ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Ο  Αριστοτέλης Βαλαωρίτης γεννήθηκε την 1 του Σεπτέμβρη 1824 στην Λευκάδα. Από παλιά αρχοντική οικογένεια που καταγόταν από την Ήπειρο. Ο πατέρας του ο Χρήστος Βαλαώρας ήταν φημισμένος αρματωλός στα κατά των τούρκων κινήματα περί τα τέλη του 170ου και αρχές του 18ου αιώνα.

Οι πρώτες σπουδές του γίνονται στην γενέτειρά του και μετά στην Γενεύη παίρνει το baccalaureate. Ακολουθούν το Παρίσι και μετά η Πίζα όπου του απονέμεται μαζί με το δίπλωμα της νομικής και ο τίτλος του διδάκτορα (1848).

Μέχρι το 1852 η ζωή τους είναι μία διαρκής μετακίνηση από πόλη σε πόλη και κάνοντας επαφές με διάφορα επαναστατικά κινήματα της Ευρώπης.

Το 1852 παντρεύεται την κόρη του λόγιου Αιμιλίου Τυπάλδου την Ελοΐζα.

Η ανάμιξη του με την πολιτική τον φέρνει το 1857 στη θέση του εκλεγμένου βουλευτή Λευκάδας στην Ιόνιο Βουλή. Αγωνιστικότατος για το καλό του τόπου διακρίνεται για την ρητορική ικανότητα. Η ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα τον βρίσκει να εργάζεται ως Επτανήσιος αντιπρόσωπος στην Ελληνική Εθνοσυνέλευση με πάθος για την απελευθέρωση της Ηπείρου.

Η απόσυρσή του από το πολιτικό σκηνικό γίνεται το 1869 με πλήρη απογοήτευση. Μετακομίζει στο νησί Μαδούρη που άνηκε στην οικογένειά του.

Δοκιμασίες διαδέχονται τα τελευταία 10 χρόνια της ζωής του. Ο σεισμός του 1869, ο θάνατος της αγαπημένης του κόρης Ναθαλίας και του πεθερού του, αρρώστιες όπως η φυματίωση από την οποία είχε προσβληθεί ο γιός του Αιμίλιος, και τέλος η δική του καρδιακή πάθηση η οποία τον είχε ενοχλήσει πολλές φορές. Στρέφοντας περισσότερο την προσοχή του στα πολλά οικογενειακά και οικονομικά του προβλήματα παραμελεί την υγεία του και στις 24 Ιουλίου 1879 πεθαίνει από καρδιακή κρίση ψιθυρίζοντας τα ονόματα της γυναίκας του και των παιδιών του. Τον έθαψαν στην οικογενειακή εκκλησία του Παντοκράτορα στη Λευκάδα, έξω από το Άγιο Βήμα, σε τάφο ιδιαίτερο, κοντά στον οικογενειακό.

Το 1847 τύπωσε στην Αθήνα τα «Στιχουργήματα», 4 ποιήματα δηλαδή «Ο κλέφτης», το “la mort est un dour oreiller” του Beranger, «Ο Λευκάτας», και «Ο κατάδικος», ποιήματα εντελώς νεανικά που είχε γράψει σε ηλικία 17 ετών και δεν τα συμπεριέλαβε το 1867 στην ανατύπωση των ποιημάτων του.

Το κυρίως ποιητικό έργο του αρχίζει με τα «Μνημόσυνα» και άλλα ποιήματα που περιλαμβάνονται «Νεκρική Ωδή», «Η Σκλάβα», «Νάνι-Νάνι», «Νανούρισμα», «Ο Θανάσης Βάγιας» στο οποίο προλογίζει και ο ίδιος ο ποιητής. «Ο Δήμος και το καρυοφύλλι του» και πάλι προλογίζει ο ίδιος και με το στόμα του γέρου πια αρματωλού διηγείται τη ζωή που έζησε σαν κλέφτης και αναλογίζεται πως πρέπει πια να πεθάνει να ξεκουραστεί. Τελευταία επιθυμία του είναι ένα κλεφτόπουλο, το πιο νέο, να ανέβει στην πιο ψηλή κορφή και να ρίξει με το τουφέκι του γέρου Δήμου τρεις φορές και τρεις φορές να φωνάξει: «Ο γέρο Δήμος πέθανε, ο γέρο Δήμος πάει».

Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης συνέγραφε εμπνευσμένος από την Ελληνική Επανάσταση, τους κλεφταρματωλούς και τους Σουλιώτες. Ανήκει στην Επτανησιακή Σχολή, μαζί με τον Κάλβο στους εξωσολωμικούς ποιητές – σ’ αυτούς δηλαδή που δεν επηρέασε ο Διονύσιος Σολωμός με το έργο του. Η γλώσσα που χρησιμοποιούσε ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης ήταν η δημοτική και στα ποιήματά του διακρίνονται οι επιρροές του δημοτικού τραγουδιού. Ανήκει στο κίνημα του ρομαντισμού, όπως φαίνεται και από την δύναμη του λόγου του – λόγος γεμάτος έντονες και μη ρητορικές ερωτήσεις και άλλα τεχνάσματα, το πάθος και την φαντασία της γραφής του αλλά και τις εικόνες που δημιουργεί για να περιγράψει ιδεώδη και ιδανικά.

Μερικά από τα ποιήματά του Βαλαωρίτη είναι «Ο Κίτσος και το γεράκι», «Ο Σαμουήλ», «Το Ψυχοσάