήστηκα... δεν είδα
τη φοβερή μας τη σφαγή... Στην πρώτην την αχτίδα
του ήλιου, που μ επύρωσε, ξυπνώ στη γη ριμμένο...
Μου λείπαν όλα τα παιδιά... βαρύ, κουλουριασμένο
το σερπετό εκοιμότουνε μες στη φωλιά χορτάτο
κ η μάνα ετοιμοθάνατη, που σπάραζε στο βάτο,
είχε τη σάρκα ολάνοιχτη... Ορμώ, την αγκαλιάζω·
του κάκου σκούζω, δέρνομαι· του κάκου τήνε κράζω...
K εκεί που της εμάλαζα τα ξεσχισμένα στήθη,
διαβάτη μου, το αίμα της στην τραχηλιά μου εχύθη.
Κι από τα τότε μόμεινε μες στην καρδιά η πικράδα
και στο λαιμό παντοτινά γραμμένη ή κοκκινάδα...

Αλλά... δε θέλω κλάματα· μακρά από μένα ο πόνος.
Βασιλικό παλάτι μου είναι τ αράμνου ο κλώνος
και βιό μου είν η χαρά.
Θέλω να ζήσω ξέγνοιαστος όσο ῾χω τα φτερά.


Επάνω


Προς την υπό λαίλαπος δεινής κρημνισθείσαν στήλην του Ολυμπίου Διός

Σβήνοντ αστέρια φλογερά μες στου ουρανού τα βάθη·
εμπρός μου ακλόνητο βουνό εσάλεψε κ εχάθη
μες στου πελάου το βάραγγα... Κι ωστόσο είχα πιστέψει
ότι δεν θα ῾τον αρκετή για να σε καταστρέψει
της μοίρας όλ η δύναμις... Αγαπητό μου χτίριο,
λησμονημένης γενεάς άταφο μεγαθήριο!
Δέξου το μοιρολόγι μου...
Όταν σε βλέπω, κλαίω...
Σα να ῾σουν ραχοκόκαλο προκατακλυσμιαίο
οι χρόνοι σ εξεκλείδωσαν, και κάθε σου σφοντύλι
τώρα στο χώμα σέπεται και το πατούν οι σκύλοι...
Ακατανόητος θυμός, οργή Θεού, κατάρα!...
να ῾ρχονται παντ ανέλπιστες βροντές, σεισμός, αντάρα
ό,τι κι αν έχομε ψηλό, θεόρατο, μεγάλο,
να μας το ρίχνουν καταγής το ῾να σιμ από τ άλλο!

Ποιός δε φθονεί τη μοίρα σου! Σκέλεθρο χαλασμένο
να μένει ολόρθο είν άσχημο· καλύτερα γειρμένο!
Άμετρες είδες γενεές να λάμψουν, να γεράσουν,
να λιώσουνε σαν το κερί... Βαρβάρους να περάσουν
σα σίφουνας κατάμαυρος... Άκουσες το σφυρί τους
να σού συντρίβει το κορμί... ένιωσες την πνοή τους
επάνωθέ σου να διαβεί και να σε κιτρινίσει
σα φύλλο π άσπλαγχνος βοριάς περνώντας έχει ψήσει.
Ύστερα... νύχτα φοβερή, κρυφό χτικιό, νεκρίλα,
γεράματ, αποκάρωμα και φράγκικη σαπίλα.

Περνά κι αυτό τ ανάθεμα, διαβαίν η λέπρα, η ψώρα,
κ ευθύς επλάκωσ άλλο φιό την έρημή σου χώρα·
την όργωσαν κατάσαρκα τα τούρκικα λεπίδια
κ είδες παντού τη σάρκα της να σέρνεται κοψίδια.
Πόλεμος ατελείωτος για τετρακόσιους χρόνους
με πείνα, με ξεκλήρισμα, με σίδερα, με πόνους·
φωτιά παντού και θέρισμα... Μια μέρα το δρεπάνι
του Χάρου σαν κ εστόμωσε... είπε κ εκείνο «φθάνει!»
Ο κόσμος εξανάσανε... Να ῾θε βαστάξει ακόμα,
χίλιες φορές καλύτερα. Έμαθ αυτό το χώμα
να το ποτίζουν αίματα, κι όταν διψά στειρεύει...
Ολόγυρά σου κοίταξε... δε βλέπεις;... τι δε ρεύει;...

Κι ωστόσο συ δεν έπεσες! Ολόρθο κυπαρίσσι
τα μνήματά μας να τηράς η μοίρα σ είχε αφήσει.
Οι χρόνοι εφεύγαν φτερωτοί κ η νεκρική ευμορφιά σου
έμενε παντοτ άφθαρτη... Μια μέρα εκεί σιμά σου
ακούστηκε άγριος σάλαγος... Στερνή ταπεινοσύνη,
αλλόκοτη, ανυπόφορη σόμελλε να ῾ν εκείνη...
Επάνω στ αντικέφαλο μιας άλλης αδερφής σου
κόσμος μυρμήγκιαζε πολύς στα χείλη της αβύσσου
και με φωνές, μ αλαλαγμούς ανεβοκατεβαίνουν
σφελάγγια αγεροκρέμαστα, στ αγώγι τους πεθαίνουν
και στον βαρύ τον κάματο... Σκοτίδιασε, νυχτώνει...
Σκορπούν οι αλιτήριοι... Χαράζει, ξημερώνει...
K εκεί π όταν εδιάβαινε στο φλογερό του δρόμο
ο ήλιος μας εστύλωνε το μάτι του με τρόμο,
είδες εκεί, μαυρόμοιρη, σιχαμερό σκουλήκι,
αγνώριστο παράλλαμα, την πέτρινή του θήκη,
σκλαβιάς σημάδι φοβερό, εμπρός σου έναν δερβίση
μισουρανίς να χτίσει!...

Είχε σημάν η ώρα σου. Στ άγριο πέρασμά του
μια νύχτα σ έσπρωξε ο βοριάς με τα πλατιά φτερά του
κι όλη σ εσώριασε στη γη... Σκέλεθρο χαλασμένο
να μεν ολόρθο είν άσχημο, καλύτερα γειρμένο...


Επάνω


Φωτεινός

Άσμα Πρώτον.
Φωτεινός ο Ζευγολάτης [απόσπασμα]


- Πάρ ένα σβώλο, Μήτρο,
και διώξ εκείνα τα σκυλιά, που μου χαλούν το φύτρο.
Ο χερουλάτης έφαγε τ άχαρα δάχτυλά μου
και στην αλετροπόδα μου ελυώσαν τα ήπατά μου.
Δυό μήνες έρρεψα εδεδώ, εσάπισα στη νώπη
μ αρρώστια, με γεράματα! Βάσανα, νήστεια, κόποι
γι αυτό το έρμο το ψωμί! Και τώρα που προβαίνει
σγουρό, χολάτο από τη γη, που πριν το φάν χορταίνει
τα λιμασμένα μου παιδιά, να το πατούν εμπρός μου
με τόση απίστευτη απονιά οι δυνατοί του κόσμου!...
Εξέχασες και δε μ ακούς;... εσένα κράζω, Μήτρο,
διώξε, σού λέγω, τα σκυλιά, που μου χαλούν το φύτρο...

- Είναι του Ρήγα, δεν κοτώ... Για κύτταξ εκεί πέρα
να ιδής· τι θρώς που γίνεται, τι χλαλοή, πατέρα!

- Τι Ρήγας, τι Ρηγόπουλα! είν ο καινούριος κύρης,
που πλάκωσε με ξένο βιό να γένη νοικοκύρης.
Παληόφραγκοι, που πέφτουνε σαν όρνια στα ψοφίμια,
εκείνοι παντα κυνηγοί και παντα εμείς αγρίμια.
Και συ τους τρέμεις, βούβαλε! Παιδί μες στη φωτιά σου,
που τρίβεις στουρναρόπετρα μ αυτά τα δάχτυλά σου,
πώχεις τετράδιπλα νεφρά και ριζιμιό στα στήθια,
τους βλέπεις και σε σκιάζουνε! Ο δούλος, είν αλήθεια,
λίπο ποτάζει μοναχά, ψυχή κ αίμα δεν έχει.

[...]

Ολόρθος μένει ο γέροντας, θολός στο πάτημά του,
και καρτερεί το σίφουνα, που μούγκριζ εμπροστά μου.
Κάτασπρο το κεφάλι του, πυκνό, μακρύ το γένι
στα λιοκαμμένα στήθια του αφράτο καταιβαίνει
σαν ανθισμένη αγράμπελη, που πέφτει από κοτρώνι·
του χρόνου τ άσπλαγχνο γενί και της σκλαβιάς οι πόνοι
το μέτωπό του αυλάκωσαν, του τώχαν κατακόψει.
Ο ήλιος του φθινόπωρου του ρόδιζε την όψη
ετύλλωνε τη φλέβα του, του πύρωνε τα χείλη
σαν κάποιος να ξεφτύλιζε, ν άναβε το καντήλι
της συντριμμένης του ζωής κ έρριχνε στην καρδιά του
της νιότης όλον τον θυμό και τα παληά όνειρά του.
Ξένος ζυγός δεν έγυρε του Φωτεινού την πλάτη.
Γι αυτόν, για τους συντρόφους του, τα Σταυρωτά κ η Ελάτη
ήσαν λημέρια απάτητα κ εκείθ ερροβολούσαν
και κάθ εχτρό, που φύτρωνε, την νύχτα επελεκούσαν.
Το ρέμμα του Σαρακηνού, τ άγριο Δημοσάρι
χίλιες φορές το χόρτασε με φράγκικο κουφάρι
κ ήταν σωρό τα κόκκαλα, που στην Κουφή Λαγκάδα
και στη Νεράιδα ασπρίζουνε γυμνά στην πρασινάδα.
Μόνος ακόμ απόμενε. Το Γήταυρο, τον Πάλα,
το Διγενή, το Ρουπακιά, τους έφαγε η κρεμάλα,
κι άλλους εσύντριψε ο τροχός. Μια μέρα στο χορτάρι
μ έναν παληόν παληκαρά, το γέρο το Θειοχάρη,
ετρώγαν ένα λιάνωμα κ ερώτησε την πλάτη.
Κανείς ποτέ δεν έμαθε τι ξάνοιξε το μάτι
πάνου σ αυτό το κόκκαλο, κ ευθύς του λέει: - «Πατέρα,
μου δίνεις την Αργύρω σου;» – την είχε θυγατέρα
ο προεστός μονάκριβη και πολυγυρεμμένη.
«Να ῾ναι, παιδί μου, ώρα καλή και τρισευλογημένη!»

Και τώδωσε το χέρι του και την ευχή του ο γέρος.
Από τα τότε ημέρεψε. Είχεν αρχίσει ο θέρος
κ εζήλεψε χερόβολα κι αθεμωνιές κι αλώνι.
Είδε οι καιροί που ῾σαν κακοί, φαρμακεμέν οι χρόνοι,
ολόγυρά του συγνεφιά... Χίλιων λογιών θερία
εξέσχισαν το γένος του και παντοχή καμμία.
Συντρίμματα και χαλασμοί. Γαύρα παντού και λύσσα!
Κανένα γλυκοχάραμμα, νύχτα, σκοτάδι πίσσα.
Αρνήθηκε την κλεφτουριά, τα φλογερά όνειρά της
κ έγινε ζευγολάτης.

Κι ο καταρράχτης του βουνού αντί με τ άρματά του
πέτεται με τα σύνεργα, με τα καματερά του.
Ήθελε βόιδια κάτασπρα, μεγάλα, τραχηλάτα,
να ῾ναι στεφανοκέρατα, κοντόσφαγα, κοιλάτα.
Τ αλέτρι σύμμετρο, βαρύ. Τα ξύλα του κομμένα
πάντα, σε χάση φεγγαριού, δεν είχανε κανένα
ποτέ τους ρόζο η σκεύρωμα. Ήθελ από πρινάρι
το χερουλάτη, τα φτερά, τον κέρο, το σταβάρι·
ζυγό και σπάθη από φτελιά. K ήθελ από αγριλίδα
να ῾ναι χυτές οι ζεύλες του. Μόνο ψωμί του, ελπίδα
ήτανε το ζευγάρι του. Μόνη κυρά του αφέντρα
στα χέρια του η βουκέντρα.

Γέροντα τον ελάτρευε παντα κρυφά η Λευκάδα,
τον είχε πολεμάρχο της, χωρίς να πάρη αχνάδα
ξένος κανείς του μυστικού. Κι όταν ο ζευγολάτης
μέσα σε κόσμο επρόβαινε, μεριάζαν τα παιδιά της
κ επροσκυνούσαν ξήσκεπα, τον είχε βασιλιά του
φτωχός, πανόρφανος λαός και τ άσπρα τα μαλλιά του
στο μέτωπό του ελάμπανε το βαρυπληγωμένο
ωσάν κορώνα ατίμητη, σα φλάμπουρο υψωμένο.
Πάνου σ αυτό το είδωλο, σ αυτόν τον ασπρομάλλη
ακράτητη όλ η φράγκικη ορμούσε ανεμοζάλη
κ εκείνος μένει ασάλευτος σα βράχος που προσμένει
στα στήθια του τα ολόγυμνά τη θάλασσα ωργισμένη.
[...]

- K εγώ, σκουλήκι αγνώριστο, ο Τζώρτζης ο Γρατζιάνος,
αφέντης σου παντοτινός, τύραγνος, άρχοντάς σου.
Αυτό το χώμα, που πατώ, οι πέτρες, τα νερά σου,
ήμερο κι άγριο κλαρί, τ αγέρι σου, η ψυχή σου,
τα ζωντανά σου, τα παιδιά, το αίμα σου, η τιμή σου,
όλα δικά μου, μάθε το. Βουνού και λόγγου αγρίμι
είτ έχει τρίχα, είτε φτερό, σιχαμερό ψοφήμι,
το διαβατάρικο πουλί σ εμέ μονάχ ανήκει
κι αξίζει το κεφάλι σου λαγόπουλο η περδίκι.
Γι αυτ όθε θέλω θα περνώ κ εγώ και τα σκυλιά μου,
τίποτε δεν ορίζετε κ είναι κι αυτή σπορά μου.
Κι ουτ άλλη τύχη αξίζετε. Γενιά καταραμένη,
δειλή, κακογεράματη, στον κόσμο ακόμα μένει
για να πομπεύη τώνομα και την κληρονομιά της!

Και στα στερνά τα λόγια του ένοιωσε ο ζευγολάτης
ότι ένα δάκρυ ενότιζε τ ασπράδι του ματιού του
κι ολόρθες αναδεύοντο οι τρίχες του κορμιού του.

- Αν εξεράθη το κλαρί, παντα χλωρή είν η ρίζα
και μένει παντα ζωντανό η ρόδι φάγ η βρίζα
αυτό το βόιδι το μανό, π όσο βαθειά ρουχνίζει
τόσο εύκολα μυγιάζεται κι ανεμοστροβιλίζει
και που το κράζουνε Λαό. Θα σπάση το καρίκι
και θα προβάλη με φτερά μία μέρα το σκουλήκι.
Τότε, πουλί το σερπετό, ποιος ξέρει που θα φτάση!...

- Δείξε μου αυτό το λείψανο, που θα βρυκολακιάση.
- Εγώ... ο φτωχός, ο Φωτεινός, ο γέρος, ο ξεσκλιάρης,
που ρίχνω εδώ το σπόρο μου για να μου τόνε πάρης,
εγώ, που με τον ίδρωτα τα χώματα ζυμώνω
για να τρώγη άλλος το ψωμί, που τρέχω και κεντρώνω
την αγριλίδα του βουνού και που δεν έχω λάδι
ν ανάφτω το καντήλι μου και ζώ μέσα στον άδη·
εγώ, που με τα νύχια μου αναποδογυρίζω
το λόγγο και τα ριζιμιά, για να σας τα στολίσω
με κλήματα, που δεν τρυγώ και που ποτέ δεν έχω
λίγο κρασί κεφαλιακό, τη γλώσσα μου να βρέχω·
εγ ο φτωχός ο μυλωνάς, που ζώ σ αιώνια ζάλη
και παίρνω κέρδος, πληρωμή, προσφάγι την πασπάλη,
που δεν ορίζω το παιδί, που παντα ζώ με τρόμο
και που δεν βρίσκω εδώ στη γη για να με κρίνη νόμο·
αυτός, αυτός είν ο Λαός. Τ άψυχο το κουφάρι
αυτό ῾ναι το καματερό, το ψόφιο το κριάρι...
Μη ρίξης άλλο φόρτωμα στην έρμη του την πλάτη...

- Συμμάζωξε τη γλώσσα σου τη φιδινή, χωριάτη,
μη μου ξανάφτης τη χολή. Γονάτισε εμπροστά μου
και ζήτησε συγχώρεση για τα λαγωνικά μου...
Δε θές, αντάρτη, δεν ακούς;...

- Kαλύτερα το βρόχο
παρά τα γόνατα στη γη... Άρα-κατάρα τώχω...
Θα ῾φιναν λάκκωμα βαθύ και θα ῾ταν μέγα κρίμα,
τιμή να θάψω κι όνομα μέσα σ αυτό το μνήμα.

- Τώρα θα ιδής, παλληκαρά... Ακούστε με, συντρόφοι,
και μη θυμώστε αν λυπηθώ αυτόν τον άγριον όφι...
Να μας πλερώση τα σκυλιά με τα καματερά του,
και για την τόλμη πώλαβαν τα πέντε δάχτυλά του
να σφεντονίσουν κατ εμάς, εκεί στο χερουλάτη
να συντριφτούν με το σφυρί... Σ αρέσει, ζευγολάτη;

Και δυο σκιάδες πάραυτα ωρμήσανε κι αρπάξαν
τα βόιδια που ῾ταν στο ζυγό. Δυό άλλοι τον αδράξαν
κ εδέσανε το χέρι του στο φοβερό χερούλι
με τη σφεντόνα πωύρανε. Ύστερα με τη σκούλη,
αρχίσαν, του κοντόσπαθου, αργά να πελεκάνε
τ αντρειωμένα δάχτυλα και να περιγελάνε.
Όλο τ αλέτρι εβάφηκε· το μαύρο το παιδί του
στο χώμα δίπλα εμούγκριζε, σαν να ῾βγαινε η ψυχή του.
K εκειός ο γέρο δράκοντας χωρίς ούτε ν αχνίση
εκύτταζε το αίμα του που πότιζε σα βρύση
τη γη του την ταλαίπωρη, και μέσα στην καρδιά του
με μιας αστράφτουν τα παληά τ ανδραγαθήματά του,
κ εσπιθοβόλησε στο νου χρυσόφτερ η ελπίδα
με τη δική του εκδίκηση να σώση την πατρίδα.

Το Φραγκολόγι εσκόρπισε βουβό κ εντροπιασμένο
κι αφίνει εκεί το Φωτεινό στ αλέτρι του δεμένο.

* * *
Άσμα Δεύτερον
[απόσπασμα]

Φωλιάζουν οι σταυραϊτοί στου βράχου τα στεφάνια,
εφώλιασε κι ο Φωτεινός στον εγκρεμό του Κόντρου.
Τέσσαροι τοίχοι κάτασπροι, ο κάτοικας, τ αχούρι,
η μάντρα για τα πρόβατα, μια δεκαριά κυβέρτια,
πλατύς, καθάριος οβορός, ζωσμένος διπλολίθι,
όπου επρασίνιζε πυκνός ο νύλακας, το μύρτο,
τ αγιόκλημα, η μελετινή, κι όπου άπλωνε ένας φράξος
τα δροσερά κλωνάρια του σφιχτά περιπλεγμένα
μ ένα φτακοίλι καρπερό και μ ένα βοϊδομάτη:
είν το βασίλειο του φτωχού. Τ άρεσε παντα εκείθε
να χαίρεται τη θάλασσα, π όσο πλατύτερ είναι
τόσο σού κλέφτει την καρδιά, τόσο το νου σου πνίγει.
Την έβλεπε χίλιες μορφές ν αλλάζει, χίλιες όψες,
πότε να γλείφει το γιαλό, προσκυνημένη δούλα,
και πότε να τον μάχεται, τρελή, ξεστηθωμένη,
μ ανεμοσκόρπιστα μαλλιά και μ αφρισμένο στόμα.
K ήταν η έρμη Ελληνική! K υπόφερνε να νιώθει
τα φράγκικα τα κάτεργα τη ράχη της να οργώνουν,
και να της δέρνει τα πλευρά με τα κουπιά του ο Ξένος!

Ήρθε στην Κόκκινη Εκκλησιά, εξήντα χρόνους πίσω,
ένας σοφός καλόγερος φευγάτος απ την Πόλη
κι έμειν εκεί κι ασκήτευσε. Τον έκραζαν Νικήτα.
Ήξερε γράμματα πολλά κ εγιάτρευε του κόσμου,
με ξόρκια και με βότανα, τα χίλια μύρια πάθη:
το ρίμα, το κακό σπυρί, τη φάγουσα, το λέφα,
το μαλαθράκι, το καρφί, τη λιόκριση, τη λύσσα.
Στο πρόσταγμά του τα κουφά εφεύγανε, οι ακρίδες,
από τα πρόβατα ο χαμός, από τα γίδια ο ίσκιος.
Τον ελατρεύαν τα χωριά, κι ο Φωτεινός - οπού ῾ταν
στο μοναστήρι δόκιμος και τον ακολουθούσε
όταν τον έστελναν να βγεί για διακονιά τριγύρω -
έμαθε λίγο διάβασμα κι άκουσε κ ιστορίες
από τον άγιον ασκητή, που του ῾χανε κεντήσει
το λογισμό του τον οκνό και τη σκουριά ξεπλύναν
οπού έτρωγε κάθε καρδιά σ αυτά τα στείρα χρόνια.

Εκείνος του ῾πε, μια φορά που βρέθηκαν μονάχοι
να κάθονται απολείτουργα στο πέτρινο πεζούλι
του Άι-Λιά στην Εγκλουβή, την περασμένη δόξα
και τ άμετρα τα βάσανα του δύστυχου του Γένους.

Του ῾πε το πώς, ανάμεσα σε τρίβολα κι αγκάθια,
μια μέρα εθέλησε ο Θεός να σπείρει ένα λουλούδι
οπού ῾χε χίλιες ομορφιές και χίλιες ευωδίες,
κι όπου, όταν εμεγάλωσε κι επρόβαλε δροσάτο,
δεύτερος ήλιος έλαμψε, και την ψυχή του κόσμου,
π ούτε δεν είχε ανάκαρα κρυφά ν αναστενάζει,
τη ζέστανε, τη στόλισε μ ακούραστα φτερούγια,
την έμαθε πώς να πετά. Και το λουλούδι εκείνο,
πόπρεπε να ῾ν αμάραντο, το βάφτισεν Ελλάδα.
Του ῾π ότ εκείν η θάλασσα η φραγκοπατημένη
είχε ρουφήξει λαίμαργα τ ανθρώπινα κοπάδια
που μ έναν Ξέρξη βασιλιά εχύθηκαν να φάνε
τ αστάλωτο το λούλουδο· τ ακολουθούσε νύχτα,
ύπνος, νεκρίλα, σίδερα - κ εγλίτωσε τον κόσμο.
Του ῾πε πώς εξεφύτρωσαν αδελφικές αμάχες
που εφτείραν σάρκα και ψυχή και πώς εμπήκε σφήνα
στου δέντρου την πεντάνοιχτη τη χαραμάδα ο Ξένος
κι άνοιξε αγιάτρευτη τομή για να μπορεί καθένας
να μπήγει το πελέκι του και να χωρίζει σχίζες.
Τόδειξ εκεί παράμερά τη Σάλτενη, τον Κόρφο,
και του ῾πε πώς εσμίξανε και πώς κριαρωθήκαν,
μέσα σ αυτό το στένωμα, για τη σκλαβιά του κόσμου,
δυο πολεμάρχοι φοβεροί· και πώς ο νικημένος,
από δυο λάμψες πόβλεπε ν αστράφτουν εμπροστά του -
της Κλεοπάτρας τη ματιά κ ένα μεγάλο θρόνο -,
εδιάλεξε την ομορφιά κ εσβήστηκε μαζί της.
Και του ῾πε πώς ο νικητής για να φυλάξει παντα
τη δόξα του ολοζώντανη και τη χρυσή του μοίρα,
εξεθεμέλιωσε σκληρά χώρες, χωριά και τάφους,
κ έχτισε τη Νικόπολη, κουφάρι με κουφάρια,
σύντριμμα με συντρίμματα, κ ήταν σεισμός ο χτίστης.
Από τα τότ εσκέπασε κάμπους, βουνά και κύμα,
θολούρα μαύρη και πυκνή για τετρακόσους χρόνους.
Σαπίλα κι αποκάρωμα. Κανένας άλλος χτύπος
τον ύπνο δεν εδιάκοψε στ απέραντο το μνήμα,
παρά ροχάλιασμα βαθύ, και τ άσπλαγχνό του χρόνου
το δαγκανάρι π άλεθε τη νεκρωμένη πλάση
κ ετοίμαζε άλλο ζύμωμα με την παλιά τη στάχτη.
Του ῾πε πώς ένας βασιλιάς, ο Μέγας Κωνσταντίνος,
τη πρώτη μέρα πόδραξε στα χέρια την κορώνα,
εξάνοιξ ότι επάνω της, πηχτή πηχτή σαν αίμα,
την εσκοτίδιαζε η σκουριά και θα την έτρωγε όλη
αν δεν της έδιδε βαφή και βάφτισμα και χρίσμα
τη λάμψη της Ανατολής, το φώς του Σταυρωμένου
και του Βοσπόρου τα νερά. Και πάραυτα φυτρώνει,
στο πρόσταγμα του γίγαντα, μες απ τα κύματά μας,
το Κράτος το Βυζαντινό πόζησε χίλια χρόνια,
χωρίς ένα ξανάσασμα, ξεσπαθωμένο παντα
για να κρατεί την άβυσσο που μούγκριζε να πνίξει
την Δύση την αχάριστη. Κι ωστόσο, μίαν αυγή,
Φράγκοι φονιάδες χριστιανοί, με προδοσιά, μ απάτη,
του φόρεσαν τα σίδερα, του σάλεψαν τη ρίζα,
και το κατάκοψαν σκληρά σ αμέτρητες λουρίδες.
Ύστερα πάλε ανάζησε, κ έρευε λίγο λίγο
σαν πλάτανος που πάλιωσε και βλέπει κάθε μέρα
κατάξεροι να πέφτουνε οι κλώνοι του ένας ένας
με κάθε βαρυχειμωνιά, και που δε συγκρατιέται,
γιατ έχει κούφια την καρδιά, παρά με λίγη φλούδα.

Τα γνώριζ όλα ο Φωτεινός κι όταν εκείθ επάνου
ολόγυρά του εκοίταζε κ έβλεπ αυτούς τους τάφους,
όλον αυτόν τον ξεπεσμό, όλην αυτήν την νέκρα,
έμενε σαν παράλυτος· και για να διώξει, ο μαύρος,
την καταχνιά που επλάκωνε την άκακη ψυχή του,
έφευγε τον απέραντο, τον πεθαμένον κόσμο,
κ εγύρευε παρηγοριά στα κατορθώματά του
που ῾ταν ακόμα ζωντανά, κ εστύλωνε το μάτι
μ ανέκφραστη, κρυφή χαρά στου Καλαβρού τα πλάγια,
στη λαγκαδιά της Μέλισσας, στές Σπαθαριές, στον Κάπρο,
στα χίλια τα λημέρια του, και τότε, αναπαμένος,
έριχνε λίγο κρίθινο ψωμί μες στο σακούλι,
έβαν εμπρός τα βόιδια του κ έτρεχε στο χωράφι.

Μέσα δεν είχε χώρισμα ο φτωχικός ο πύργος
κι απ άκρη σ άκρη είν ανοιχτός. Ολόγυρα στον τοίχο
κρέμονται τα δοξάρια του, με το σπαθί μία ζώστρα,
ένα πελέκι σκαλιστό σιδεροστειλιασμένο,
τ ακοίμητο καντήλι του εμπρός σε μίαν εικόνα,
πόδειχνε την Ανάσταση, κ έφερνε κρεμασμένη,
σαν τάμα, σαν προσκύνημα, τη φοβερή σφεντόνα.
Και σκορπισμένα εδώ κ εκεί χίλιων λογιών συγύρια:
αρήλογος, πινακωτή και πλάστης και δρυμόνι·
η ανέμη με τα γνέματα, το τυλιγάδι, η δρούγα,
ο οίκος με τα μάλλινα τα παρδαλά διπλάρια·
και μία κρεμάθα με πυτιές σιμά στον καπνοδόχο,
κι ο λυχνοστάτης στη γωνιά, κ ένας αλατολόγος,
και του φτωχού το χάλκωμα, και λιναροσκουλίδες,
και του γιωργού τα σύνεργα: βουκέντρες, καρπολόγοι,
και δικριάνια ένα σωρό, και δέμα μ αντιράβδια -
και δυο κουλούφια ατάραγα με γέννημα, που οι φίλοι,
μαζί με δυο καματερά, στο ζευγολάτη εστείλαν
όταν έμαθαν το κακό που ανέλπιστα τον ηύρε.
Και, πάνω στα καταχυτά, φωλιές χιλιδονίσες
που δεν επείραζε κανείς, κ εφέρναν κάθε χρόνο
μέσα σ αυτήν την κιβωτό χαρά, ζωή, κ ελπίδες.

* * *
Άσμα Τρίτον
[απόσπασμα]

Δεν είναι κρίμα, στο γιαλό του ποταμού απλωμένο
να σέρνεται το κύμα του θολό, χορταριασμένο,
κι αντί να στεφανώνεται με την ανεμοζάλη
και να κρατεί περήφανο τ ολόξανθο κεφάλι,
να ῾ναι καθρέφτης τ ουρανού, και σαν ελεημοσύνη
στην αρμυρή τη θάλασσα τη γλύκα του να χύνει -
δεν είναι κρίμ, ακίνητο, απ την κορφή στα βάθη
να ῾ναι ντυμένο νεκρικά νεροφακές και ψάθη;...
Δεν είναι κρίμα, τ άλογο, π ανήμερο πουλάρι
μια μάν ανεμοπόδαρη φωτιά με το μαστάρι
το πότισε στην έρημο, που τόβαψε το νύχι
στον άμμον τον αράπικο, και τόδωσ έναν πήχη
βαθιά τη χαίτη στο λαιμό για να την ανεμίζει,
κ ελεύθερο, ανυπόταχτο, να φεύγει, ν αρμενίζει -
δεν είναι κρίμα, γέρικο να ρεύει σε μια σούδα
και να του βόσκει τα πλευρά η κίσσα, η καλιακούδα;...

Του λόγκου τ αγριοδάμαλο, πόμαθε να πληγώνει
τα δέντρα με τα κέρατα, και να ῾χει το πλατόνι
και το καπρί για σύντροφο, την ερημιά κρεβάτι,
το Λούρο, τ Ασπροπόταμο κορύτο, νεροκράτη,
να βρέχει τα ρουθούνια του και να δροσολογιέται,
δεν είναι κρίμα, λιγδερό στ αχούρι να κυλιέται,
ν αναχαράζει βάρυπνο, να το τρυπούν οι ζάθοι,
και να περνά στον κάματο του λιναριού τα πάθη;

Κρίμα δεν είν ο σταυραϊτός, που στα μικρά του νιότα
συνήθιζε μισουρανίς τα φλογερά του χνότα,
τη φοβερή του τη ματιά, να σμίγει με την πύρη
και με τη λάμψη του ηλιού, κι οπού είχε πανηγύρι
να παίζει με τα σύγνεφα και με τ αστροπελέκι -
δεν είναι κρίμα, γέροντας, στο βράχο του να στέκει,
να σέρνει τα φτερούγια του, και να παραμονεύει
πότ ένα φίδι θα διαβεί, να φάγει όταν νηστεύει;...

Δεν είναι κρίμα, δυο στοιχειά, ο Φωτεινός κι ο Φλώρος,
που πεταχτά δρασκέλιζαν από το Μέγα Όρος
ως την κορφή του Σύκαιρου, κι οπού είχανε σεντόνι
τη νύχτα το δροσόπαγο, προσκέφαλο το χιόνι,
π άλλη δε γνώρισαν στρωμνή παρά χλωρά γρυπάρια
ουτ άλλη ελάβαν σκεπαστή παρ άγρια πρινάρια,
τώρα να λέν για πόλεμο και να μιλούν για νίκη
στρωμένοι επάνω στη γωνιά, των Σφακιωτών οι λύκοι;

Γεράματα! Γεράματα! Ποιά θέληση, ποιο χέρι
μες στη λαμπάδα της ζωής φυτεύει τ αγιοκέρι;
Και ποια ποτέ ζευγάρωσεν αγνώριστη θεότης
κρυφά το νεκρολίβανο με τον ανθό της νιότης;
Γιατί τα πρώτα σπάργανα που προφυλάν τα φύτρα,
γιατί να ῾ναι και σάβανα; Μνήμα γιατί ῾ν η μήτρα;...
Αυτός ο άφαντος τροχός, τ ακοίμητο ανεμίδι,
να ῾ναι βαθύ μυστήριο η τυχερό παιγνίδι; ...

.


Επάνω

               Στιχουργήματα (1847) 


Στιχούργημα Α΄ (Ο Κλέφτης) 

I
Καθώς στέκει στην άκρη του βράχου
το γεράκι σαν είν' πεινασμένο,
και κυττάζει με μάτι αναμμένο
μες στα σύγνεφα κάτι να ιδή•

ξετροχίζει τα μαύρα του νύχια,
τα φτερά του τινάζει στ' αέρι,
η καρδιά του ανάφτει και χαίρει,
γιατί αίμα ζεστόν θα να πιή•

έτσι ο Κίτσος στην άκρη του βράχου
στέκει ορθός και τριγύρω κυττάζει.
Πες μου συ, τ' είν' εκείνο που στάζει
απ' τα μάτια του που είναι φωτιά;

Είναι τάχα τς' αυγής η δροσούλαις
που τα μαύρά του βλέφαρα βρέχουν;
Όχι, όχι, στα μάτια του τρέχουν
δάκρυα, δάκρυα και τρέχουν θερμά.

Πες μου συ, τ' είναι εκείνη ή αχνάδα
που το πρόσωπο τώρα σκεπάζει;
Διατί τάχα κρυφά αναστενάζει
και τα δάκρυα σφογγίζει κρυφά;

Κρεμασμένο στους ώμους του είχε
το τουφέκι, το μαύρο τουφέκι.
Το σπαθί του κοιμάται και στέκει
συντροφιά σε πιστόλια χρυσά.

Ρίχτει κάτω το μάτι στον κάμπο,
τον κυττάζει με μάτι αγριωμένο
κι' απ' το στόμα του, που είν' αφρισμένο,
τέτοια λόγια του πέφτουν κρυφά:


II
«Χασσάν, η ώρα εσήμανε. Σαν έβγη το φεγγάρι,
αυτό το μαύρο μου σπαθί θα ελθή και θα σε πάρη.
Η ώρα σου εσήμανε. Το στήθος της Ελένης
με την πνοήν σου, ώ Χασσάν, πλέον δε θα θερμαίνης.
Σού κάμνω όρκον τρομερόν, τ' αυτί σου που τρομάζει
όταν ακούη το σπαθί να κελαδή σαν κράζη,
δεν θα ν' ακούση από σιμά, Χασσάν, δεν θα ν' ακούση
οι κτύποι της καρδίας της γλυκά να κελαδούσι.
Φθάνει για με, δε θέλω πλιά στους λόγγους, στα λαγκάδια
να σέρνωμαι σαν ερπετό! Τα χιόνια, τα σκοτάδια
δεν θέλω πλιά για συντροφιά. Να έχω δεν θέλω στρώμα
πλιό το χορτάρι το ξηρό και το βρεγμένο χώμα...
Φθάνει για με! Φθάνει για με! Και διά σε δεν φθάνει;
Τα δολερά τα χείλη σου ως πότε ώ Χασσάνη,
θα χύνουν το φαρμάκι τους στο στόμα της Ελένης;...
Πόσον καιρόν, αγάπη μου, ελπίζεις και προσμένεις!...
Χασσάν, η ώρα εσήμανε. Σαν έβγη το φεγγάρι
θα έλθη ο Κίτσος τρομερός, θα ελθή και θα σε πάρη.
Εσύ, σπαθί μου φλογερό, κοιμήσου ως το βράδυ
και βάσταζε τη δίψα σου ως να έλθη το σκοτάδι•
πες' τε και σείς πιστόλια μου, πέστ' τε να κοιμηθήτε,
πάρτε δύο βόλια τρομερά κι' απόψε θυμηθήτε!
Ότι το ένα στην καρδιά το θέλω του Χασσάνη
και τ' άλλο στο κεφάλι του• μ' ακούτε! Τώρα φθάνει.»

Τέτοια κάμνει ο Κλέφτης φοβέρα,
όλη μέσα η γλώσσα του βράζει
κι' απ' τα μαύρά του χείλη σταλάζει
εις το χώμα φαρμάκι, χολή.


III
Πέρα εκεί σιμά στην βρύσιν οι συντρόφοι του απλωμένοι
στο απαλό χλωρό χορτάρι, βλέπαν όλοι τρομασμένοι
την πολλήν του Κίτσου αχνάδα, το βαρύ το μέτωπόν του,
και τα δάκρυα που είχαν πέσει απ' τον μαύρον οφθαλμόν του.
Πώς ο Κίτσος που είδε τόσαις κεφαλαίς σ' αίμα να πλέουν,
τόσαις χήραις να φωνάζουν, ορφανά τόσα να κλαίουν
χωρίς δάκρυ ένα να χύση, γιατί τώρα να δακρύζη;
Την καρδιά του τι μαχαίρι, τι σκληρό μαχαίρι σχίζει;


IV
«Αφήστε με να κοιμηθώ, αφήστε με ως το βράδυ
και ελάτε να μου κρίνετε σαν πέση το σκοτάδι.»
Επήγε και ξαπλώθηκε σαν άρρωστο λιοντάρι
εκεί που επρασίνιζε το δροσερό χορτάρι•
πότ' εκοιμήθηκε ήσυχα, να κοιμηθή και τώρα,
τώρα που επλάκωνε γοργά η τρομερά του ώρα!
Εγύριζε κ' εγύριζε. Μουγκρίζει, αναστενάζει,
μαύρη και κρύα συγνεφιά το στήθος του σκεπάζει,
εδώθ' εκείθε στρήφεται, δεν ξεύρει, δεν γνωρίζει,
ότι κοιμάται δύσκολα το μάτι που δακρύζει.
Σηκώνεται, σηκώνεται, δέρνεται, μεταπέφτει,
όλος ο Άδης έβραζε μες' στην καρδιά του κλέφτη.
Πετιέται τέλος με θυμό και πάγει να καθίση
εκεί που τους συντρόφους του πρ' ολίγου είχε αφήσει.
Το θολωμένο, το βαρύ και μαύρον μέτωπόν του
το έρριψεν ανάμεσα των δυνατών χειρών του.
Κι' αφού πολύ εσιώπησε, με μια φωνή που κλαίει,
εις τους συντρόφους σιγαλά και λυπημένα λέει:
«Αδέρφια, έχω στην καρδιά τέτοιο μεγάλο βάρος
οπού νομίζω ότ' αύριον θα να με πάρη ο Χάρος.
Πέτε μου κάτι για να ιδώ μήπως και μ' ελαφρώση.»
Ήρχίσαν οι συντρόφοι του γλυκά να τραγουδώσι.


V
Τι σκούζει εκειός ο αετός εις του βουνού τη ράχη;
Τάχα επείνασε, ζητά άλλο πουλί να φάη;
Ούτε πεινά ούτε ζητά άλλο πουλί να φάη•
κυττάξετε πώς δέρνεται, ξεσκλιέται με τα νύχια,
κυττάξτε ρίχτει τα φτερά σαν τον χειμώνα δένδρο.
Μη τούφαγε άλλος τα μικρά απ' τη φωλεά του μέσα;
Μη νάμεινεν αταίριαστος και κλαίει και χτυπιέται;
Δεν τούφαγε άλλος τα μικρά, δεν είναι χωρίς ταίρι,
κλαίει το Δήμο μοναχός στο μνήμα του απάνου•
πατέρα, αδέρφια και παιδιά του πήρε το τουφέκι,
έχει τη μάννα του μακρά, είναι κ' εκείνη σκλάβα.
Ένα τουφέκι τώμεινε και το μακρύ σπαθί του,
αυτάναι μες' στο μνήμά του η μαύρη συντροφιά του.
Ανάσκελα στον τάφο του κοίτεται ξαπλωμένος,
στο ένα σφίγγει το πλευρό σπαθί ξεγυμνωμένο,
και στ' άλλο στέκει έξυπνο τουφέκι γιομισμένο.
Αντάμα θα να λυώσουνε κι' αυτά με το κορμί του,
και συ, μπρέ Τούρκε, που περνάς, μη πάς εκείθ' απάνου,
γιατί πετιέται το σπαθί και ανάφτει το τουφέκι,
ρίφτοντ' από το μνήμα του και βρίσκουν την καρδιά σου•
ας τον εκεί του αητού ν' ακούη το μοιρολόϊ,
να πέφτουν παντα απάνω του σαν την καρδιά του μαύρα
του αητού τα φτερά και των δενδρών τα φύλλα.


VI
Σού έτυχε άρα γε ποτέ χλωμός, απελπισμένος,
στην άκρη νάσαι ποταμού στα χόρτα ξαπλωμένος,
να φεύγουν απ' τα μάτια σου, χωρίς να το γνωρίζης,
κρυφά κρυφά τα δάκρυα και συ να τα σφογγίζης;
Χωρίς να θέλης έξαφνα βαριά ν' αναστενάζης,
και το φεγγάρι το χλωμό και τ' άστρα να κυττάζης;
Σού έτυχε τότε, σού έτυχε ν' ακούσης από πέρα
το λάλημα του αηδονιού να πλέη στον αέρα!
Ά! τότε, ναι, θέλ' άπλωνες τα μαύρα βλέφαρά σου,
για να σφογγίσης τα κρυφά εκείνα δάκρυά σου,
θέλ' άνοιγες το στόμα σου, διά να καταπίνη
τας αρμονίας που γλυκά το αηδόνι χύνει.
Έτσι κι' ο κλέφτης έπινε το δροσερό αέρι
που το τραγούδι απαλά στην ακοή του φέρει.
Τα βλέφαρά του έκλεισε, ήρχισε να κοιμάται
και ποιος εξεύρει που και που κοιμώμενος πλανάται.
Κανένα όνειρο σκληρό τον κάμνει και σπαράττει,
στον ύπνο του εδάκρυζε, στον ύπνο του στενάζει,
συχνά βαστά τα όπλα του και ανοιγοκλεί το μάτι.
Ακούς τους χτύπους της καρδιάς, ακούς μέσα που βράζει.
Πότε κοιμάται σαν νεκρός, χωρίς καν ν' ανασαίνη,
και πότ' ευρίσκετ' έξυπνος, σαν λες πώς αποθαίνει.


VII
Έπεσε και το σκοτάδι. Δεν εφαίνετο ένα αστέρι,
τόση αντάρα επλημμυρούσε το κατάμαυρον αέρι.
Αλλ' οι κλέφταις μαθημένοι να ζούν μεσ' την τρικυμίαν,
να κοιμώνται μες' στα χιόνια και ν' ακούν εις τ' όνειρόν των
να περνούν κομμένοι βράχοι, κεραυνοί απ' το πλευρό των,
να διψούν και το χαλάζι
σαν δροσιά στον λάρυγγά των της αυγούλας να σταλάζη•
αλλ' οι κλέφταις μαθημένοι μες στα σύγνεφα τα κρύα
να χορταίνουν μες' στ' αέρι ορφανήν ελευθερία,
να θερμαίνωνται στην φλόγα του αναμμένου τουφεκιού των
και να πλέκουν τα μαλλιά των εις την λάμψην του σπαθιού των,
τότε αφήνουν τα λημέρια και, σαν φλόγες των μνημάτων
των πατέρων, τα κρυμμένα τ' άγια κείνα κόκκαλά των
τρέχουν πάλι να ποτίσουν
μ' άλλο αίμα των τυράννων, που ζεστό πάνω θα χύσουν.
Έπεσε και το σκοτάδι. Δεν εφαίνετο ένα αστέρι,
τόση αντάρα επλημμυρούσε το κατάμαυρον αέρι.
Και ο Κίτσος κατεβαίνει απ' το έρμο μονοπάτι,
και γυρίζ' εις κάθε μέρος το σπιθόβολό του μάτι.


VIII
Η φωτιά σ' ολίγο αρχίζει
η κραυγαίς, οι στεναγμοί
και τριξίματα οδόντων
και σπαθιών οι σφυριγμοί.
Ποιός σπαράττει σαν το ψάρι
απ' ταίς τόσαις του πληγαίς,
ποιος κρημνίζεται, σκοντάφτει
σε κομμέναις κεφαλαίς,
και απλώνοντας το χέρι
σε κορμιά λαχταριστά
ένα στόμ' απελπισμένο
τον δαγκάνει, τον βαστά.
Τα τουφέκια ματωμένα
δεν αστράφτουν τρομερά,
εις το χώμα ξαπλωμένα
βρίσκονται έρμα και ψυχρά.
Ποίος με στόμα παγωμένο
αποθνήσκων βλασφημά,
ποίος με μάτι τεντωμένο
τ' άστρα απάνω του κυττά.
Το σπαθί δεν δευτερώνει
όπου πέσει μια φορά
σχίζει, κόφτει, θανατώνει
και σφυρίζοντας περνά.
Δεν ακουέται άλλη γλώσσα
στην αντάρα την πολλή,
παρά ρόχος, βλασφημία,
ψυχομάχημα, βοή,
παρ' ο κρότος των πτωμάτων
και κομμένων κεφαλών
οπού πέφτουν μες στο αίμα
σαν λιθάρια στο νερόν.
Πούν' οι Κλέφταις, πούν' οι Τούρκοι;
Τόσος κόσμος είν' νεκρός;
Κατά γής κοιμώντ' οι Κλέφταις,
όλοι οι Τούρκοι είναι νεκροί.
Δεν σού φαίνεται πώς είναι
οι ίδιοι πούχανε σφαγή.
Σαν αδέρφια αγκαλιασμένοι
με τα χέρια τους σφιχτά•
λες πώς ύστερα απ' τη μάχη,
λες πώς δίνουνε φιλιά.
Αλλά τι; ποίος είν' εκείνος
που εκεί πέρα περπατεί;
Δεν εχόρτασε ακόμα
και τα πτώματα πατεί;
Ποιός ταράττει τέτοιαν ώραν
τόσα μνήματα βουβά,
τέτοιαν ώραν τι γυρεύει
από τ' άψυχα κορμιά;
Στα βαριά πατήματά του
δεν ακούς πώς αντηχούν,
πώς στενάζουν τα κουφάρια,
ως να εζήτουν να σκωθούν;...
Είναι ο Κίτσος• τρέχει, τρέχει,
και που τρέχει δεν θωρεί.
Ποίον εσκότωσε δεν ξεύρει,
ποίον ελάβωσ' αγνοεί•
πόσα εθέρισε κεφάλια,
πόσαις έκοψε ζωαίς!
Το βαρύ του χέρι πόσαις
κατεμαύρισε καρδιαίς!
Δεν θυμάται πόσαις χήραις,
θα πεινάσουν κι' ορφανά•
Τον Χασσάν ο Κίτσος θέλει,
άλλο εμπρός του δεν ζητά.


IX
Πνιγμένος μες' στα αίματα, χλωμός και λυσσασμένος,
εις του Χασσάνη την σκηνήν ο Κίτσος είν' φθασμένος.
Χύνεται μέσα• γύρω του στρέφει γοργά το βλέμμα,
και στάζουν απ' τα χείλη του αφροί και μαύρον αίμα.
«Χασσάν, Χασσάν, σκύλε Χασσάν» βροντόφωνα τον κράζει,
ενώ το μαύρό του σπαθί τρομαχτικά τινάζει.
«Πούσαι; που κρύφτεσαι, δειλέ; που φεύγεις; έλα εμπρός μου,
να δοκιμάσης την οργήν της τρομεράς χειρός μου.»
Ενώ εφώναζεν εκεί ο Κίτσος μεθυσμένος
απ' τους καπνούς του αίματος που ήτο ποτισμένος,
μία θύρα ακούεται έξαφνα εκεί σιμά που τρίζει,
πέφτει το μάτι του εκεί, τον βλέπει, τον γνωρίζει.
Ένα πλατύ και δίστομο θανατηρό μαχαίρι
άγρια σφίγγει με χαράν εις το δεξί του χέρι.
Τον βλέπει ο Κίτσος και γελά, τον βλέπει και φωνάζει•
«Σκύλε, που πήγες κ' έκλεψες το αίμα που σταλάζει
απ' το πλατύ μαχαίρί σου; το βλέπω ακόμη αφρίζει,
είναι ζεστό• που το έκλεψες; ακόμη, ακόμη αχνίζει!
Εσύ στη μάχη έφυγες• δεν είχες πολεμήσει•
κ' έπειτ' αυτό το χέρι σου δεν εμπορεί να χύση
κλέφτικο αίμα κατά γής. Δεν ξεύρει, δεν γνωρίζει
παρά τα στήθη τ' απαλά των γυναικών να σχίζη.
Χασσάν, μ' ακούεις, γρήγορα, που είναι η Ελένη;»
Κι' από το πείσμα το πολύ σχεδόν δεν ανασαίνει.

Ψυχρός ωσάν τα μνήματα εκεί εμπρός στη θύρα
λέγει σηκώνων ο Χασσάν την ματωμένη χείρα:

«-Μέσα κοιμάται, καρτερεί να πάς να τήνε φθάσης•
αλλά θυμήσου ότ' απ' εδώ, ώ Κίτσε, θα περάσης.»
«-Ναί, θα περάσω απ' αυτού, ναι, και θα σε πατήσω,
θα σού χωρίσω την καρδιάν, και θα σού την ξεσχίσω,
Χασσάν, μ' αυτά τα δόντια μου.» Του Κίτσου τότ' αρχίζει
το λυσσασμένο το σπαθί ν' αστράφτη, να σφυρίζη.
Χτυπιώνται και λαβώνονται, λαβώνονται, χτυπιώνται
πέφτουν κ' οι δυο, σηκώνονται και πάλιν απαντιώνται.

Αφίνουν πλέον τα σπαθιά, μάχονται με τα χέρια,
είναι κ' οι δυο σιμά σιμά, και πιάνουν τα μαχαίρια.
Πέφτουνε πάλιν κατά γής, κυλιούνται στα αίματά των,
ξεσχίζονται και βλασφημούν, σέρνονται απ' τα μαλλιά των.
Ο Κίτσος πλέον τον πατεί, τον πνίγει, τον φωνάζει:
«Δοκίμασε, δοκίμασε, αν το σπαθί σου σφάζη.»

Η ώρα του εσήμανε. Είχ' έβγει το φεγγάρι,
το είπ' ο Κλέφτης την αυγή πώς θα έρθη να τον πάρη.
Πέφτει ο Τούρκος κατά γής, ωσάν θεριό μουγγρίζει,
δαγκά τη μαύρη γλώσσά του, τα δόντια του τα τρίζει•
ο Κλέφτης απ' την λύσσαν του τα στήθη του επατούσε
και την καρδιά του, που ζεστή ακόμη εχτυπούσε,
την εξερρίζωσε σκληρά, την σφίγγει με μανίαν,
και τρέχει στην Ελένη του με μιαν χαράν αγρίαν:
«Την βλέπεις, της εφώναζε, την βλέπεις; του Χασσάνη
είν' η καρδιά, Ελένη μου• κρίνε μου, δεν σε φθάνει;»
Αλλά εκείνη ήτο βουβή, ήτο χλωμή και κρύα•
κρύα, χλώμ' ήτον και βουβή ως είναι τα μνημεία.
«Σ' εσκότωσεν», εφώναξε σκληρά κεραυνομένος,
ενώ στα κρύα χείλη της έστεκε καρφωμένος.

Πέφτει, χτυπιέται κατά γής, σέρνεται, παραδέρνει,
κ' έπειτα της Ελένης του το πτώμα μόνος παίρνει.
Χύνεται έξω σαν βροντή, το μαύρο λόγγο σχίζει,
τρέχει και τρέχει παντοτε. Πού τρέχει δεν γνωρίζει.
Περνάει βράχους και βουνά, περνά βαθειά λαγκάδια,
νερά και λόγγους, και κρημνούς και πράσινα λιβάδια.
Και μ' όλον ότι όσο γοργό το βήμα του κι' αν έχη,
οπίσω τον ακολουθά, τους πόδας του του βρέχει
το αίμα της Ελένης του, που απ' την πληγή της στάζει.
Ο Κίτσος όμως τρέχει εμπρός και ούτε δεν στενάζει.


X
Φεύγουν μήνες, φεύγουν χρόνοι,
πέφτουν, σήπονται, γεννώνται νέα δένδρα, νέοι κλώνοι
και κανείς δεν είχε ακούσει
εις τον πόλεμον του Κίτσου τα πιστόλια να κροτούσι.
Φεύγουν χρόνοι, φεύγουν μήνες,
δεν τον είδαν στα λημέρια του ηλίου αι ακτίνες.
Δύο ποιμένες πλανημένοι
μίαν ημέραν μόνον είδαν σ' ένα λόγγον καθισμένοι
δύο μαύρους σκελετούς,
σφιχτ' ακόμη αγκαλιασμένους, χαλασμένους και σαπρούς.
Στου ενός το κουφωμένο,
το κατάξερο το στήθος είν' ακόμη εμπηγμένο
εν αχάριστο μαχαίρι,
που όλοι ξέρουν πώς ο Κίτσος τώσφιγγε άλλοτε στο χέρι.
Ποιός εξεύρει, ποιος εξεύρει
βροχή πόση και χαλάζι πέρα εκεί τους είχεν εύρει,
χωρίς καν να τους χωρίση.
Ο,τι ο Έρως έχει δέσει, ποίος τολμά ποτέ να λύση;
Ήθελ' είπεις ότι ακόμα,
ότι ακόμα εφιλούντο τρυφερά στόμα με στόμα
κι' ότι ακόμα ενωμένα
εχτυπούσαν τα δύο στήθη μ' όλον ότι νεκρωμένα.



Επάνω


Στιχούργημα Β΄ 

La mort est un doux oreiller (BERANGER)

Της νεότητός μου ρεύμα, θολωμένον απ' τα πάθη,
διατί κυλάς βραδέως προς του μηδενός τα βάθη;
Διατί τινός ανέμου η πνοή η μαινομένη
δεν σε ρίπτει εκεί που παντα βαρύς ύπνος μόνον μένει;
Στην σκιάν των κυπαρίσσων εις μιαν κλίνην από χώμα
κι' από κόκκαλα αρχαία απλωμένος σ' ένα στρώμα
δεν θα βλέπω τους αστέρας. Αλλά τι; ο νεκρικός μου
λύχνος δεν θα είναι η σελήνη, ο ουρανός μου,
αν κανείς θνητός θελήση
με το πτώμά μου έναν λύχνον εις τον τάφον μου να κλείση;

Αι ξηραί μου χείρες θάναι εκεί μέσα δεδεμέναι•
αλλ' αντί να είναι τώρα με δεσμά αλυσσοδεμέναι,
με δεσμά σκληρών τυράννων, δεν είν' κάλλιον στο μνήμα
δεδεμέναι να προσφέρουν του Σταυρού το θείον σχήμα;
Θα κοιμώμαι εκεί ησύχως,
και οσάκις στο πλευρόνν μου ακουσθή ο βαρύς ήχος
της σκαπάνης που θ' ανοίγη κανέν μνήμα εκεί σιμά μου,
από φόβον μήπως θέλουν ν' ανασκάψουν τα οστά μου
τότε μόνον θέλω κράξει
και αν φωνήν δεν ´εχω πλέον
αντ' εμού θέλει φωνάξει
η έρμη κόρη των σπηλαίων
και των σκοτεινών μνημάτων,
η Ηχώ η μαύρη Νύμφη των οστών και των πτωμάτων.

Της νεότητός μου ρεύμα, θολωμένον απ' τα πάθη,
διατί κυλάς βραδέως προς του μηδενός τα βάθη;
Διατί δεν καταρρέεις σ' ένα τάφον, όπου μόνον
δύνασαι μακράν να είσαι των ανέμων, των χειμώνων
της μηδαμινής ζωής μου; Εις αυτήν την κατοικίαν
άλλο πλέον δεν ταράττει των νεκρών την ησυχίαν
παρά μόνον των κλαδίσκων και των μαραμένων φύλλων
ο μονότονος ο ήχος, όταν έρπουν, και τι κοίλον
μέρος εις την γήν ζητώσι,
όπου πέραν των λαιλάπων καν ησύχως να ταφώσι.

Στάς ερήμους τας αμμώδεις της νεανικής ζωής μου
ένας τάφος μόνον είναι δι' εμέ η όασίς μου.
Την Σαχάρ οπότε ο Νότος κι' ο Βορράς ανακατώνη,
ότε η άμμος τους αστέρας και τον ουρανόν τυφλώνει,
ευτυχείς εκείν' οι κόκκοι, οίτινες παρασυρμένοι
υποκάτω ενός χόρτου μένουσι καταθαμμένοι.
Και εγώ εις κόκκος άμμου, και εγώ παραδαρμένος
από σκληροτέρους νότους εις το μνήμα απλωμένος
στην σκιάν ολίγων χόρτων διατί δεν ησυχάζω;
Θέλω κάλλιον ένα λίθον παρ' αλύσσους να βαστάζω.
Της νεότητός μου ρεύμα, θολωμένον απ' τα πάθη,
κύλα, κύλα ταχυτέρως προς του μηδενός τα βάθη.

Δεν εγήρασα, όχι ακόμα, δεν επέχυσεν ακόμα
εις τας παρειάς μου ο χρόνος των ρυτίδων του το χώμα•
και τα χείλη μου δεν είναι αυχμηρά και μαραμένα,
της νεότητος η δρόσος τα φυλάττει νοτισμένα.
Αλλ' ως ότου της δουλείας
ένας σπόρος μένει ακόμα στής πατρίδος μου το χώμα,
μόνον, μόνον διά να κράξω θέλω ανοίγει αυτό το στόμα.
Της νεότητός μου ρεύμα, θολωμένον απ' τα πάθη,
κύλα, κύλα ταχυτέρως προς του μηδενός τα βάθη.



Επάνω


Στιχούργημα Γ΄ (Ο Λευκάτας) 

Τα θολωμένα κύματα οι άνεμοι ξεσχίζουν,
οι κεραυνοί γογγύζουσι και σβύνονται και τρίζουν,
ο νεφελώδης ουρανός την φύσιν όλην θάπτει•
και μ' όλον τούτο τ' είν' εκεί που φαίνετ' ότι αστράπτει;
Δεν είναι τάχα οι αφροί κυμάτων ωργισμένων
κατά σκοπέλων και πετρών σκληρώς συντριβομένων;
Είν' ο Λευκάτας κάτασπρος από τα γηρατεία,
είν' ο Λευκάτας σοβαρός ως είν' η ερημία.
Εις τα γυμνά τα στήθη του το φώς αντανακλάται
της αστραπής, αλλά αυτός νεκρός ήδη κοιμάται.
Τα κύματα συντρίβονται, γογγύζουν αφρισμένα,
απ' τα ξηρά του τα πλευρά φεύγουσι συντριμμένα,
φέροντα παντοτε μαζί την κόνιν των οστών του,
και ο Λευκάτας ούτε καν ταράττει τον λαιμόν του.

Στο φαλακρόν του μέτωπον αι χείρες των αιώνων
την ιστορίαν έγραψαν αναριθμήτων χρόνων.
Αλλά το ύδωρ των ναών, η μαύρη τρικυμία,
αι χάλαζαι και η χιών, η άσπλαχνος δουλεία
την κυρτωμένην ράχιν του ήρχισαν να ραπίζουν
και με ρυτίδας και πληγάς σκληρώς να στιγματίζουν
το κατηφές του μέτωπον. Εσβέσθη ή πνοή του•
το ιερόν του έπεσεν• έκλιν' η κεφαλή του.

Πώς; δεν εκάθησ' επί σού ο Ζεύς ερωτευμένος
με τας φλογώδεις του αετού πτέρυγας ενδυμένος;
Και τώρα, τώρα επάνω σου κάθηνται τυλιγμένοι
ποιμένες εις τας χλαίνας των, πτωχοί και πεινασμένοι.
Την πολιάν δεν έστεψαν άλλοτε κορυφήν σου,
πολίχνη και ναός θεού; και τώρα εις τη γήν σου
τι άλλο παρά σκόπελοι φαίνονται και θαμνίσκοι;
Λοιπόν κ' η δόξα είναι θνητή, κ' η δόξα αποθνήσκει!
Ο ναύτης όταν έπλεε στα μαύρα κύματά σου,
επρόσφερε γονυπετής δεήσεις και θυσίαν
και συ σκληρός σ' ανταμοιβήν έπεμπες τρικυμίαν.
Τώρα επέρασ' ο καιρός, ο ναύτης δεν τρομάζει,
κι' όταν περνά πλησίον σου σχεδόν δεν σε κυττάζει.
Ματαίως συ ταράττεσαι, θολώνεσαι, αφρίζεις,
ματαίως τον αιθέρα σου ταράττεις και σκοτίζεις
τα κύματά σου θολερά, ψυχρά και πεινασμένα
επάνω σου κρημνίζονται, σε τρώγουν λυσσασμένα.
Ο ναύτης φεύγων μειδιά, δεν σε τρομάζει πλέον,
γνωρίζει ότ' εγήρασε ο άγριος ο λέων.

Ότ' η ποιήτρια Σαπφώ έπεσε πρό ποδών σου,
από συμπάθειαν και συ έκλινες τον λαιμόν σου,
και έκτοτε εφύλαξες το μέτωπον σκυμμένον
τα ύδατά σου θεωρών με όμμα δακρυσμένον
τα ύδατά σου τα σκληρά, που ίσως ωργισμένα
γλείφουν ακόμα με χαράν οστά ερωτευμένα.
Στην κορυφήν σου, όπ' άλλοτε ηκούοντο γλυκείαι
των ιερών σου αι φωναί, περιστεραί αγρίαι
ενίοτε ακούονται να κλαίουσι, να τρίζουν.
Λευκάτα! ως και τα πτηνά στον τάφο σου γογγύζουν!
Κοιμήσου τώρα ήσυχος• ίσως θα έλθη ή ώρα
αγέρωχος να υψωθή η δυστυχής σου χώρα•
κι' αντί ν' ακούσης τους κλαυθμούς περιστεράς αγρίας,
ίσως θ' ακούσης άσματα, φωνάς ελευθερίας.



Επάνω


Στιχούργημα Δ΄ (Ο Κατάδικος) 

Έτρίζ' η πύλη της ειρκτής επάνω στους μοχλούς της•
πώς ενθυμούμαι τους φρικτούς εκείνους ορυγμούς της.
Εμβήκα μέσα κ' έκλεισαν οπίσω μου τας θύρας,
τας θύρας όπου έκαμαν στον κόσμο τόσας χήρας!
Έμειν' ακίνητος ευθύς και έστρεφα το βλέμμα
μήπως χωρίσω κάτι τι στην άβυσσον εκείνην•
βαρεία με προσέβαλεν οσμή ως από αίμα•
εις μίαν άκραν είδον τι που ωμοίαζεν εις κλίνην.
Τόσον βαθύς την φυλακήν ζόφος κατασκοτίζει,
που λέγεις απ' τους τοίχους της ότ' ίσως αναβλύζει.

Μέσα εδώ είν' πρό πολλού κλεισμένος ο Ηλίας
χωρίς ελπίδος πιθανής καμμίας σωτηρίας•
ο δεσμοφύλαξ άναψεν ένα ισχνόν κηρίον
και τότε υπήγα εις αυτόν έμβοφος και δακρύων•
Θεέ μου! πώς σ' εγνώρισα, ώ δυστυχή Ηλία,
και πώς σε βλέπω τώρα εδώ! Το πύρ των οφθαλμών του
το είχε σβέσει της ειρκτής η άκρα των ποδών του.
Έτρεμ' εκεί στην κλίνην του και τους οδόντας τρίζει,
τόσον το ψύχος το πολύ τα μέλη του κλονίζει.

Αν έβλεπες το ένδυμα και το νεκρόν του βλέμμα,
τα χείλη κατακόκκινα από πηγμένον αίμα,
κ' εν κάτι τι που ευρίσκεται παντοτ' εις ένα πτώμα,
ήθελ' ειπής, τον έφαγε του μνήματος το χώμα.
Μόλις με είδ' εκάθισε στον μαύρον κράββατόν του,
και με πνιγμένην την φωνήν μου λέγει• «Το γνωρίζω•
τον θάνατόν μου έφερες.» Και κάμνων τον σταυρόν του
κι' αναστενάζων έκραζε: «Στο μνήμα τώρα εγγίζω•
Θεέ μου, σε ευχαριστώ• συ μ' ελυπήθης μόνον,
αφού στον τάφον μ' έθεσαν σήμερον ένα χρόνον.

Έγώ είμ' ήδη ασθενής. Τα χείλη μου τα βλέπεις;
Θεώρησέ τα και αλλαχού τα βλέμματα μη τρέπης•
αυτό το αίμα, που επ' αυτών είν' ήδη πεπηγμένον,
το είδες σ' άλλον πώποτε εδώ φυλακωμένον;
- Άχ! μ' έφαγεν η φυλακή, μ' έφαγ' η ερημία!
- Θαμμένος παντοτε εδώ ως νυκτερίς στο σκότος
άλλος δεν είναι σύντροφος, ώ δυστυχή Ηλία,
παρά αυτών σου των δεσμών ο φρικαλέος κρότος.
- Τους οφθαλμούς μου ολονυκτώς ποτέ μου δεν τους κλείω,
διότι αίμα και χολήν ακαταπαύστως πτύω.

»Βλέπεις εκεί στην σκοτεινήν της φυλακής γωνίαν;
Ένας σκορπίος έκτισεν εκεί την κατοικίαν.
Κάθε εσπέρας ότ' εγώ το αίμα μου εξέμω
και ότε απ' τον πυρετόν συστρέφομαι και τρέμω,
τότε αυτός εξέρχεται από της φωλεάς του,
και έρχεται να με ιδή, με αίμα να γεμίση.
Στα αιματωμένα χείλη μου πολλάκις της ουράς του
ησθάνθην τα κεντίσματα. Ίσως να με φιλήση
επιθυμεί ο δυστυχής, διότι εδώ κλεισμένον,
τον έχω με το αίμα μου ως τώρα χορτασμένον.

»Ακούεις ποίοι έρχονται εδώ να μ' ασπαθώσι;
Τι βλέπω; οι δυο σου οφθαλμοί πικρώς δακρυροώσι.
Τα δάκρυά σου φύλαξε, δεν ήνοιξα ακόμα
στάς άλλας δυστυχίας μου το νεκρικόν μου στόμα.
Όταν ακούσης πώς εδώ την νύκτα ο Ηλίας
διάγει έρμος μοναχός στής φυλακής τα βύθη
και ποίαι έρχονται σκιαί εν μέσω της σκοτίας
να μου πατούν τα ασθενή και ασθμαίνοντά μου στήθη,
αχ! τότε πόσα δάκρυα ποταμηδόν θα χύσης;
Ψυχρόν αν είσαι μάρμαρον και πέτρα θα δακρύσης.»

Κλείει το στόμα μίαν στιγμήν, κ' έπειτ' αναστενάζει,
το βαρυμένον στήθός του ογκούται και κοχλάζει.
Φαίνεται ότι ήρχιζαν εις την στγμήν εκείνην
να κατεβαίνουν αι σκιαί στην θολεράν του μνήμην.
Καθώς εν νέφος σκοτεινόν κοράκων πεινασμένων
κρημνίζονται με θόρυβον επάνω των πτωμάτων,
μαύρα καθώς τα φάσματα κακούργων κολασμένων
τάγρια ρύγχη των κτυπούν, ταράττουν τα πτερά των
ξεθάπτουν και ξεσχίζουσι μετά σκληρών οδόντων
τα νεύρα και τα κρέατα σαπρών αποθανόντων.

Οι οφθαλμοί του έγιναν σκληροί και αιματώδεις,
ωμοίαζον εις δυο πληγάς βαθείας, τερατώδεις,
οπού ανοίγει ξίφος τι πλατύ φαρμακευμένον.
Αφού τον είδα τρέμοντα και τόσον ταραγμένον,
ηθέλησα μίαν στιγμήν να τον καθησυχάσω,
κ' εκείνος εις τους λόγους μου ιδού πώς μ' απεκρίθη:
«Αν ό,τι έχω εδώ στον νούν να σε το είπω φθάσω
και αν όσα σε διηγηθώ δεν σε φανώσι μύθοι,
προσπάθησε, αν ημπορής, και συ να μη δακρύσης,
προσπάθησε, αν ημπορής, να με παρηγορήσης.

»Στου τάφου μου τα σκοτεινά τα σπλάχνα εδώ χωμένος
προχθές το μεσονύκτιον ήμην εξαπλωμένος
εις τον ξηρόν μου κράββατον, εις την στερνήν μου κλίνην.
Άχ! τρέμω ενθυμούμενος την ώραν μου εκείνην!
Μακρόθεν οι αλέκτορες ήρχισαν να φωνώσι
και τας φωνάς των άγρυπνος μόνος μου αριθμούσα.
Κάθε φωνήν που ήκουα σκληρώς να παραιτώσι
ως μίαν πληγήν εις την καρδιάν τρέμων την εμετρούσα.
Εδώ μ' αυτήν την χλαίνάν μου όλος τετυλιγμένος
τους οφθαλμούς μου έκλεια ως νάμην κοιμισμένος.

»Κρυφά, κρυφά τα βλέμματα έρριπτα στην θυρίδα
κ' εκύτταζα τον λύχνον μου, την μόνην μου ελπίδα.
Κ' ενώ εκύτταζα εκεί κρύος καθώς το χώμα,
μ' εφάνη εις την θυρίδα μου ένα πυρώδες στόμα
οπού εφύσα κ' ήθελε τον λύχνον μου να σβύση.
Στα πράσινα τα χείλη του έβλεπα κρεμασμένους
τους σκώληκας του μνήματος που είχε παραιτήσει•
τους μιαρούς οδόντας του, όλους σεσαπρωμένους,
τους έρριπτεν επάνω μου με κάθε φύσημά του.
Εσβέσθη ο λύχνος κ' έμεινε μόνον το κάπνισμά του.

Έκύτταζα μίαν στιγμήν τον λύχνον εσβεσμένον
και τον καπνόν που ανέβαινε με βλέμμα τρομασμένον.
Έτριζαν έξω κεραυνοί, έτριζ' η φυλακή μου
ενόμιζα ότ' έφθασεν η ώρα η στερνή μου!
Τριγύρω μου δεν έβλεπα παρά βαθύ το σκότος
και μες' στο σκότος έλαμπον φασμάτων λεγεώνες.
Δεν ήτον ό,τι ήκουα των κεραυνών ο κρότος,
ούτε ανέμων φύσημα, ούτε βροχής σταγόνες.
Αλλ' ήτο μπιγμα τρομερόν ήχων συγκεχυμένων,
και λόγοι ακατάληπτοι στομάτων νεκρομένων.

«Ξύπνα», μου εφώναζαν πολλοί, «εγέρθητι, Ηλία»,
και με εμάστιζαν σκληρά με ράβδους και σχοινία.
Εστράφην και εκύτταξα και είδον πόσα πλήθη
σκιών εκαταβάρυναν τ' ασθμαίνοντά μου στήθη.
Φέρουν τινές εις τον λαιμόν ακόμη κρεμασμένον
τον βρόγχον που τους έπνιξεν• οι μαύροι οφθαλμοί των
από εν νεύρον κρέμονται λεπτόν και σαπισμένον,
το στόμα των είν' ανοικτόν, πνιγμένη ή φωνή των.
Στα τανυσμένα μέλητων εφαίνοντο ακόμη
του τρομερού θανάτου των και οι σπασμοί κ' οι τρόμοι.

«Αφήτε με, σκληραί σκιαί, αφήτε με ακόμα»,
εις μάτην τους εκραύγαζετό νεκρικόν μου στόμα.
Αφήτε με, το στόμα μου ακόμα αναπνέει,
ο άγρυπνός μου οφθαλμός, κυττάξτε, ακόμη κλαίει».
Ήσαν κωφαί... δεν μ' ήκουαν... Το χώμα των μνημάτων
είχε σφραγίσει των σκιών εκείνων τα ωτία.
Θεέ μου, πώς μ' εφλόγιζαν σκληρά τα βλέμματά των!
Πώς των καυμένων σπλάχνων των μ' έπνιγ' η δυσωδία!
Τοιουτοτρόπως έζησα ως την αυγήν εκείνην•
τότε μ' αφήκαν αι σκιαί στην έρημήν μου κλίνην.»
................................................................................
................................................................................
Έτριζε πάλιν της ειρκτής η τρομερά η θύρα
στου κρύου δεσμοφύλακος την ρωμαλέαν χείρα.
Μόλις εμβήκα έκουσα εις την μικράν θυρίδα
τον δυστυχή να μας ζητή ύδατος μιαν ρανίδα.
Η γλώσσά του ήτο ξηρά, ο λάρυγξ του καυμένος,
και μ' όλον τούτο ο ιδρώς ρέει στο μέτωπό του.
Ο δυστυχής κατάδικος τόσ' ήτον διψασμένος,
ώστ' έγλειφε τα δάκρυα των μαύρων οφθαλμών του,
και επροσπάθει να τα πιή. Η δίψα του θανάτου
ήτον εκείνη που έτρωγε τον μαύρον λάρυγγά του.
...............................................................................
...............................................................................
Και μίαν αυγήν, πρωί-πρωί, δεν έφεγγε ακόμα
κ' εις ένα ξύλον κρέμεται εν παγωμένο πτώμα.
Το εκινούσε ο άνεμος και όταν το εκινούσε,
ήκουέ τις μονότανα να τρίζη το σχοινίον,
νομίζεις ότι ο νεκρός τον χρόνον εμετρούσε.
Το τέκνον του ανήλικον και τρυφερόν παιδίον,
πικρά εθρήνει κ' ήθελε να ασπασθεί το πτώμα•
αλλ' αχ! το παίρνει ο άνεμος απ' το μικρόν του στόμα.
............................................................................
............................................................................
Μακράν εκεί παράμερα σιωπηλά τον θάπτουν
και ούτε καν εις σάβανον το πτώμα του δεν ράπτουν...
Ο λίβανος στο μνήμά του ποτέ δε θα καπνίση,
δεν θα φυτρώση επάνω του κυπάρισσος μεγάλη
με την βαρείαν του σκιάν ποτέ να τον δροσίση.
Θέλει τον δέρνει ο άνεμος, βροχή κι' ανεμοζάλη,
άγρια χόρτα κ' ερπετά το μνήμα του θα εκβάζη
και σύντροφός του μία γλαύξ επάνω του θα κράζη.



Επάνω


Ο Υιος Αυτού Ανατίθησιν 

Αιμίλιε!
Ότε μετά μακράν αποδημίαν προσωρμίσθην εις τας πατρικάς σου αγκάλας, το μέτωπόν μου ήτο αίθριον, η καρδία μου, πλήρης αίματος και ζωής, εσκίρτα επί του στήθους σου ίνα σε δείξη την χαράν της· το μειδίαμα ανέτελλε πάντοντε επί των χειλέων μου.
Οι χρόνοι παρέρχονται και ο θάνατος εχάραξε ήδη επί του μετώπου μου τας πρώτας του ρυτίδας. Ήρπασε ανηλεώς από των χειλέων μου το πρώτον άνθος της αγάπης μου!... Αισθάνομαι ακόμη επί της καρδίας μου όλον το βάρος του χώματος, το οποίον έρριψα επί της Μαρίας μου! Εις τρεις μήνας έθαψα την μητέρα μου και τον πατέρα... Έμεινα ορφανός!...
Αι επανειλημμέναι αυταί καταστροφαί μ' επλήγωσαν καιρίως. Εστέναξα εκ βάθους καρδίας μου ημέραν και νύκτα. Εξήντλησα τας δυνάμεις μου. Ησθανόμην την χείρα του θανάτου σφραγίζουσα τα βλέφαρά μου.
Αι ευχαί σου, τα δάκρυά σου, άλλα ιερώτερα δάκρυα, μ' έσωσαν από του ολέθρου και ιδού τώρα προσφέρω εις σε τους πρώτους παλμούς της εκ νεκρών εγερθείσης καρδίας μου.
Διερχόμενος το βιβλιάριον τούτο, δεν είναι απίθανον, φίλτατε Αιμίλιε, να μ' ερωτήσης προς τι τα μηδαμινά ταύτα στιχουργήματα συνέγραψα εις την κοινήν καθωμιλημένην γλώσσαν, περιβάλλων αυτά ούτω πως χιτώνα ευτελέστερον της ιδίας αυτών αξίας.
Ούτε η ατομική μου βαρύτης, ούτε αι αξιώσεις μου είναι τοιαύται, ώστε ν' αναδεχθώ ενταύθα την συζήτησιν προβλήματος, το οποίον έθνος ακέραιον και χρόνοι πολλοί δύνανται μόνοι να λύσωσι. Μόνον σε λέγω ότι κατ' εμέ δεν αμφιβάλλω από τούδε ότι η γλώσσα του λαού θέλει είναι η γλώσσα της ρωμαντικής, δημοτικής ή λυρικής ποιήσεώς μας. Πρέπει μάλιστα επισήμως να καθιερωθή εις τον σκοπόν τούτον όπως οι δυνάμενοι εισέλθωσιν αδιστάκτως εις την πορείαν ταύτην πλουτίζοντες και μορφώνοντες αυτήν.
Εις την ιστορίαν των γλωσσών είναι αναντίρρητον γεγονός ότι φράσεις και λέξεις και ιδιωτισμοί αφιερώθησαν αποκλειστικώς εις την ποίησιν. Ημείς ευτυχέστεροι των άλλων δυνάμεθα ακεραίαν διάλεκτον να μεταχειρισθώμεν επί τούτω.
Οι σοφοί, οι λόγοι ας προσπαθήσωσιν, αν δυνατόν, ν' ανεγείρωσι την ήδη τεθνηκυίαν. Ούτε δύναμαι ούτε θέλω να γίνω μάντις κακών.
Η γλώσσα του λαού είναι μία. Η γλώσσα των λογίων είναι πολυειδής· τινές εξ αυτών ρίπτονται εκ μιας εις την αρχαίαν, άλλοι βαθμηδόν μεταφυτεύουσι τάνθη και τους βλαστούς αυτής εις το νέον Ελληνικόν χώμα ίσως όχι τόσον επιδεκτικόν, όσον κοινώς νομίζομεν, τοιαύτης καλλιέργειας.
Οποιαιδήποτε και αν είναι αι ελπίδες, αι προσδοκίαι των διεπόντων τώρα την νέαν Ελληνικήν φιλολογίαν, δεν πρέπει κατ' ουδένα τρόπον ούτε να θυσιάσωσιν ούτε να κερματίσωσι την γλώσσαν του λαού.
Εις την γλώσσαν ταύτην εμοιρολόγησε το έθνος το Ελληνικόν από Μωάμεθ του δευτέρου μέχρι Ρήγα του λυτρωτού. Εις την γλώσσαν ταύτην ετραγώδησεν ο Κλέφτης επί του Πίνδου, επί του Κισσάβου, επί του Ολύμπου.
Αν είναι και ερείπιον, ως τοιούτον ας το σεβασθώμεν. Τα δεσμά, οι θρήνοι, οι διωγμοί, τα μαρτύρια, αι απαγχονίσεις, τα αίματα, αι παντοίαι καταστροφαί το καθιέρωσαν. Η εθνική ποίησις το περιέβαλε με τον αειθαλή κισσόν της ίνα μη τα διαχωριζόμεθα εκ τοσούτων κλονισμών τεμάχιά του πέσωσι κατά γης και συντριφθώσι.
Λύτρωσον αυτό και συ, Ελλάς ελευθέρα, και μη καταδεχθής να περιφρονήσης τόσον το ένδυμα της πτωχείας σου. Μη καταδεχθής να λησμονήσης το ιερόν σύνθημα, δι' ου συνεννοήθησαν από περάτων της γης μέχρι των κόλπων σου τα διεσκορπισμένα τέκνα σου!
Η γλώσσα του λαού δεν είναι πτωχή, είναι πλαστικώτατη και ποιητικωτάτη. Παρέχει αναριθμήτους ευκολίας εις τον ποιητήν, είναι ιδιότροπος και σπανίως μιμείται τας ξένας. Αλλά ταύτα προς ουδέν λογίζονται ενώπιον της ιδέας ότι αυτή είναι η μόνη έκφρασις της νέας Ελληνικής ποιήσεως. Αυτομάτως γεννηθείσα, δεν είναι έργον της τέχνης, ως η τώρα σκευαζομένη, είναι ο μόνος βλαστός ο εναπομείνας επί του γηραιού δένδρου της εθνικότητός μας. Τον βλαστόν τούτον διετηρήσαμεν χλοερόν μέχρι τούδε, ποτίζοντες αυτόν αίμα και χολήν. Ήθελεν είναι τρομερόν κακούργημα αν ημείς αυτοί τον απετέμναμεν.
Δεν εκτίνομαι περισσότερον. Ηθέλησα να δικαιολογηθώ μαζύ σου και ιδού εξοκέλλω πέραν του σκοπού.
Οι ολίγοι στίχοι μου δεν εκπληρούσιν ούτε τας ιδίας μου απαιτήσεις, πολλώ μάλλον δεν δύνανται να εκπληρώσωσι τας των άλλων. Δεν τους εκδίδω προς επίδειξιν, το ομνύω. Και αν ακριβός τις φίλος δεν μ' εβίαζε να τους δημοσιεύσω, ήθελα σε τους πέμψει χειρογράφους. Δάφνας δεν απαιτώ ούτε ελπίζω. Εν μόνον δάκρυον αν πέση από των οφθαλμών σου επί του ονόματος εκείνης της οποίας λατρεύομεν και την οποίαν διατρέχων αυτούς θέλεις απαντήση εξερχομένην του μνήματος και πίπτουσαν εις τα αγκάλας μου όπως λάβη τον τελευταίον ασπασμόν, είναι η μόνη αμοιβή την οποίαν προσμένει παρά σου.
Ο υιός σου, Αριστοτέλης.


Επάνω


Ευθύμιος Βλαχάβας 

ΤΑ ΔΥΟ ΒΟΥΝΑ
Βλαχάβα, ποιος σ' εγέννησε, ποια μάνα, ποιος πατέρας!
........................................................................................
Ο Όλυμπος αγάπησε την όμορφη την Όσσα,
την Όσσα την περήφανη την πολυγυρεμένη.
Χρόνους πολλούς την έβλεπε μ' ερωτεμένο μάτι
κ' εκείνη σαν κ' εντρέπεται και σαν και τον φοβάται.

Μια νύχτα ήταν άνοιξι, χαρά Θεού, γαλήνη•
λάμπουν ταστέρια τουρανού, το φώς τους τρεμουλιάζει,
σαν νάχαν έρωτα κρυφό και φλογοκαρδιοχτύπι.
Βελάζουνε τα πρόβατα, λαλούνε τα κουδούνια
του κοπαδιού, που βόσκοντας διαβαίνει το λιβάδι,
και κάπου κάπου ακούεται του πιστικού φλογέρα
να ναναρίζη ερωτικά τα δέντρα, τα λουλούδια.
Μοσχοβολάει ο ανασασμός της δάφνης, της μυρτούλας,
κι' ο κρίνος ο περίχαρος απ' το νερό προβαίνει
σαν πρόσωπο παρθενικό, που δεν το βλέπει ο ήλιος,
γέρνει και καθρεφτίζεται και κάνει την αγάπη
κυττάζοντας τον ίσκιο του στου ποταμού τα βάθη.
Γλυκός γλυκός αντίλαλος έφερνε το τραγούδι
του Κλέφτη, που θυμήθηκε το Χρήστο το Μιλλιώνη•
κι' αγέρας, δέντρα και νερά μένουνε, λησμονιώνται
και στέκουν κι' ακουρμαίνονται για τον παληό τους φίλο.
Στάζ' η δροσούλα διάφανη σαν του παιδιού το δάκρυ,
λες κ' έπιασε παράπονο τη νειόνυφη την πλάση,
πάκουσε το μνημόσυνο του Χρήστου του Μιλλιώνη.

Γιατί, βουνά μου, ανάμεσα τόσης χαράς κι' αγάπης,
ανάμεσα τόσης ζωής και τόσης αρμονίας
δεν άκουσε να κελαδή μες στής ιτιάς τα φύλλα
και μες στο φλοίσβο του νερού ελευθεριάς η αύρα;...

Τέτοια νυχτιάν εδιάλεξεν ο Όλυμπος στην Όσσα
να δείξη την αγάπη του, να πή τον έρωτά του.
Κυττάξετε το σαστικό πώς είναι στολισμένος!
Κάτασπρη ή χήτη του, μακριά στ' ανδρειωμένα νώτα
περήφανα του στέρνεται και γλυκοκυματίζει.
Τήνε χτενίζουνε χρυσαίς του φεγγαριού αχτίδες
και φαίνεται ξανθή ξανθή και φλωροκαπνισμένη.
Φορεί φλοκάτη σύγνεφα σαν τον αφρό δροσάτα,
και του Μαϊού την καταχνιά φορεί για φουστανέλλα.
Σπιθοβολούν και λάμπουνε στη μέση του, στον ώμο
αστροπελέκι για σπαθί, βροντή για καρυοφύλλι.
Χαρά στην κόρη π' αγαπά ο Όλυμπος ο κλέφτης!

Κρυφομιλούνε τα βουνά, ολονυχτής ρωτιώνται.
Και σαν εβγήκε ο αυγερινός κι' αρχίσανε τα ρόδα
να ξεφυτρώνουν της αυγής ψηλά στα κορφοβούνια,
ο Όλυμπος εκύτταξε την ώμορφη την Όσσα,
την είδε που κοκκίνιζε σα ντροπαλή παρθένο,
και γέρνει, γέρνει την κορφή και τη φιλεί στο στόμα.
Κ' ευθύς μ' εκείνο το φιλί, πούναι ζωή και φλόγα,
ανάφτουν, ζωνταντεύουνε της νειόνυφης τα σπλάχνα,
και δεν επέρασε καιρός, χρόνοι πολλοί και μήνες
πακούστηκε σα μια βοή μες στ' Άγραφα, στον Πίνδο
ταρματωλού το πάτημα του φοβερού Βλαχάβα,
και να φωνάζουν αητοί, να σκούζουνε γεράκια:
«ανοίξτε, λόγγοι, να διαβή, μεριάστε τα κλαριά σας
και θα περάση το στοιχειό, ο δράκοντας της Όσσας!»

Ώχ! μάνα, τ' είναι πώπαθες, τι σώμελε, πατέρα,
το γυιό σας το μονάκριβο να μη τόνε χαρήτε!
Πόσαις φοραίς τον είδατε από ψηλά στη μάχη
να στρώνη δρόμο τα κορμιά κ' επάνω να διαβαίνη!
Πόσαις φοραίς η Όσσα του, σαν ήταν διψασμένο
τώδωσ' αθάνατο νερό απ' τα λευκά της στήθια
καθώς βυζαίνει το παιδί της μάνας του τη ρώγα!
Και πόσαις άμετραις φοραίς του στρώσατε τη φτέρη
και τα κλαριά του πλάτανου να κοιμηθή στον ίσκιο,
και σείς τον εκυττάζατε κ' ελέγετε τα δυο σας:
«Χαρά στο γυιό που κάμαμε, χαρά στο παλληκάρι
οι δυο κακογεράματοι, οι μαυροκαρδισμένοι,
σού δώκαμε το γάλα μας, πάρε και την ευχή μας,
μη ξανανειώσουμε κ' εμείς κ' αναστηθούμε πάλαι.»
Και τώρα, γέρο Όλυμπε και μαυρισμένη Όσσα,
πώς έπεσε, πώς βρίσκεται στ' Αλήπασα τα νύχια;

Ακόμα δεν ετέλειωσε, βουνά μου, η καταδίκη.
Είναι βαρειά, πολύ βαρειά η άσπλαχνη κατάρα,
κι' ακόμα δεν εκλείσανε τα τετρακόσα χρόνια!

Δεμένο μες στα Γιάννινα το σέρνουν το θηρίο
με τόσαις τόσαις άλυσαις, που λες ότι φοβούνται
τα σίδερα και τα σχοινιά μη κόψη, μη χαλάση
και πάρη πάλαι τα βουνά και ποιος το μεταπιάνει;
Γλήγορα τα μαρτύρια, γλήγορα την κρεμάλα!...
Αλήπασα, ξεθύμανε, κ' η ώρα σου πλακώνει.

 

 Επάνω



Ο ΠΝΕΜΑΤΙΚΟΣ


Απ' τα πολλά μαρτύρια, απ' τον πολύ τον πόνο,
ο Θύμιος απόστασε και τον επήρ' ο ύπνος.
Τον έχουνε γονατιστόν σε κοφτερά στουρνάρια,
τα χέρια του πιστάγκωνα, βαρειά σιδερωμένα.
Γυρμένο το κεφάλι του εις τα πλατειά του στήθια,
σε ζωντανό προσκέφαλο κοιμάται, ξαποστένει,
απ' το μακρύ το γένι του, σαν από μαύρη βρύση,
στάζει ο ίδρωτας βροχή, το γαίμά του αναβράει.
Αν έχει ο τάφος όνειρα, τι όνειρα να βλέπη;...

Κοιμώνται κ' οι φονιάδες του στο χώμα ξαπλωμένοι,
σα λύκοι που χορτάσανε και τώρα ροχαλιάζουν.

Ποιός είν' εκειός που πέρασε σα φάντασμα, σαν ίσκιος;
Ράσο κατάμαυρο φορεί και κάτου από το ράσο
κάτι βαστά και τρέμοντας στο γαίμα μη γλιστρήση
αγαλι' αγάλια περπατεί, γυρεύει τον Βλάχάβα.
Τον άκουσε π' ανάσαινε και γονατίζει εμπρός του.

- Θύμιε, Θύμιε! μ' ακούς; δεν με γνωρίζεις πλέον;
Ξύπνα κ' η ώραις φεύγουνε... Εδείλιασες, φοβάσαι;

- Έχω καρδιά 'πό μάρμαρο και σιδερένια σπλάχνα
και δείλια σε με πλάκωσε, και θάνατο δεν τρέμω.
Ποιός είσαι συ ο άσπλαχνος, που δεν ψυχοπονιέσαι
και μου χαλάς τον ύπνο μου και κόβεις τώνειρό μου;

- Τρώγ' η σκουριά το σίδερο και το νερό την πέτρα,
κ' εσένανε δε σ' έφαγε τ' Αλήπασα το δόντι;
Βλαχάβα δεν είμ' άσπλαχνος, δεν ήλθα να χαλάσω
το ύστερό σου όνειρο, τον ύπνο σου να κόψω.
Ακόμα δεν μ' εγνώρισες; ακόμα δεν ανοίγεις
τα μάτια σου για να ιδής, το στόμα να μου δώσης
ένα φιλί, γλυκό φιλί, στερνή παρηγοριά μου;

- Έχω τα μάτια ολάνοιχτα και δε σε βλέπ' ο μαύρος.
Μου κόψανε τα βλέφαρα εψές με το μαχαίρι
και μου τα σκοτειδιάσανε με σίδερο αναμμένο.
Δε σε χωρίζ' ο δύστυχος! Μου χύσανε μολύβι
μέσα στ' αυτιά και σα βοή μώρχεται η φωνή σου.
Μου φαίνεται τρισκότειδο... Πες μου τι ώρα νάναι;
Ενύχτωσε η στα βουνά ακόμα λάμπ' ο ήλιος;...
Πόσον αργά που φεύγουνε η ώραις σαν μετρούνται
με πόνους, με μαρτύρια και μ' άσπλαχνη αγωνία!
Πες μου, ποιος είσαι; σίμωσε ν' ακούσω τώνομά σου.

- Ώ δυστυχία μου! δεν μ' ακούς; δε βλέπεις το Δημήτρη;

Αναστενάζει το θεριό, ταράζεται να κόψη
ταίς άλυσαις που δένουνε τα μουδιασμένα χέρια,
για ν' αγκαλιάζει αδερφικά τον άγιο του το φίλο.
Του κάκου ν' ανδρειεύεται... Τα σίδερα χτυπάνε
κ' εκείν' η άγρια κλαγγή λες κ' ήταν περιγέλιο.

- Δημήτρη μου, πνεματικέ... ευχαριστώ σε, Πλάστη,
που μώστειλες ανέλπιστα κ' εδώ τον άγγελό σου!
Κλάψε για με, Δημήτρη μου, τα μάτια μου τα μαύρα,
δε βλέπεις, τα χαλάσανε και δε μπορώ να κλάψω.
Έλα σιμά μου, εδώ σιμά, δός μου φιλιά χιλιάδες.

Εδάκρυζ' ο καλόγερος. Τα γόνατά του τρέμουν
σα νάταν φιλοκάλαμο που το φυσάει αγέρας.

- Πες μου, πατέρα, μοναχός ήρθες εδώ σ' εμένα,
η μώφερες κανένανε πιστόνε σύντροφό μας;
Ποιός είν' αυτός που με φιλεί, το στόμα που μου γλείφει;

- Μ' επήρ' ακλούθα ο σκύλος σου κ' ήλθε μ' εμέ να σ' εύρη
ο δύστυχος σα σ' έχασε, μ' αγάπησε για σένα.

- Θεέ μου παντοδύναμε!... τι τόση καλωσύνη;
Δημήτρη μου, αν μ' αγαπάς, μη τόνε παραιτήσης,
κι' απ' το ψωμί που τρώγαμε δίνε του να χορτάση...
Πατέρα μου, πνεματικέ, τρεις μέραις με σκοτώνουν
και δε μου δώκανε νερό, πεθαίνω από τη δίψα.

- Εδίψασε και ο Χριστός εις το σταυρό του επάνω
και τώδωκαν να πιή χολή, τα δάκρυα του κόσμου.
Κ' εγώ σού φέρνω ουράνιο νερό να ξεδιψάσης.
Πιέ το, παιδί μου, χόρτασε. Η βρύσι που το δίνει
ποτέ της δεν εστρέφεψε, ποτέ δε θα στρεφέψη.
Είν' η καρδιά του Ιησού ωκεανός μεγάλος.
Παιδί μου, μην αμάρτησες; Ανάμεσα στον πόνο
μη σώφυγε παράπονο, μη δάκρυ, μη κατάρα;

- Όχι, πατέρα, πίστεψε. Δε μώφυγ' ένας λόγος,
που νάτανε βαρύγνωμο για τη σκληρή μου μοίρα.
Εψές το βράδυ μοναχά μου πέρασ' απ' τη μνήμη
το αίμα τ' αξετίμητο του Όλυμπου, του Πίνδου,
γιατί, πατέρα, ηθέλησα να ιδώ τη Θεσσαλία
ελεύθερη, στα σύγνεφα να σκώση το κεφάλι...
Πνεματικέ, τι ώμορφη οπούναι η Θεσσαλία!
Εψές την εθυμήθηκα, την είδα στώνειρό μου
σα μια παρθένο αγγελική τα μαύρα φορεμένη.
Εχτύπησ' η καρδούλά μου... αστόχησα τον Πλάστη
κ' εδάκρυσε το μάτι μου... Μην έκαμ' αμαρτία;...

- Όχι, παιδί μου, μη φοβού, το αίμα το δικό μας
σαν τη βροχή της άνοιξης το χώμα θα ποτίση,
για να φυτρώση ελευθεριά, επλάκωσεν η ώρα...
Εμείς θέ να κοιμώμεθα βαθειά βαθειά στο μνήμα
και θα ν' ακούμε τη βοή του φοβερού πολέμου,
τον κρότο, την ποδοβολή, τη χλαλοή της νίκης
επάνω από το χώμα μας να τρέχη, να διαβαίνη,
και τα παιδιά μας θάρχονται ελεύθερα, Βλαχάβα,
να μας σχωρούν στην εκκλησιά και να μας μνημονεύουν.

Εσίγησ' ο καλόγερος. Το Θύμιο κυττάζει
και βλέπει που τα λόγια του τον είχανε ταράξει,
κ' έτρεμεν όλος κι' άρχιζε σα να ψυχομαχάη.
Το χέρι του άπλωσ' ο παπάς επάνω στο κεφάλι
και του διαβάζει μιαν ευχή και τρίς τον ευλογάει.

- Παιδί μου, σχώρεσε κι' αυτούς, που σ' έχουν μαρτυρέψει.

- Καλήτερα την κόλαση παρά να τους σχωρέσω.

- Βλαχάβα, εβλαστήμησες, έδιωξες το Θεό σου.
Συχώρεσέ μου... Τ' είσαι συ και θα γενής αντάρτης;
Εμπρός σε κείνο πώχυσες, το αίμα σου δεν είναι
παρά μικρή σταλαματιά σ' ένα βαθύ ποτάμι,
κι' ακόμα δεν εχόρτασες; Ποιός είσαι συ, Βλαχαβα;

- Είμαι παιδί του Όλυμπου, δε με γνωρίζεις τάχα;

- Βλαχάβα, η συχώρεσε η πάρε... τον... αφόρε...

Δεν έσωσε ο καλόγερος και μια φωνή σβυσμένη
ακούστηκε, που πέταξε κρυφά κρυφ' απ' το στόμα
του Θύμιου και πώλεγε• «Θεέ μου, σχώρεσέ τους».
Ενίκησ' ο καλόγερος τάγριο το λιοντάρι.

- Μεταλαμβάνει του Θεού ο Θύμιος ο δούλος...

Τα μαραμμένα χείλη του ο μάρτυρας ανοίγει
και καταπίνει μια ζωή γι' άλλη ζωή που φεύγει.

- Πατέρα μου πνεματικέ, θέλ' από σε μια χάρη•
μες στην κορφή του κεφαλιού έχω χρυσαίς τρεις τρίχες,
ξερρίζωσέ ταις, πάρε ταις και σύρ' απ' όνομά μου
να δώσης μια του Όλυμπου, να δώσης μια του Πίνδου
και τη στερνή της μάνας μου της Όσσας να τη δώσης.
Και πες τους πώς κληρονομιά στον κόσμο δεν είχ' άλλη,
και πώς μ' αυταίς τους έστειλα τα νειώτα, την ανδρειά μου,
για να μην έλθουνε μ' εμέ στο λάκκο και ταίς φάγη
το χώμα, πούναι λαίμαργο και πώλα καταπίνει...
Να ταίς φορέσουν φυλαχτό... να μη με λησμονήσουν...
να θυμηθούν... παρνήθηκα.. γι' αγάπη τους... τον κόσμο.

Γέρνει με μιας το μέτωπο, γέρνει κι' αποκοιμιέται,
τον ευλογάει ο παπάς, στερνό φιλί του δίνει,
κ' εκεί που τον εφίλησε, κρυφά κρυφά του λέει•
«παιδί μου, αύριο κ' εγώ θα νάλθω στο πλευρό σου.»

Φεύγει ο παπάς• το λείψανο έμεινε μοναχό του•
οι λύκοι δεν εξύπνησαν, τριγύρω του κοιμώνται,
λες και το παραστέκουνε, λες και το ξενυχτάνε.
 



 Επάνω



Το λείψανο


Τρεις μέραις μες στα Γιάννινα σέρνουνε το κορμί του
τανάσκελα, ταπίστομα και το ποδοκυλούνε.
Ακούς στην πλάκα να χτυπά το φοβερό κεφάλι
και βλέπεις να μπερδεύεται κάποτε στα λιθάρια
η χήτη του κατάμαυρη σαν το φτερό κοράκου.
Τραβούν, τραβούν οι άπιστοι παντοτε βλαστημώντας
βλαστήμιαις που ταίς άκουσεν ο άδης και ζηλεύει.

Και τέτοια ήταν η ορμή, το τρέξιμο, η μανία,
που ξεκολλούν, που πέφτουνε η τρίχες με το δέρμα
κουβαριασμέναις, λιγδεραίς, με γαίμα ζυμωμέναις.

Ώ τι κατάρα, Πλάστη μου, τι άσπλαχνη κατάρα!
Δε θάλθη μέρα και καιρός που του Βλαχάβα η τρίχες
να γένουν άλυσαις βαρειαίς, σχοινί, θηλειά, κρεμάλα;

Ο Όλυμπος σαν έμαθε το μήνυμα το μαύρο
εσήκωσε ψηλά ψηλά, την κορυφή στα γνέφη
να ιδή μέσα στα Γιάννινα το Θύμιο το γυιό του.
Κλείσε, βουνό, τα μάτια σου, πατέρα, μη κυττάζης
και βλαστημήσης άθελα, του Πλάστου σου το χέρι,
που σ έχτισε θεόρατο, ψηλότερο από τ' άλλα
και γίγαντα, για να θωρής, από ψηλά να βλέπης
να σέρνωνται τα σπλάχνα σου και να καταφρονώνται.
Μαυρίζει ο γέρο Όλυμπος, θολώνει, μελανιάζει
και κρύβεται στα σύγνεφα κι' αστράφτει και βροντάει.
Είναι τρομάρα του βουνού τάγριο καρδιοχτύπι!

Ωστόσο οι λύκοι τρέχουνε παντα μ' ορμή, με βία
και σέρνουνε το πτώμα του και σκούζουν και γελούνε.
Η σάρκα του, τα σπλάχνα του, σπλάχνα που τάχε ανάψει
φλόγα και θέρμη άσβεστη, ελευθεριάς μανία,
σκορπάνε από τα στήθια του λαχταριστά κι' αχνίζουν.
Άλλοι φονιάδες ακλουθούν το λείψανο από πίσω,
βλαστήμιαις και περίγελα ακούς για ψαλμωδία.

Ανάμεσά τους φαίνεται κρυμμένος ένας σκύλος,
που συντροφεύει από μακρά τη φοβερή κηδεία.
Το αίμα μη του μύρισε κ' ήλθε να ξεδιψάση;...
Ώ κλάψτε, κλάψτε τον πιστό το σκύλο του Βλαχάβα!

Δειλιάζουνε και η τριχιά τους κόβεται στα χέρια...
Τότ' ένας γύφτος έσκουξε και σταματήσαν όλοι.
Έβγαλε το μαχαίρι του, το λάρυγγα χαράζει
κι' αφού περνά το δάχτυλο μες στην τομή που χάσκει,
ανασηκώνει τεχνικά το φοβερό κεφάλι,
και με δυο γύρους πώδωκε στο κοφτερό λεπίδι,
το χώρισε, το σήκωσε, το δείχνει... Φεύγουν όλοι.
Ρίχνει το μάτι ολόγυρα, βλέπει σιμά μια πέτρα,
επάνω της το πίθωσε και ρίχνεται και τρέχει.
Και κάθε λόγο φεύγοντας γυρίζει και κυττάζει
μη ζωντανέψ' η κεφαλή και τόνε παρη ακλούθα.

Ενύχτωσε κ' εφύγανε χορτάτα τα θερία.
Ο σκύλος μόνος έμεινε. Ξαπλώνεται στο χώμα
και βόγγει, βόγγει ο δύστυχος απ' την πολλή την πίκρα.
Σαν ήλθαν τα μεσάνυχτα με μιας ορθός πετιέται
και με το στόμα μάχεται να φθάση το κεφάλι.
Κ' αιμάτωνε και πλήγιαζε τα έρμα του τα νύχια,
που ξεκολλούν και πέφτουνε σγαρλίζοντας την πέτρα.
Είναι ψηλά, δεν έφθανε. Τεντώνεται, κρεμιέται,
γλυστρά και πέφτει, σκώνεται, ορμά, πηδάει ακόμα
ανδρειωμένο πήδημα κι' ανέλπιστ' ανεβαίνει.
Αρπάζει μες στα δόντια του το φοβερό κεφάλι
κι' αντάμα φεύγουνε τα δυο, παίρνουν βουνά και λόγγους.
Κ' εκείθε που διαβαίνουνε, ξαφνίζονται τα δέντρα
και τόνα τ' άλλο ρώταγε, ο πεύκος τα πλατάνια,
το κυπαρίσσι την ετιά και η φτελιά τη δάφνη:
«Ποιός νάν' εκειός που πέρασε; μην ήταν ο Βλαχάβας;»
Και γέρνουνε να τον ιδούν, κ' εκείνος παντα φεύγει.
Και προς τα ξημερώματα φθάνει ψηλά στην Όσσα,
ψηλά, ψηλά, κατάκορφα, ανάμεσα στα χιόνια
και σκάφτει λάκκονε βαθύ και χώνει το κεφάλι
κ' εκεί σιμά του απλώνεται και πέφτει να πεθάνη.

Χαρά στο χιονοκρέββατο, το μνήμα του Βλαχάβα!
Η μάννα, που τον έκαμε, τα σπλάχνα της ανοίγει
και σαν παιδί μες στην κουνιά να κοιμηθή του στρώνει.

Άχ! πότε θάλθη ένας καιρός ο ήλιος ν' ανατείλη
τόσο ζεστός και φλογερός, που το βουνό ν' ανάψη,
να λυώσουνε τα κρούσταλλα και τα πολλά τα χιόνια,
για να φανή πάλαι ψηλά στη ράχη το κεφάλι,
να ξαφνιστούν τα Γιάννινα και να το προσκυνήσουν,
ν' αναστενάξ' η Αρβανιτιά, κι' η έρμη Θεσσαλία
να ιδή τη νεκρανάσταση και να τήνε γιορτάση;

Μες στην κοιλιά της μάννας σου, Βλαχάβα μου, κοιμήσου.
Θα νάλθ' η ώρα κ' η στιγμή τη μήτρα της ν' ανοίξη
η Όσσα η περήφανη να σε γεννήση πάλαι•
και θάβγης ολοζώντανος και θα να ξεφυτρώσης
σα σπόρος που δε σέπεται θαμμένος μες στο χιόνι
κι' οπ' όσο στέκεται στη γη τόσο βαθειά ριζώνει.



Επάνω


Ύμνος εις τον θάνατον του Έλληνος ποιητού Διονησίου Κόμητος Σολωμού 

Μαύρισε, κύμα, τον αφρό,
και σείς, βουνά, το χιόνι.
Γιατ' ήλθε βαρυχειμωνιά
και δε λαλεί ταηδόνι,
ταηδόνι που τραγούδησε
εις του βουνού τη ράχη.
Κλάψτε, βουνά και βράχοι,
ταηδόνι δε λαλεί...

Και συ, δαφνούλα ελληνική,
φυλλόχλωρη δαφνούλα,
εσύ, που τάνθη σου έλουζες
τη νύχτα στη δροσούλα,
για να σε βλέπη ώμορφη
και να σε καμαρώνη,
πες μου γιατί ταηδόνι,
δαφνούλα, δε λαλεί;...

Του μύρισεν η άνοιξη
που πλάκωνε από πέρα
και λαίμαργο θα σώφυγε
ψηλά μες στον αιθέρα,
πρώτο να πάγη να την βρή
και να την απαντήση,
γλυκά να τη φιλήση,
και νάλθουνε μαζί.

Άχ! πότε νάλθ' η άνοιξη
να δής αν θα γυρίση!
Άχ! πότε το τριαντάφυλλο,
δαφνούλά μου, ν' ανθίση,
να πάς να βρής τα φύλλα του
να νοιώσης την οσμή του!...
Ποιός ξεύρει την πνοή του
μην εύρης μέσα εκεί;

Άχ! πότε νάλθ' η άνοιξη,
να λυώσουνε τα χιόνια,
να πάψουν ταστραπόβροντα,
ναλθούν τα χελιδόνια,
για να τους πής, δαφνούλά μου,
την άσπλαχνή σου μοίρα;
Ποιός ξεύρει, μαύρη χήρα,
κ' εκείνα τι θα πούν.

Παρηγορήσου, δάφνη μου,
γιατί δεν είσαι μόνη
που καρτερείς το φίλο σου,
που καρτερείς ταηδόνι.
Νάξευρες πόσα κόκκαλα
και σπλάχνα ανδρειωμένα
στο μνήμα ξαπλωμένα
με σε το καρτερούν.

Το λάλημά του τάκουσαν
στην πρώτη παρουσία
σαν του πολέμου σάλπιγγα,
σαν άλλη τρικυμία,
κ' ευθύς επάνω στ' Άγραφα
βροντούν αστροπελέκια,
ανάφτουν τα τουφέκια,
και λάμπουν τα σπαθιά.

Κ' εκεί που πολεμούσανε
οι μαύρ' οι πεθαμμένοι,
ταηδόνι με το λάλημα
το αίμα τους ζεσταίνει,
και σαν εμοιρολόγησε
και σαν ετραγουδούσε
η δάφνη παντ' ανθούσε,
ανθούσε κ' η μυρτιά.

Ο φοβερός του αντίλαλος
στο Μεσολόγγι φθάνει
την ώρα που του κλούσανε
τα μάτια να πεθάνη,
την ώρα που ο δεσπότης του
φλόγα, καπνό ντυμένος,
ανέβαινε καμμένος
στον ουρανό ψηλά.

Ώ! τι γλυκό νανάρισμα!
Ανήκουστη αρμονία!
Του αηδονιού το λάλημα
για κείνα τα θηρία,
σαν εψυχομαχούσανε
κι' απλώνανε το σώμα
στα αίματα, στο χώμα
να κοιμηθούν βαθειά.

Επέρασε το λάλημα
λόγγους, βουνά, λιβάδια,
και το νεράκι, πώτρεχε
κρυφά μες στα λαγκάδια,
χαρούμενο σαν τάκουσε
μες στον αφρό το παίρνει
και τρέχοντας το φέρνει
στο κύμα του γιαλού.

Κ' ευθύς το κύμα φούσκωσε,
εμάνιωσε, θεριεύει,
βλέπει τη γη ελεύθερη
και βράζει και ζηλεύει,
βογγάει κι' ανδρειεύεται,
αφρίζει, μεγαλώνει
και την κορφή ψηλώνει
σαν την κορφή βουνού.

Άχ! τότε πόσα βλέμματα,
παστράφταν σαν αστέρια,
εκύτταξαν τη θάλασσα•
και πόσα, πόσα χέρια,
σαν νάταν από μάρμαρο,
βαρειά κι' ανδρειωμένα
εδείχναν τεντωμένα
το κύμα στο γιαλό.

Γιατί κρυφός χτυπόκαρδος
τους είπε πώς θα ιδούνε
μια μέρα ν' ανεμίζουνε,
στ' αγέρι να πετούνε
φλάμπουρα γαλανόλευκα,
σαν κύματ' αφρισμένα
περήφαν' απλωμένα
σε πέλαγο εθνικό.

Ωστόσο παντα η θάλασσα
γρούζει, βογγά, μουγκρίζει,
πάντα σπαράζει, δέρνεται,
βράχους, βουνά κλονίζει...
Κρύψου βαθειά στα σύγνεφα
και μη φανής, φεγγάρι,
δε βλέπεις τον Κανάρη
που στη βοή ξυπνά;

Εξύπνησε σα βάρυπνος,
πετιέτ' από το μνήμα
και τρέχει κι' αγκαλιάζεται
με τάγριο το κύμα,
και δένουνε αχώριστη
και τρομερή φιλία
δυο άσπονδα στοιχεία,
το κύμα κ' η φωτιά.

Και σαν ανταμωθήκανε
κ' εβγήκαν ν' αρμενίσουν,
πλακώνει μαύρος θάνατος
εκείνους π' απαντήσουν.
Είναι πλατύ κ' ευρύχωρο
το μνήμα της θαλάσσης...
Κανάρη, μη δειλιάσης,
θυμήσου τα Ψαρά.

Γιατί, γιατί δεν ήμουνα
του κεραυνού σου αχτίδα,
γιατί κ' εγώ της θάλασσας
δεν ήμουν μια ρανίδα,
νάλθω μ' εσένα συντροφιά,
Κανάρη κειό το βράδυ,
σαν άνοιξες τον άδη
κ' έφαγες την Τουρκιά.

Για να σού λέγω παντοτε:
- Κανάρη, μη δειλιάζης
να καίς, να πνίγης, να χαλάς,
τους άπιστους να σφάζης,
κι' ανάμεσα στα γαίματα
ν' ανάφτω την οργή σου
φωνάζοντας, «Θυμήσου
τα λόγια ταηδονιού»;

Τα λόγια που σού ελάλησε
γλυκά στο περιβόλι,
τότε σαν ήλθε σκούζοντας
το έρμο από την Πόλη,
και σούπε πώς απάντησε
άγιο κορμί πνιγμένο
στην άκρη πεταμένο
του έρημου γιαλού.

Και σούπε πώς εσίμωσε
για να το ψηλαφήση,
και βλέπει... κι' ανατρίχιασε...
Και πέφτει να φιλήση•
κ' εκεί που επλησίασε
στο μάρτυρα τα χείλη,
σχοινί για πετραχήλι
του βλέπει στο λαιμό.

Και τόσο άσπλαχν' η θηλειά
τον Πατριάρχη σφίγγει,
τόσο του χώνεψε βαθειά,
πώκοψε το λαρύγγι,
κι' άνοιξε στόμα δεύτερο,
που μέρα νύχτα κράζει
και παντα σας φωνάζει:
Έκδίκηση ζητώ».

Το φοβερό το μήνυμα
σαν έφερε ταηδόνι,
τραβιέτ' επάνω στα βουνά
και τα φτερά διπλώνει
κι' αναγαλλιάζει βλέποντας
τη δάφνη του ν' ανθίζη
κι' άνοιξη να μυρίζη
στα μαύρα τα ορφανά.

Τριάντα χρόνοι επέρασαν
σαν νάτανε μια μέρα!
Και παντα παραμόνευε
κ' ερώτα τον αγέρα,
που φύσαγε απ' τον Όλυμπο,
τι μήνυμα του φέρει
κι' αν έλαμψε ταστέρι
στου Πίνδου τα βουνά.

Ώ! τι χαρά που τώπιασε
το έρημο ταηδόνι!
Αμέσως αναφτέριασε,
πετά και ξανανειώνει,
σαν έμαθε, σαν άκουσε
ψηλά στη Θεσσαλία
ν' ανοίγη τα μνημεία
του Πίνδου το σπαθί.

Θυμήθηκε τα νειώτά του,
την πρώτη τη λαλιά του,
κ' αρχίνησε το λάλημα
κρυφά στην ερημιά του...
Δαφνούλά μου, τι σώμελλε•
εκείνα του τα λόγια
να γένουν μοιρολόγια
κ' η έσχατη πνοή.

Τώρα τα κρύα κόκκαλα
ποιος θάλθη να τα κράξη,
ποιος άγγελος ανάσταση
θαλθη να τους φωνάξη,
και ποιο πουλί θα νάρχεται
χαρούμενο το βράδυ
ελπίδες μες στον άδη
να φέρνη και χαρά;

Άς σφραγισθούν τα μνήματα
και πάλ' ας χόρταριάσουν,
οι πεθαμμένοι ας απλωθούν,
στο μνήμ' ας ησυχάσουν.
Ποιός ξεύρει πόσαις άνοιξαις
θα να διαβούν και χρόνοι
που δε θα ιδούν ταηδόνι
και την πρωτομαγιά!



Επάνω


Νανάρισμα 

Φύσ' αγεράκι δροσερό
μες των δενδρών τα φύλλα,
παρ' απ' τα ρόδα τον ανθό
απ' τη μηλιά τα μήλα
και φέρ' τα στο παιδάκι μου.
Είναι καλό και κάνει
ήσυχο νάνι-νάνι.

Αρχίνησε το λάλημα,
αηδόνι ερωτευμένο,
νανάρισέ το, το φτωχό•
είν' αποκοιμημένο
σαν τη γλυκειά σου συντροφιά
μες τη φωλιά σαν κάνει
τη νύχτα νάνι-νάνι.

Άνοιξε νυχτολούλουδο,
άνοιξε και μη κλείσης
την ώμορφή σου μυρωδιά
ωσότου να τη χύσης
όλη μες τα μαλλάκια του.
Το μαύρο ιδές πώς κάνει
μαζί μου νάνι-νάνι.

Παίζει τ' αγέρι του Μαγιού
μέσα στον καλαμώνα,
γελούνε τ' άνθη, τα νερά,
λαλεί η νεροχελώνα.
Ευτυχισμέν' είμαι κ' εγώ
στα στήθια μου σαν κάνει
το μαύρο νάνι-νάνι.

Και σείς με τα χρυσά φτερά,
ονείρατά μου, ελάτε
στο έρμο το καλύβι μας,
αγάλια αγάλια εμβάτε
σιγά μη το ξυπνήσετε•
κυττάξετε πώς κάνει
άγγελος νάνι-νάνι.

Ονείρατα είναι του φτωχού
η συντροφιά, η ελπίδα•
της χήρας η παρηγοριά,
ο ήλιος, η αχτίδα.
Ελάτε, μην αφήσετε
τη μάνα του που κάνει
μαζύ του νάνι-νάνι.

Αποκοιμήθη το μικρό, κ' η μάν' αποκοιμήθη
βαστώντας το σφιχτά σφιχτά στα μητρικά της στήθη.

Ευλογημένο τρεις φορές της χήρας το κρεββάτι!
Ευλογημένο τρεις φορές. Κι' ανάθεμα στο μάτι
οπού κυττάζ' ατάραχο μικρό παιδί σαν κάνει
στην αγκαλιά της μάνας του τη νύχτα νάνι-νάνι.



Επάνω


Εις τον φίλον μου Στέφανον Πιερρήν 

Εις τας ερήμους τας ξηράς, στην μαύρη Αραβίαν
όταν σφυρίζη το Σιμούν με λύσσαν, με μανίαν,
οι διψασμένοι Άραβες πηγαίνουν να καθίσουν
εις των φοινίκων την σκιάν. - Στα νάματα τα κρύα
τα διψασμένα χείλη των τρέχουσι να δροσίσουν...
κ' ενώ ακούν από μακράν τα άγρια θηρία
βαρείς να πέμπουν μυκηθμούς, ως σάλπιγγας θανάτων
ήσυχοι και ατάραχοι, σχεδόν απηυδισμένοι,
εκεί απλώνουν στην σκιάν τα μαύρα σώματά των.
Ο άνεμς επάνω των σφυρίζων διαβαίνει
φέρων μαζί του θόρυβον και μυκηθμούς λεόντων.
Εις την σκιάν του φοίνικος οι Άραβες κυττάζουν
την τρικυμίαν που περνά επί των κεφαλών των
και ηπλωμένοι κατά γής κοιμώνται, ησυχάζουν.
Ο Άραψ ο πλανώμενος στην έρημον ποιον έχει
στον κόσμο άλλον φίλον του παρά τινά στελέχη;,,,
Τοιουτοτρόπως και εγώ! Της θολερής ζωής μου
τα αφρισμένα κύματα μ' έρριψαν με μανίαν
μακράν από τα χώματα της γής της πατρικής μου•
με έρριψαν εις την νερκάν και δούλην Ιταλίαν.

Αλλά εδώ, ώ ευτυχής! Ενώ απηλπισμένος
εις τους σκληρούς μου στοχασμούς ήμην παρητημένος,
ενώ ακόμα ήκουα τους λαίλαπας να τρίζουν
βαθέως μες' στα σπλάχνα μου και να μου τα φλογίζουν,
απήντησα, ώ φίλε μου, ως Άραψ της ερήμου,
εν δένδρον νέον, χλοερόν, στον δρόμον μου ν' αυξάνη.
Εκεί ευρήκ' ανάπαυσιν η έρημος ζωή μου.
Είθ' ο χειμών τα φύλλα του ποτέ να μη μαράνη!
Αυτό το δένδρον είσαι συ. Είθε ποτέ καμμία
να μη φυσήση επάνω του άσπλαχνος τρικυμία!
Ο Άραψ ο πλανώμενος που πλέον θέλει θέσει
την έρημον του κεφαλήν, εάν το δένδρον πέση;



Επάνω


Απόσπασμα εκ του τυφλού Χορμοβίτου 

Κι' απόψε πάλαι νηστικός!... κι' απόψε χωρίς δείπνο,
Δημήτρη μου, στον ύπνο!...

Άλλα κοιμώνται σ' αγκαλιαίς, σε δροσερά στρωσίδια
τα παραστέκουν όνειρα, μοσχοβολιαίς, παιδί μου,
και συ το μαύρο σέπεσαι γυμνό μες στα ξεσκλίδια
και μόνη σου έχεις συντροφιά τη στείρα την ευχή μου.
Ούτε που βρέθηκε για μας σ' όλην αυτήν την πλάση
ένα παληό καταχυτό και δυο ρονιαίς κατώγι,
μια καταρρήχωση τυφλή να κρύψη, να σκεπάση
τη φτώχια, που μας τρώγει!...

Πόσα παιδάκια επλάγιασαν απόψε σαν εσένα,
Δημήτρη, ευτυχισμένα!

Είν' αύριο πρωτομαγιά, θα σηκωθούν πριν φέξη
σα χελιδόνια απ' τη φωλιά, θ' αφήσουν το κρεββάτι
και με τραγούδια, με χαραίς, καθένα τους θα τρέξη
να στολιστή με λούλουδα, να πιή στο νεροκράτη.
Για σε δεν έρχετ' άνοιξη! Φτωχά, τυραγνισμένα
θα τρώς τα νειώτά σου μ' εμέ γυρμένο στα πεζούλια
κι' ονείρατα στον ύπνο σου μελανοφορεμένα
θα βλέπης νυχτοπούλια.

Κι' εγώ νάμαι θεότυφλος! Και νάχω αντί γι' αχτίδαις
στα μάτια νυχτερίδες!
Σβυσμένο φώς στον άδη μου σ' επήρα λυχνοστάτη
και κρεμασμένος σέρνομαι στον άχαρο λαιμό σου,
μελανιασμένο σύγνεφο στην έρμη σου την πλάτη
μέρα και νύχτα ζωντανό σκοτάδι στο πλευρό σου!
Ώ! να σκορπούσε μια στιγμή, Δημήτρη, η καταχνιά μου,
να γλυκοχαραζε για με στα χείλη σου η αυγούλα!
Ώ! νάβλεπα στην όψη σου την πρώτη λεβεντιά μου,
τη μαύρη σου μανούλα!

Όποιος διαβάτης απ' εδώ ελεημοσύνη απλώση
στο χέρι σου να δώση
για με το διακονιάρη σου, σκύφτει κρυφά σιμά μου
την ευμορφιά σου να μου πή. Κ' εγώ, γλυκό παιδί μου,
εγώ, πατέρας, τήκομαι, ραγίζετ' η καρδιά μου,
που οι ξένοι κλέφτουν άθελα χαρά πούναι δική μου.
Στον κόσμο σ' είδα μιαν αυγή, στον ουρανό μου αστέρι,
στον έρημό μου το γιαλό μονάκριβη αρμυρήθρα,
βυζασταρούδι γαλανό, δροσάτο σαν τη φτέρη,
ξανθό σαν την κερήθρα.



Επάνω


Προς τον φίλον Αχιλλέα Παράσχον 

Σύ το γνωρίζεις, Αχιλλεύ!... Απ' τα μικρά μου χρόνια
πουλί περίχαρο, τρελλό, μες στ' αναφτέριασμά μου,
μούβρεν ο πόνος την καρδιά, κ' εκεί που με τ' αηδόνια
είχ' αρχινήσει να πετώ, και με το λάλημά μου
να χύνω μια σταλαματιά γλυκάδα κι' αρμονία,
μέσα στου κόσμου τη χαρά, που με τα κύματά της
μ' έβρεχε, μ' επελάγωνε, κ' εκεί που άλλη καμμία
μαύρη φροντίδα, συλλογή με τα βαρειά φτερά της
δε μου συγνέφιαζε το νου παρά πώς να χορτάσω,
γλυκέ μου φίλε, τη ζωή και πώς να ξεδιψάσω...

Μια νύχτα, στην αστροφεγγιά, πώπαιζα μοναχό μου
μ' ένα λουλούδι δροσερό και τώδειχνα στ' αστέρια
με περηφάνεια απόκρυφη, πλακώνει στο πλευρό μου
βουβός ο Χάρος, κι' άσπλαχνα μου τ' άρπαξε απ' τα χέρια...
Μου τώκρυψε βαθειά στη γη... μ' εφύτεψε σιμά του...
Μ' έκαμε νυχτολούλουδο, μ' έκαμε κυπαρίσσι...
Ολόγυρά μου εσκόρπισε τα νεκρολίβανά του
και μ' εζευγάρωσε σκληρά μ' ένα του ρημοκκλήσι...
Δε βλέπεις πώς μαραίνομαι στου Χάρου μου τ' αγώγι
και πώς κάθε μου λάλημα γίνεται μοιρολόγι;...

Γλυκέ μου φίλε, μέριασε... μη μου ζητείς τραγούδια,
στον ίσκιο μου δε θα ναυρής μαγιάτικα λουλούδια,
ούτε παιχνίδια, ούτε χαραίς... θαυρής ένα λυχνάρι
ετοιμοθάνατο, φτωχό, θαμμένο στο χορτάρι,
που κρύβει κάθε μνήμά μου και λιποθυμημένη
τη νεκρική τη λάμψη του... Οι μαύροι οι πεθαμμένοι
σε τέτοιον ήλιο παντα ζούν! Μ' αυτή τους την αχτίδα
φωτίζουνε τη νύχτα τους και σώζουν την ελπίδα,
π' ώραν την ώρα πνίγεται μες στον καταποτήρα
του κόσμου, πούναι αχάριστος... Ώ! δε θα μείνη στείρα!

Θα ζωντανέψη μια φορά κι' από τα μνήματά μας
θ' αστράψη πάλαι ολόφωτο το γλυκοχάραμά μας...
Γλυκέ μου φίλε, πρόφτασε και ρίξε λίγο λάδι
στο πενιχρό λυχνάρι μας... τρέξε και συ στον άδη
τα πεθαμμένα κόκκαλα μ' εμέ να προσκυνήσης...
Λησμόνησε τους ζωντανούς. Στον κόσμο μην ελπίσης...



Επάνω


Ο ανδριάς του αοιδίμου Γρηγορίου του Ε' Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως 

Πώς μας θωρείς ακίνητος;... Πού τρέχει ο λογισμός σου,
τα φτερωτά σου όνειρα;... Γιατί στο μέτωπό σου
να μη φυτρώνουν, γέροντα, τόσαις χρυσαίς αχτίδες,
όσαις μας δίδ' η όψη σου παρηγοριαίς κ' ελπίδες;...
Γιατί στα ουράνια χείλη σου να μη γλυκοχαράζη,
πατέρα, ένα χαμόγελο;... Γιατί να μη σπαράζη
μέσα στα στήθη σου η καρδιά, και πώς στο βλέφαρό σου
ουτ' ένα δάκρυ επρόβαλε, ουτ' έλαμψε το φώς σου;...

Ολόγυρά σου τα βουνά κ' οι λόγγοι στολισμένοι
το λυτρωτή τους χαιρετούν... Η θάλασσ' αγριωμένη
από μακρά σ' εγνώρισε και μ' αφρισμένο στόμα
που σε κρατεί στα σπλάχνα του... Θυμάται την ημέρα,
οπού κι' αυτή στον κόρφο της, σαν τρυφερή μητέρα,
πατέρα μου, σ' εδέχτηκε... Θυμάται στο λαιμό σου
το ματωμένο το σχοινί, και στ' άγιο πρόσωπό σου
τ' άτιμα τα ραπίσματα... το βόγγο... τη λαχτάρα...
του κόσμου την ποδοβολή... Θυμάται την αντάρα...
την πέτρα, που σού κρέμασαν... τη γύμνια του νεκρού σου...
το φοβερό το ανάβρασμα του καταποντισμού σου...
Δεν ελησμόνησε τη γη που σώγινε πατρίδα,
ούτε το χέρι που εύσπλαχνο μ' ολόχρυση χλαμύδα
τη σάρκα σου εσαβάνωσε τη θαλασσοδερμένη,
όταν, πατέρα μου, άκαρδοι, γονατισμέν' οι ξένοι
το αίμά σου έγλυφαν κρυφά στα νύχια του φονιά σου...
Τώρα σε βλέπει γίγαντα, πατέρα, η θάλασσά σου...
Το λείψανό σου το φτωχό, το ποδοπατημένο,
τ' ανάστησε η αγάπη μας κ' εδώ μαρμαρωμένο
θα στέκη ολόρθο, ακλόνητο κ' αιώνιο θα να ζήση,
νάναι φοβέρα αδιάκοπη σ' Ανατολή και Δύση...

Πενήντα χρόνοι πέρασαν σαν νάτανε μια μέρα!...
Για σας που είσθε αθάνατοι φεύγουν γλυκειαίς, πατέρα,
πετούν η ώραις αμέτρηταις στου τάφου το λιμάνι...
Για μας... και μόνη μια στιγμή αρκεί να μας μαράνη...
Πενήντα χρόνοι πέρασαν κι' ακόμη ή ανατριχίλα
βαθειά μας βόσκει την καρδιά... Με τα χλωρά τα φύλλα
ανθοβολεί κι' ο τάφος σου και στο μνημόσυνό σου
υψώνεται στον ουρανό το νεκρολίβανό σου
με των ανθών τη μυρωδιά και με το καρδιοχτύπι
του κόσμου,, που εζωντάνεψες... Γέροντα, τι σού λείπει;...
Πώς μας θωρείς ακίνητος;... Πού τρέχει ο λογισμός σου;...
Ποιός είν' ο πόθος σου ο κρυφός και ποιο το μυστικό σου;...

Είχαν ξυπνήσει ανέλπιστα οι νεκρωμένοι δούλοι
κι' από το γέρο Δούναβη ως τ' άγριο Κακοσούλι
έβαζε γη και θάλασσα... Σεισμός, φωτιά, τρομάρα,
σπαθί και ψυχομάχημα και δάκρυ και κατάρα.
Εβρόντουν κι' άστραφταν παντού τα κλέφτικα λημέρια...
Γοργά του Χάρου εθέριζαν τ' αχόρταγα τα χέρια,
κ' ήταν ο πόλεμος χαρά, τα φονικά παιχνίδια...
Με μιας θολώνουν του Όλυμπου τα χιονισμένα φρύδια
και μαύρα νέφη απλώνονται στου Κίσσαβου τη ράχη...
Ανατριχιάζουν τα κλαριά και τα νερά κ' οι βράζοι
μένουν παράλυτα, νεκρά, σαν νάχε διαπεράσει
κρυφό μαχαίρι αυτή τη γη κ' εσκότωσε την πλάση...

Είχε προβάλει από μακρά πουλί κυνηγημένο
σα σύγνεφο με το βορειά και μαυροφορεμένο,
σκοτείδιασε τον ουρανό με τα πλατειά φτερά του,
και με φωνή, που εξέσχιζε σκληρά τα σωθικά του,
ερρέκαξε κ' εβρόντησε... «Χτυπάτε, πολεμάρχοι!...
Απ' άκρη σ' άκρη ο χαλσμός... Κρεμούν τον Πατριάρχη!...
Του μυστικού διαλαλητή πέφτει στη γη, στο κύμα
το φλογερό το μήνυμα κι' από ένα τέτοιο κρίμα
εφύτρωσε άσβεστη φωτιά και με τη δύναμή σου
εθέριεψε, εζωντάνεψε τ' άτιμο το σχοινί σου
κ' έγεινε φίδι φτερωτό στον κόρφο του φονιά σου...
Καλόγερε, πώς δεν ξυπνάς να ιδής τα θαύματά σου;...

Αναστηλώνεται ο Μωρηάς... Η Ρούμελη μουγκρίζει...
Ιδρώνουν αίμα τα βουνά, το δάκρυ πλημμυρίζει...
Παντού παράπονο βαθύ και αλαλαγμοί και θρήνοι...
Διαβαίνει μαύρ' η άνοιξη. Τα ρόδα σας, οι κρίνοι
λησμονημένοι τήκονται και τα πουλιά σκιασμένα
αφίνουν έρμη τη φωλιά και φεύγουνε στα ξένα...
Στου Γερμανού το μέτωπο κρυφά γλυκοχαράζει
του Γένους το ξημέρωμα... Πάσα ματιά σου σφάζει...
Διωγμέν' από τον Κάλαμο, με την ψυχή στο στόμα,
χιλιάδες γυναικόπαιδα δε βρίσκουν φούχτα χώμα
να μείνουν ακυνήγητα... κι' ο Χάρος δεκατίζει...
Ρυάζεται ο Βάλτος, σα θεριό τη χαίτη του ανεμίζει...
Φλόγα παντού και σίδερο... δεν θ' απομείνη λόθρα...
Στην Κιάφα νεκρανάσταση... στου Πέτα καταβόθρα...

Πέτρα δε μένει ασάλευτη... κλαρί χωρίς κρεμάλα...
Ερμιά και ξεθεμέλιωμα στην Τρίπολη, στου Λάλα...
Κι' όταν το χέρι εχόρταινε κ' έπεφτε στομωμένο
να ξανασάνη το σπαθί στη θήκη ξαπλωμένο,
εφώναζε ο αντίλαλος... «Χτυπάτε, πολεμάρχοι!...
Απ' άκρη σ' άκρη ο χαλασμός... Κρεμούν τον Πατριάρχη!»...

Φριμάζουν τα Καλάβρυτα... Καπνίζει το Ζητούνι...
κ' η Μάνη ή ανυπόμονη τεντώνει το ρουθούνι
σαν το καθάριο τάλογο, να μυριστή τ' αγέρι
που, ταχυδρόμος τ' ουρανού, με τα φτερά του φέρει
του Διάκου τη σπιθοβολή και την αναλαμπή του...
Ο γυιός τ' Ανδρούστου στη Γραβιά στηλώνει το κορμί του
κ' επάνω του, σα νάτανε θεόχτιστο κοτρώνι,
συντρίβεται η Αρβανιτιά με τον Ομέρ Βρυώνη...
Φεγγοβολούν τα πέλαγα στην Τένεδο, στην Σάμο
και κάθε κύμα πώρχεται να ξαπλωθή στην άμμο
ξερνώντας αίμα και φωτιά, φωνάζει... «Πολεμάρχοι!...
Εκδίκηση... άσπλαχνη... παντού... Κρεμούν τον Πατριάρχη!».

Το Σούλι το ανυπόμονο ψηλά στο Καρπενήσι
του Βότδαρή σου την ψυχή για να σε προσκυνήση
σού στέλλει αιματοστάλαχτη... Στον τάφο του κλεισμένο
το Μισολόγγι σκέλεθρο, γυμνό, ξεσαρκωμένο,
δεν παραδίδει τάρματα, δε γέρνει το κεφάλι...
Κρατεί για νεκροθάφτη του το Χρήστο τον Καψάλη,
το ράσο του Δεσπότη του φορεί για σάβανό του,
και φλογερό μετέωρο πετά στον ουρανό του
και θάφτεται ολοζώντανο... Στο διάβα του τρομάζουν
τ' αστέρια που το κύτταζαν, και ταπεινά μεριάζουν...
Κλαρί δε φαίνεται χλωρό και το στερνό χορτάρι,
πώμεινε ακόμα πράσινο, τ' αράπικο ποδάρι
το μάρανε, το σκότωσε... Χορτάσαν οι κοράκοι...
Στη Ράχωβα, στο Δίστομο με τον Καραϊσκάκη
αδελφωμένο πολεμά της Λιάκουρας το χιόνι...
Θερίζει τ' άσπλαχνο σπαθί κι' ο πάγος σαβανώνει...

Πλαταίνει παντα η ερημιά και το σχονί σου σφίγγει
του λύκου μας του εφτάψυχου τ' αχόρταγο λαρύγγι...
Ο κόσμος ανταριάζεται... Και τα σκυλόδοντά του
ξερριζωμένα πνίγονται με τα ρυάσματά του
στου Ναβαρίνου τα νερά... και φεύγει... Ανάθεμά τον!...
Εσκόρπισαν τα σύγνεφα με τ αστραπόβροντά των
και κούφια απέμεινε η βοή του μαύρου καταρράχτη...

Μ' αυτά... μ' αυτά τα κόκκαλα, τα τρίμματα, τη στάχτη
εχτίσαμε, πατέρα μου, τη φτωχική φωλειά μας,
κ' εκείθε εφύτρωσε η μυρτιά και τα δαφνόκλαρά μας,
π' ανθοβολούν τριγύρω σου... Γιατί τα δάχτυλά σου
ακίνηταα δεν ευλογούν τα μαύρα τα παιδιά σου;...
Στ' ανδρειωμένα σπλάχνα σου, μακρ' από την Ελλάδα
ερρίζωσε τόσο βαθειά του Χάρου η φαρμακάδα,
π' ούτε του Ρήγα η συντροφιά, καλόγερε, δε φθάνει
τα σφραγισμένα χείλη σου ν' ανοίξη, να γλυκάνη...
ούτε το φώς το ακοίμητο που στο πλευρό σου χύνει
αυτό μας το περήφανο, το φλογερό καμίνι;...
ούτε τα δέντρα, τα πουλιά, τα πράσινα χορτάρια...
ούτε τα βασιλόπουλα, του Θρόνου μας βλαστάρια,
που θάρχωνται να χαιρετούν του ποιητή τη λύρα,
και να ρωτούν πώς έγεινε το ράσο σου πορφύρα;...
Τι θέλεις, γέροντ' από μας;... Δε νοιώθεις μια ματιά σου
πόσαις θα εφλόγιζε καρδιαίς κι' από τα σωθικά σου
πόση θα εβλάστενε ζωή;... Πώς δεν ξυπνάς, πατέρα;...
Δε φέγγει μες στο μνήμά σου ούτε μια τέτοια μέρα;...

Το μάρμαρο μένει βουβό... Και θα να μείνη ακόμα
ποιος ξέρει ως πότ' αμίλητο το νεκρικό του στόμα...
Κοιμάται κι' ονειρεύεται... και τότε θα ξυπνήση,
όταν στα δάση, στα βουνά, στα πέλαγα, βροντήση
το φοβερό μας κήρυγμα... «Χτυπάτε, πολεμάρχοι!...
Μη λησμονείτε το σχοινί, παιδιά, του Πατριάρχη!»...



Επάνω


Η Φανερωμένη 

«Κυρά Φανερωμένη μου, παρηγοριά του κόσμου,
βοήθαμε την πανόρφανη! Τ' άγιο σου χέρι δός μου
για ν' ανεβώ στο βράχο σου! Δεν ήλθες μες στο βράδυ
ωσάν αχτίδ' ανέλπιστη στο μαύρό μου τον άδη,
κ' εσφόγγισες το δάκρυ μου και μούπες συ, Κυρά μου,
να πάρω το παιδάκι μου στην έρημη αγκαλιά μου
και να το φέρω να το δής;... Παρθένε, βόηθησέ με...

Τα γόνατά μου εδείλιασαν... κατέβα, πρόφθασέ με...
Μώφαγ' η θάλασσα η σκληρή το Λάμπρο μου στα ξένα...
Η δυστυχιά μ' εμάρανε!... Μην αρνηθής κ' εμένα...
Δυνάμωσέ με, τη φτωχή... Για ιδές με! Θερμασμένη,
τρεις μέρες θεονήστικη, νεκρή, ξεψυχισμένη,
νοιώθω τη ρώγά μου στεγνή στα χείλη του, Κυρά μου,
εστρέφεψε το γάλα μου... Επάγωσ' η καρδιά μου...
Σύντρεξε, μάνα τουρανού, σύντρεξε το παιδί μου...
Παρθένε μου, εχιονίστηκε... Θα να σβυστή μαζί μου...»
Και ξαναγύρισε με μιας στη γη ξεστηθωμένη,
με το παιδί στην αγκαλιά, η Δέσπω η πικραμμένη.

Επάνωθέ της του βορειά τα σύγνεφα αρμενίζουν
κι' ούτε δε στέκουν να την δουν. Τον κόρφο της φωτίζουν
κρύαις αχτίδες φεγγαριού, που εδώ κ' εκεί προβαίνουν
σαν από μάτι νεκρικό, χωρίς να τη θερμαίνουν.
Σιμά της τρέχει το νερό, γοργό, γοργό, δροσάτο...
λαλούν τ' αηδόνια ξέγνοιαστα μες στη μυρτιά, στο βάτο...
τα δένδρα είν' ανθοστόλιστα... παντού χαρά κ' ελπίδα,
σφιχταγκαλιάζεται η οχειά με τη μονομερίδα,
κι' ως τόσο αμοιρολόγητη, χωρίς ταφή και δάκρυ,
μια χήρα μάνα, ένα παιδί, πεθαίνουν σε μιαν άκρη!

Μέσα στου κόσμου τη γλυκειά, την άφθαρτη αρμονία,
ποια θέληση και ποια καρδιά, ποια παντοδυναμία
εσύμπλεξ', εζευγάρωσε το σφύριγμα ταστρίτη,
του καταρράχτη τη βοή, του λύκου, του πετρίτη,
και ταητού το ρυάσιμο, με το γλυκό τραγούδι,
που χύνει απ' τα στήθια του το μαύρο στεφανούδι;
Και ποιος, και ποιος επρόσταξε, μέσα σ' αυτήν την πλάση
να συναντιέται αδελφικά, χωρίς να τη χαλάση,
το περιστέρι, κι' ο σκορπιός, ο χαμελειός κι' ο κρίνος,
φιλί και ψυχομάχημα, χαμόγελο και θρήνος;...
Κι' ως τόσο αμοιρολόγητη, χωρίς ταφή και δάκρυ,
μια χήρα μάνα, ένα παιδί, πεθαίνουν σε μιαν άκρη.

Μοσχοβολούσε η άνοιξη κι' ολόγυρά τους χίλια
ανθίζουν αγριολούλουδα, χολάτα χαμομήλια.
Και κάπου κάπου αμέτρηταις τρελλαίς πυγολαμπίδες
φωτίζουν τα δυο λείψανα με μυστικαίς αχτίδες.
Και του παιδιού το μέτωπο και της φτωχής τα στήθια
φεγγοβολούν σαν ουρανοί πώχουν αστέρια πλήθια.

Χαμογελά η ανατολή και ροδοκοκκινίζει
ολίγ' ολίγο η καταχνιά, που τα βουνά στολίζει.
Λαλεί τωρνίθι της αυγής, το πρόβατο βελάζει...
Ξυπνούν στα πλάγια η πέρδικαις, η μια την άλλη κράζει...
Ξυπνά κι' ο γέρο Γούμενος, τον όρθρο του σημαίνει
και μουρμουρίζοντας σιγά στην εκκλησιά πηγαίνει
την άγια εικόνα της Κυράς σκυφτά να προσκυνήση...
Κ' εκεί που ετέντων' ο παπάς τα χείλη να φιλήση,
του 'κάστηκε πώς έλειπε – παράδοξη ιστορία! -
απ' το θρονί της το χρυσό η Δέσποινα Μαρία...
Ετρόμαξ' ο καλόγερος... Στην πλάκα γονατίζει,
χτυπά το μέτωπο στη γη, παρακαλεί, δακρύζει...

Με μιας αστράφτ' η εκκλησιά, κ' αισθάνετ' ένα χέρι
οπού τον ανεσήκωνε... Μοσχοβολάει τ' αγέρι...
Τα μάτια του άνοιξ' ο παπάς... Στο κάτασπρό του γένι
το δάκρυ του έσταζε βροχή... Κυττάζει... Καθισμένη
στο θρόνο βλέπει την Κυρά, που του χαμογελούσε,
και το παιδί που εχαίρετο και που τον ευλογούσε.

Σε ποιο καλύβι αγνώριστο, σε ποια καρδιά θλιμμένη
να πέρασες τη νύχτα σου, Κυρά Φανερωμένη;
Ποιό μαραμμένο λούλουδο η χάρη σου, Κυρούλα,
κρυφά, κρυφά ν' ανάστησε, σαν τ' ουρανού δροσούλα;...

Η μάνα η δύστυχη ξυπνά και βλέπει το μωρό της
να παίζη με τα λούλουδα, χορτάτο στο πλευρό της•
κ' απ' το φτωχό το στήθός της δροσάτο, τυλωμένο,
να ρέη αδιάκοπα στη γη το γάλα ευλογημένο.

Την είχε κράξει μια φωνή και μια Κυρά Μεγάλη
της φάνηκε ότι εμάλαζε το έρμο της κεφάλι
και με γλυκάδ' ανέκφραστη ότι έταζε στη χήρα
να στείλη χρυσή μοίρα.

Κυττάζει ολόγυρα... Ψυχή!... Τι τάχα να συνέβη
κ' εκεί δε φαίνεται κανείς; Στο μοναστήρι ανέβη...
Στα πόδια πέφτει της Κυράς και με τα δάκρυά της
βρέχει το κόνισμά της.

Το δρόμο παίρνει για ναλθή γοργά στο φτωχικό της
κ' έχει μαζί της συντροφιά τώμορφο τώνειρό της.
Σαν να της έδινε φτερά, τόσο τρεχάτη επέρνα,
που αιμάτωνε τη φτέρνα.

Τη θύρα βλέπει διάπλατη... Σπρώχνει σκιαχτά το μάρι
μες στο κατώγί της να ιδή... Στο τίμιο της κρεββάτι
ένας λεβέντης σιωπηλός μες στα χρυσά ντυμένος
προσμένει καθισμένος.

Εγνώρισε το Λάμπρο της... πετά στην αγκαλιά του...
Του δείχνει το παιδάκι του... χορταίνει τα φιλιά του.
Και συ τους επαράστεκες, εκεί σιμά κρυμμένη,
Κυρά Φανερωμένη.



Επάνω


Ευχή επί τοις γάμοις Π. Σ. Βαλαωρίτου και Ιουλίας Α. Ράλλη 

Τη 25 Ιουλίου 1874

Τώρα που πρωτοτάξειδο θ' απλώσης τα πανιά σου
στου κόσμου τ' άγρια πέλαγα, παιδί μου, ν' αρμενίσης,
κι' αντί να στέκης στο γιαλό και στην τρελλή χαρά σου
να παίζης με τα κύματα και να ζητής να κλείσης
στα δάκτυλά σου τον αφρό, την ψεύτικη ευμορφιά τους
χίλιαις φοραίς θα να τα δής θολά ν' ανεμοδέρνουν
τριγύρω σου άστατα, σκληρά, με το ροχάλιασμά τους
και στην πλατειά τη ράχη τους αχόρταγα να σέρνουν
συντρίμματα και χαλασμούς... τώρα κ' εγώ, παιδί μου,
σού στέλνω την ευχή μου.

Πώς φεύγει ο χρόνος ο σκληρός!... Εχτές το πρώτο χνούδι
σού στόλιζε τ' αδύνατα, τ' άμεστα τα φτερά,
η μάνα σου στον κόρφο της σ' έσφιγγε πεταρούδι,
και σήμερον αητόπουλο πετάς γοργά, γοργά!...
Και δε φοβάσαι σύγνεφα, κι' αντάρα δε σε σκιάζει...
Στής νειότης τα ψηλώματα περνά τ' αγριοκαίρι,
που κάπου κάπου ανέλπιστα τον ουρανό σκεπάζει
κ' έρχετ' ευθύς η ξαστεριά, το φώς, το καλοκαίρι•
είν' η αγάπη φυλαχτό... Έχε και συ μαζί σου
πάντοτε τη δική σου.

Προφύλαξέ την στην καρδιά. Θάναι για σένα ελπίδα,
θάναι για σε παρηγοριά και σκέπη και λιμάνι...
Μη λησμονήσης τη φτωχή, την άχαρη πατρίδα,
και τα παληά μας κόκκαλα... Θυμήσου ότι δε φθάνει
όλου του κόσμου ο θησαυρός, παιδί μου, να πληρώση
μια φούχτ' από το χώμά σου, μια στάλα απ' το νερό σου.
Έχει πικράδα η ξενιτειά κι' όσα καλά αν σού δώση,
εδώ να τρέχη παντα ο νους, οι πόθοι, τ' όνειρό σου...
Αγάπησέ την σαν εμέ... αυτ' είν' η προσταγή μου,
αν θέλης την ευχή μου.




Επάνω


Επί τω θανάτω Ιουλίας Ράλλη Βαλαωρίτου 

Τη 10 Οκτωβρίου 1874

Ρεύουνε τ' άνθη της μυρτιάς στου ποταμού το κύμα
με του βορειά το φύσημα κ' ευρίσκουνε το μνήμα
μες στον καθρέφτη του νερού, εκεί που ευτυχισμένα
θωρούσαν πρώτα ολόχαρα, περήφανα, γυρμένα
την άδολή τους ευμορφιά, εκεί που τα κλαριά τουε
εδρόσιζαν την νειότη τους και τη μοσχοβολιά τους...

Και συ, μυρτούλα, εθέλησες να στολιστής, ν' ανθίσης,
στο περιβόλι μιαν αυγή του κόσμου να καθίσης,
εθέλισες, μυρτούλα μου, τα φύλλα τα χλωμά σου
μες στής αγάπης την πηγή, που ξάνοιξες σιμά σου,
να λούσης ανυπόμονη... Κ' έτρεξες... επετάχτης...
κι' άβυσσος έγειν' η πηγή κ' η βρύση καταρράχτης...
Εβγήκε Χάρος θεριστής κρυφά ν' ανθολογήση,
ευρήκε τ' άνθος ξέγνοιαστο να παίζη με τη βρύση
κι' άπλωσ' επάνω του γοργά το χέρι το σκληρό του,
κάθεται στο πλευρό του...

«Έλα, του λέγει, δροσερό λουλούδι, μη φοβάσαι...
στον κόσμο τον απέραντο π' ορίζω παντα θάσαι
επάνω στ' άνθη μου, κυρά. Με δάκρυ ποτισμένη
θα μένης παντοτε χλωμή και πολυγυρεμμένη
Μ' αυτό το παντοδύναμο το χέρι μου αν σφραγίζω,
αν κλώ τη θύρα της ζωής, με τ' άλλο μου ξεσχίζω
τα σύγνεφα, την καταχνιά, του κόσμου το σκοτάδι,
κι' ανοίγω ολόφωτο ουρανό κατάπλευρα στον Άδη.
Αν είμαι χάρος χαλαστής, είμαι και χάρος πλάστης...
Έλα να ιδής, λουλούδί μου, για ποιαίς χαραίς επλάστης,
έλα και μη με σκιάζεσαι... Θ' αφήσης τη μαυρίλα
και θαύρης λάμψη αθάνατη. Θα πέσουνε τα φύλλα,
κ' εκεί ψηλά θα ν' ανεβή, λουλούδι, η μυρωδιά σου...
Έλα να φύγωμε μαζί. Ξάπλωσε τα φτερά σου.»

Την αποκοίμησε βαθεοά με τα γλυκά του λόγια,
κι' ούτε τα δάκρυα την ξυπνούν, ούτε τα μοιρολόγια...

Περνά το γλυκοχάραμα... Τ' αστέρια ποιος τα σβεί;...
Εσβύστηκε κι' αυτή.



Επάνω


Το τριακοστόν τρίτο άσμα της «Κολάσεως» του Δάντου 

La bocca solevo dal fiero pasto...

Τα δόντια του εξεκάρφωσεν αυτός ο κολασμένος
από την κάρα τη φριχτή, πώτρωγε λιμασμένος.
Τα λερωμένα χείλη του σφιγγίζει στα μαλλιά
κι' αρχίζει ν' αποκρένεται με φοβερή μιλιά:
«Θέλεις ν' ανοίξω μια πληγή, οπού από τόσους χρόνους
κρατώ κλεισμένη στην ψυχή, και να ξυπνήσω πόνους,
που μου δαγκούν τα σωθικά και πριν τους ξεφωνήσω;
Τέτοιο φαρμάκι αγνώριστο γιατί θέλεις να χύσω;
Αλλ' αν θα γίνη ή ανήκουστη, η μαύρη μουιστορία
σπόρος να δώση για καρπούς κατάραις κι' ατιμία
εις τον προδότη, π' άκοπα τρώγω σ' αυτήν την άκρη,
θα την ξεθάψω απ' την καρδιά κι' ας την ποτίσω δάκρυ.
Ποιός είσαι συ δεν το ρωτώ, ούτε ζητώ να μάθω
ποιος τάχα να σ' ωδήγησε κάτου σ' αυτόν τον βάθο.
Αλλά σ' ακούω και φαίνεσαι ότ' είσαι Φλωρεντίνος.
Ως τόσο μάθε ότ' είμ' εγώ ο κόμης Ουγκολίνος,
κι' αυτός ο αρχιεπίσκοπος Ρουγέρης ο Πιζάνος•
τώρα θ' ακούσης τι χρωστά σ' εμένα αυτός ο πλάνος.
Το πώς εγώ εμπιστεύθηκα στην άτιμη ψυχή του
και πώς εξεγελάστηκα με την πλαστή αρετή του,
πώς προδομένος έπεσα στ' ανίερό του χέρι
και πώς εθανατώθηκα, όλος ο κόσμος ξέρει.
Αλλά κανείς δεν άκουσε, κρύβει βαθύ σκοτάδι
το φόνο, πωύρηκα για με, πώς μ' έστειλε στον Άδη.
Αυτό θα μάθης και θα ιδής τ' είν' το παράπονό μου.
Μέσα στη μαύρη φυλακή, π' από το θάνατό μου
της πείνας πήρε τ' όνομα, στενόχωρη θυρίδα
άφινε κ' έφθαν' έως εμέ φωτός καμμιάν αχτίδα.
Εκείθεν είχα ο δύστυχος πολλαίς φοραίς μετρήσει
την αλλαγή του φεγγαριού, προτού να με ξαφνίση
εν' όνειρο παράδοξο που φώτισε το νου μου
και μώδειξε τη μοίρά μου και τη βουλή του εχθρού μου.
Μου φάνηκε στον ύπνο μου αυτός εδ' ο προδότης
σαν αρχηγός πολεμιστής, όχι ποτέ δεσπότης,
που κυνηγούσε κ' έσπρωχνε τυφλά τη συντροφιά του
ένανε λύκο πώφευγε με τα λυκόπουλά του
να πιάση επάνω στο βουνό πώλόρθο δεν αφίνει
στη Λούκκα η Πίζα ελεύθερη ματιά ποτέ να δίνη.
Έτρεχ' αυτός με φλογερούς ξεχαμνισμένους σκύλους
πάντοτ' εμπρός, παντοτ' εμπρός και τους πιστούς του φίλους
Γουαλάνδους είχε στο πλευρό, Λανφράγκους και Σισμόντας.
Σε λίγο οι λύκοι εδείλιασαν κ' οι σκύλοι τότε ορμώντας
σχίζουν πατέρα και μικρά με δόντια λυσσασμένα.
Πριν φέξη φεύγει τ' όνειρο. Ξυπνώ κι' ακούω σκιασμένα
από παρόνοιο φάντασμα να κλαίν εκεί σιμά μου
και να ζητούν λίγο ψωμί τ' άχαρα τα παιδιά μου.
Θάσαι σκληρός πάραπολυ, αν δεν πονής ακόμη
προβλέποντας τι χαλασμοί μ' επρόσμεναν, τι τρόμοι!
Και πότε, πότε κλαίς εσύ, αν δε θα κλάψης τώρα;...
Σηκώθηκαν τα δύστυχα. Είχε περάσει η ώρα,
που την τροφή μας έρριχναν. Προσμένουν με λαχτάρα,
γιατί θυμούνται τ' όνειρο κ' έχουν κρυφή τρομάρα.
Άκουσα τότε πώκλεισαν του πύργου μας τη θύρα
κ' εστήλωσα τα μάτια μου πάνω σε κάθε κλήρα.
Έκλαιγαν όλα τα φτωχά. Μόνος εγώ δεν κλαίγω,
επέτρωσαν τα σπλάχνα μου κι' ούτε μια λέξη λέγω.
Τόσο π' ο Άνσελμός μου ο μικρς μ' ερώτησε: «Πατέρα!
Γιατί, γιατί τέτοια ματιά; Τ' έχεις, καλέ πατέρα;»
Αλλ' ούτε τότ' εδάκρυσα, ουτ' έδωκα καμμία
εις το παιδί μου απάντηση. Βουβή απελπισία
εσφράγισε το στόμα μου εκείνην την ημέρα
και την ακόλουθη νυχτιά ως ότου στον αιθέρα
ο νέος ήλιος έλαμψε κ' έστειλε μιαν αχτίδα
στην άσπλαχνή μου φυλακή, απ' τη στενή θυρίδα.
Τότε στην όψι εκύτταξα τα τέσσερα παιδιά μου•
είδα γραμμένα επάνω εκεί τ' άγρια βάσανά μου,
κ' εδάγκασα τα χέρια μου με λύσσα, με μανία•
κ' εκείνα που θα πίστεψαν ότ' η πολλή νηστεία
μ' είχ' αγριέψει κ' ήθελα να φάω τα κρέατά μου,
σκιασμένα ελάχτησαν με μιας κι' έρχοντ' εκεί σιμά μου.
«Πατέρα, λέν τα δύστυχα, φάγ' από μας, πατέρα,
θάναι λιγώτερο σκληρός ο πόνος μας, πατέρα,
τη σάρκα, που μας έδωκες, αν τήνε πάρης πίσω.»
Εφάνηκα ότι ησύχασα για να μη τ' απελπίσω.
Εμείναμεν όλοι βουβοί εκείνην την ημέρα,
βουβοί και την ακόλουθη... Πώς τότε, σκληρή σφαίρα,
άσπλαχνη γη, δεν άνοιξες;... Την τέταρτη εμπροστά μου
ο Γάδος μου σωριάζεται, κρατεί τα γόνατά μου
και ξεψυχά φωνάζοντας: «Πατέρα μου, εσπλαχνία!»
Και καθώς βλέπεις τώρα εμέ είδα και τ' άλλα τρία
ένα προς ένα να σβυσθούν την πέμπτη και την έχτη.
Όλα μου τάφαγε ο θυμός αυτού του θεομπαίχτη.
Τυφλός τρεις μέραις τάκραζα. Ήτο τ' αγέρι μαύρο
κ' εγύριζα ψηλαφητά τα λείψανά τους ναύρω...
έπειτα η πείνα ενίκησε την πατρική λαχτάρα....»


Είπε• τα μάτια του έστρηψε• τη φοβερή την κάρα
άρπαξε πάλε λαίμαργα, πλατύ το στόμα ανοίγει
κι' επάνω της σαν το σκυλί βαθειά τα δόντια εμπήγει.
…................................................................................



Επάνω


Η Λίμνη εκ του Λαμαρτίνου 

Πάντα λοιπόν θα τρέχωμε προς άγνωστο ακρογιάλι,
θα καταποντιζώμεθα στου τάφου τη νυχτιά,
χωρίς ποτ' ένα απάνεμο μες στην ανεμοζάλη,
ουτ' ένα καταφύγιο στη βαρυχειμωνιά!

Κύτταξε, λίμνη, κύτταξε! Δεν έκλεισ' ένας χρόνος
πώπαιζε με το κύμά σου χαρούμενη, τρελλή,
και τώρα, τώρα ο δύστυχος, κάθομαι, λίμνη, μόνος
στην πέτρα εδ' όπου παντοτε μας έβλεπες μαζί.

Καθώς και τώρα εμούγκριζες και τότε αγριεμμένη
κ' εξέσχιζες τα στήθη σου στου βράχου τα πλευρά,
ανήσυχη επαράδερνες στην άκρη θυμωμένη
κ' ερράντιζες τα πόδια της με τον αφρό συχνά.

Θυμάσαι, λίμνη, μόνοι μας μια νύχτα εγώ κ' εκείνη
ελάμναμε άφωνοι οι φτωχοί στα κρύα σου νερά,
τ' αγέρι δεν ανάσαινε, είχες και συ γαλήνη,
στον ύπνο σου δεν άκουες παρά τα δυο κουπιά.

Με μιας τραγούδι ουράνιο, πρωτάκουστο, δροσάτο
το γέρο τον αντίλαλο τριγύρω μας ξυπνά.
Έμειν' ευθύς παράλυτο το κύμα σου το αφράτο
και τέτοια λόγια ακούστηκαν, θυμάσαι; αρμονικά•

«Δίπλωσε, Χρόνε, δίπλωσε τ' ακούραστα φτερά σου
ώραις γλυκαίς, μην τρέχετε, σταθήτε μια στιγμή,
και συ μη φεύγης, νύχτα μου, με την αστροφεγγιά μου,
τώρα, που ζευγαρώσαμε, είν' εύμορφη ή ζωή.

«Του κόσμου αυτού τα βάσανα, την ερημιά, τη φτώχεια
θέλουν να φύγουν άμετροι• γι' αυτούς γοργά γοργά,
Χρόνε μου, πέτα κι' άφησε στου έρωτα τα βρόχια
τα δυο μας να χορτάσουμε τόσο γλυκειά σκλαβιά.

«Του κάκου! Η ώραις φεύγουνε. Κανείς δε με προσμένει...
Κανείς δε μ' ακουρμαίνεται... Η νύχτα είναι σκληρή...
Αχνίζουν τ' άσπρα, χάνονται... Κρυφά κρυφά προβαίνει
τάσπλαχνο γλυκοχάραμα... Λυπήσου μας, αυγή!...

«Του κάκου! Όλα ξεγέλασμα, είν' όνειρα και πλάνη,
ζωή μας είν' η αγάπη μας και μοναχή χαρά,
ας μη ζητούμε ανύπαρκτο στον κόσμο άλο λιμάνι,
του χρόνου η άγρια θάλασσα δεν έχει ακρογιαλιά.

«Χρόνε ζηλιάρη, δύστυοπε! Πέ μου, γιατί να σβυώνται,
σαν αστραπή να φεύγουνε η ώραις της χαράς,
καθώς πετούν και φεύγουνε χωρίς να λησμονιώνται
κ' η μαύραις, κ' η ολόπικραις στιγμαίς της συμφοράς;

«Απ' τη βαθειά την άβυσσον, οπού μας καταπίνει,
απ' την αιωνιότητα, οπο μας πλημμυρεί,
τίποτε, Χρόνε, τίποτε στο φώς δεν αναδίνει,
δεν ξεφυτρώνει τίποτε... όλα τα τρώς εσύ.

«Λοιπόν, απ' όσα εχάρηκα δε θ' απομείνη τρίμμα,
δεν θα ν' αφήσω τίποτα σ' αυτήν τη μαύρη γη!
Απ' το γοργό μας πέρασμα δεν είναι τάχα κρίμα
να μη σωθή ένα πάτημα, ώ Χρόνε αδικητή;...»

Ώ λίμνη, ώ βράχοι μου άφωνοι, ώ σείς, σπηλιαίς και δάση,
που βλέπετε τον πόνο μου, μια χάρι σας ζητώ•
εσείς, οπού δε σκιάζεσθε κανείς να σας χαλάση,
ποτέ μη μας ξεχάσετε, στο μνήμ' αν πάω κ' εγώ.

Κι' όταν σε δέρνη ο σίφουνας, κι' όταν βαθειά κοιμάσαι,
ώ λίμνη μου αφροστέφανη, να μη μας λησμονής.
Εσ' είδες την αγάπη μας και μόνη εσύ θυμάσαι
πώς άναφταν τα στήθη μας, και θα μας συμπονής.

Θέλω τα πεύκα, τα έλατα, οι βράχοι, η ρεματιά σου,
τ' αφρού σου το μουρμούρισμα, τ' αντίλαλου η φωνή,
τα δροσερά σου σύγνεφα, τ' αγέρι, η καταχνιά σου,
η βρύσι, ο καλαμιώνάς σου, το χόρτο, το πουλί,

τ' άστρο τ' ασημομέτωπο, η μυρωδιά, που χύνει
το γαλανό το κύμά σου, ώ λίμνη μου γλυκειά,
ό,τι στην πλάσι έχει αίσθησι, πνοή, νοημοσύνη,
όλα να λένε: «Αγάπησαν, τα μαύρα, φλογερά!»



Επάνω


Παράφρασις εκ της γνωστής αφιερώσεως του Β. Ουγκώ 

O livre, qu' un vent t' emporte etc.

Στου ανέμου, βίβλε, τα φτερά ανάβα να πετάξης
και στη γλυκειά πατρίδα μου γοργά τρέχα ν' αράξης.
Το δένδρον που ξερρίζωσαν της στέλλει χάρισμά του
τα φύλλα τα ξερά του



Επάνω


Παράφρασις της προς τους Έλληνας εθελοντάς ωδής του Laprade 

Καλώς τα Ελληνόπουλα, που δεν μας λησμονούνε,
κι' οπού έρχονται χαρούμενα με μας να σκοτωθούνε!
Άλλοι είχαν ψόφια την καρδιά, τα νεύρα παγωμένα,
κι' αφ' ου τους ζωντανέψαμε με μάτια τρομασμένα
τώρα κυττάζουν, οι δειλοί, το ψυχομάχημά μας,
ακούν σαν άγρια θάλασσα να βόγγουν τα αίματά μας
κι' αχάριστοι καμόνονται πώς ούτε μας γνωρίζουν
και σκιάζονται κι' αχνίζουν!

Παλιά πρωτοπαλλήκαρα της λευθεριάς, περνάτε!
Τροχίσετε τα νύχια σας, σταυραητοί, πετάτε!
Θα πολεμήσωμε μαζί, θα συναδελφωθούμε,
είναι τιμή και δόξα μας με σας να ματωθούμε.
Μες στο βαθύ σκοτάδι μας, στη μαύρη την ερμιά μας,
το πέρασμά σας έλαμψε στ' άχαρα βλέφαρά μας
σαν ουρανοκατέβατη κι' ανέλπιστη μια αχτίδα,
παιδιά του Λεωνίδα.

Καλώς μας ήλθετε! Άς ήσθ' ευλογημένοι!
Ελάτε να μας δείξετε πώς πρέπει να πεθαίνη,
για να ξυπνήση αθάνατο, κάθ' άξιο παλληκάρι.
Έλα, Νικήτα, Βότσαρη, έλα και συ, Κανάρη,
που ελάτρεψα στη νειότη μου, ελάτε να μας πήτε
πώς διώχνουνε το βάρβαρο. Για μας αναστηθήτε...
Ευλογημένη ή μνήμη σας! Τρεχάτε! Μη δεν είναι
βυζάστρα μας αι Αθήναι;

Εκείθε πούλθετε σ' εμάς είχε φανή μια μέρα
το πρώτο γλυκοχάραμμα στον σκοτεινόν αιθέρα
του κόσμου του θεότυφλου• την άγια σας λαμπάδα,
ότ' είχε πνίξη της σκλαβιάς η νύχτα την Ελλάδα,
εμείς την εγλυτώσαμε• τρεχάτε πριν τη σβύσουν,
άσπλαχνοι, μαύροι δαίμονες, πριν την ποδοπατήσουν,
να την αρπάξετε, παιδιά! Θάνε διπλή τιμή σας,
γιατ' ήτανε δική σας!

Για σας τα βόλια, ο θάνατος, χαρά και πανηγύρι•
για μας το κάθε μνήμα σας θα νάν πρσκυνητήρι.
Κ' επάνω από την πλάκα σας δύο έθνη αδελφωμένα
θα νάρχωνται να ρίχνουνε στεφάνια συμπλεγμένα
με του παληού μας ρουπακιού τα πράσινα κλωνάρια
και με της δάφνης του Υμηττού τ' αθάνατα βλαστάρια.
Χαρά στη γη που εβύζαξε, παιδιά, τα αίματά σας,
θα μοιάση στην ανδρειά σας!

Ώ παλληκάρια ανήμερα! το δάκρυ κ' η λαχτάρα
μου σβούν, μου πνίγουν τη φωνή... έχ' η ψυχή μου αντάρα...
Εγώ φτωχός κορυδαλλός, θαμμένος μες στα χιόνιαμ
με τι τραγούδι να δεχθώ τους κύκνους και τ' αηδόνια;
Και με τι λάλημα γλυκό να πω στην οικουμένη
πόσο βαθειά η αγάπη μας θα μείνή ριζωμένη;
Καλώς τα, πούλθαν με χαρά για μας να σκοτωθούνε
και δεν μας λησμωνούνε!

Τι βλέπω;... ανοίγει ο ουρανος... Στα φωτεινά λημέρια
ψυχαίς μεγαλοδύναμαις, π' αστράφτουν σαν αστέρια,
συνάπαντιώνται αδελφικά και γέρνουν το κεφάλι
και μας θωρούν από ψηλά... Η μια φιλεί την άλλη...
Εκεί Βαγιάρδος, Αχιλλεύς, Σωκράτης, Λαμαρτίνος,
Φειδίας, Πλάτων, Όμηρος... Εκ' είναι κι' ο Ρακίνος,
που εμπρός στον γέρο Αισχύλο σας τα γόνατά του κλίνει
κι' οπού φωνάζει προς εμάς: Παιδιά μου, ευγνωμοσύνη!



Επάνω


Επί τω θανάτω του αστρονόμου Αγγέλου Σέκκη 

REVERE
Για σε το μνήμα είναι στενό, κ' είναι φτωχό το χώμα,
που σούδωκαν για στρώμα
και κρύα είναι τα μάρμαρα, και κούφια είναι τα λόγια,
που είναι χρυσωμένα λάμπουνε στου χάρου τα κατώγια.
Εσύ, δημότης τ' Ουρανού, παιδί του Γαλαξία,
για να χορτάσης της ψυχής τη δόξα, τη μανία,
πάρε τον Ήλιο σου ταφή... Είναι θρονί δικό σου
τ' αστέρι πώδωκε φτερά και φώς στο λογισμό σου.



Επάνω


Νεκρική ωδή 

Την αυγή με τη δροσούλα εξεφύτρωσ' ένα ρόδο,
την αυγή με τη δροσούλα εμαράθηκε ένα ρόδο!

Για μιαν άνοιξι μονάχα στα περήφανα κλαριά του
ετραγούδησε τ' αηδόνι, έκανε και τη φωλιά του...
Σαν η άνοιξι γυρίση και τ' αηδόνι σα γυρίση,
Τη φωλιά του που θα στήση;...

Όταν έβγαινε η σελήνη, όταν έβγαιναν τ' αστέρια
με αγάπη το εθεωρούσαν, του απλώνανε τα χέρια.
Σαν να ηθέλαν εκεί πάνω να το πάρουν το καϋμένο.
Έλεγαν πώς είν' αδέρφι, έλεγαν πώς πλανημένο
τ' ουρανού το μονοπάτι τ' ορφανό θα είχε χάση.
Ώχ! αστέρια! ώχ! αστέρια! γρήγορα που θα σας φθάση!

Κάποιοι που ήκουσαν τ' αηδόνι στο κλαρί του να λαλή,
Είπαν δεν είναι τραγούδι, μοιρολόγι είν' εκεί...
ΚΙ όσοι είδαν τας ακτίνας των αστέρων τ' ουρανού
να γελούν, να παιγνιδίζουν με τα φύλλα του ορφανού,
είπανε τα φώτα εκείνα αχ! δεν είναι της χαράς,
είπαν ότι είναι τα φώτα νεκρικής κεροδοσάς.

Την αυγή με τη δροσούλα εξεφύτρωσ' ένα ρόδο,
την αυγή με τη δροσούλα εμαράθηκε το ρόδο!
Μην επέρασεν εκείθεν ο Βοριάς ο παγωμένος
και σαν είδε τέτοιο ρόδο ο σκληρός ερωτευμένος
άρπαξε τη μυρωδιά του
και την πήρε στα φτερά του;...

Τόσον είναι μαραμένον και τα φύλλα του έχει αχνά,
οπού λες ότι για χρόνους της αυγούλας η δροσά
δεν τον εδρόσισε το μαύρο. Τόσον είναι πικραμένο,
οπού λες ότι επάνω σε κορμί σαβανωμένο
κάποιο χέρι το είχε στήση
νεκρικά να το στολίση.
Την αυγή με τη δροσούλα εξεφύτρωσ' ένα ρόδο,
την αυγή με τη δροσούλα πώς εχάθηκε το ρόδο;

Δεν το ξεύρω!... Κάποιος είπε ότι εψές το βράδυ βράδυ
είδε κάποιονε να φεύγη σαν καπνός με τον αγέρα.
Τ' άλογό του ήτο μαύρο σαν της νύχτας το σκοτάδι
κ' ελαφρό σαν τον αιθέρα.
Εις το χέρι του εβαστούσε, αχαμνό ξεγυμνωμένο,
ένα ρόδο μαραμένο.
Όταν έφευγε ακλουθώντας του πελάου την άκρη άκρη,
αχ δεν έχυν' ένα δάκρυ,
μόνον έλεγε στο κύμα, που τον βλέπει και τραβιέται:
«Κύματά μου, ειπέτε, ειπέτε
»Δεν είν' ώμορφο το ρόδο;». Μόνον λέγει στο χορτάρι
που υποκάτω απ' το ποδάρι
του αλόγου του πεθαίνει: «Δεν ειμ' άξιος κ' εγώ
τέτοιο ρόδο να φορώ;»
Τέτοια ρόδα και του Χάρου κάνουν ώμορφα τα στήθια.
Είναι αλήθεια, είν' αλήθεια!



Επάνω


Η σκλάβα 

Άνοιξε τα φτερούγια σου,
άχολο περιστέρι,
και θέ να πάς γι' αγάπη μου
σε μακρινό σεφέρι.
Είναι μακρύς ο δρόμος σου,
θα φύγης μοναχός σου•
άπλωσε το φτερό σου
και σύρε στο καλό.

Και σαν διαβής τα σύγνεφα
και σαν τα διαπεράσης,
και μέσα εκεί που κάθονται
τ' αστροπελέκια φθάσης,
θυμήσου, περιστέρι μου,
μη σού καή το ράμμα
οπού βαστάει το γράμμα
και πέση και χαθή.

Και σαν ιδής τα κύματα
από ψηλά ν' αφρίζουν
και να χτυπούν, να βόγκουνε
τη γη να φοβερίζουν,
μη γελαστής, πουλάκι μου,
να πάς εκεί σιμά τους,
τα δόλια τα νερά τους
θα βρέξουν τη γραφή.

Είναι τα κύματ' άσπλαχνα,
πάντα νερό διψούνε
κ' επάνου σου θα πέσουνε,
σκληρά να καταπιούνε
τα δάκρυα που εστάξανε
εις το χαρτί μου επάνω.
Άχ! κάλλιο να πεθάνω
παρά να μη τα ιδή.

Κι' αν ίσως και στο δρόμο σου
ψηλά μες στον αιθέρα,
πιστό περιστεράκι μου,
την άνοιξι μια μέρα
τα χελιδόνια τ' άχαρα
αν τύχη κ' απαντήσης
να μου τα χαιρετήσης
μ' ένα γλυκό φιλί.

Και να τους πής που βρίσκομαι,
πώς η καρδιά μου τρέμει,
πώς χάνονται τα νιώτά μου
σε τούρκικο χαρέμι.
Και πες το παραθύρι μου
να μη το λησμονήσουν
και νάλθουνε να στήσουν
σιμά μου μια φωλιά.

Κι' αν ίσως κι' αποστάσανε
και ταύρης δειλιασμένα
κι' από χειμών' ανέλπιστο
τα ιδής κυνηγημένα,
θυμήσου, περιστέρι μου,
τη ράχη σου να στρώσης
και τα φτερά ν' απλώσης
σαν καραβιού πανιά.

Κ' εκεί που θ' αρμενίζετε
και θα κρυφομιλήτε
και μυστικά τον πόνο σας
καθένα θα διηγήται,
θυμήσου, περιστέρι μου,
να πής στα χελιδόνια
πώς έφυγαν δύο χρόνια
οπού είμαι στη σκλαβιά.

Κ' εκεί που πρωτοφθάσουνε
κ' εκεί που πρωταράξουν
να πάν να πούν στ' αδέρφια μου
ναλθούνε να μ' αρπάξουν,
και κάθ' αυγή στο λάλημα
και με να μελετάνε
και να τους ενθυμάνε
πώς είμαι στην Τουρκιά.

Τότε να τρέξης γρήγορα
και συ, περιστεράκι,
να πάς επάνω στ' Άγραφα,
στο κλέφτικο γιατάκι,
και ναύρης την αγάπη μου
το Λάμπρο, τη ζωή μου,
και δώσε τη γραφή μου
κ' ένα φιλί κρυφά.

Και πες του χαιρετίσματα
να μη με λησμονήση,
πώς είμαι νειά κ' είμ' ώμορφη
σαν το νερό στη βρύσι,
και πώς με κινδυνεύουμε
και πώς με τυραγνούνε
και χίλιοι καρτερούνε
μια μόνη μου ματιά.

Κι' ανίσως και τα νιώτά μου
ακόμα τα θυμάται,
κι' ανίσως και σαν όνειρο
με βλέπει σαν κοιμάται,
πες του, περιστεράκι μου,
να ζώση το σπαθί του,
κ' η μαύρ' η Αρετή του
τρομάζει τη σκλαβιά.

Τ' αγιούλι του αν το κόψουνε
και του το μυριστούνε,
τα ρόδα μου αν αχνίσουνε
κι' ανίσως μαραθούνε,
να μη μώχη παράπονο
να μη τόνε πικραίνη...
τα νιώτα τα μαραίνει
σκλαβιά και μοναξιά.



Επάνω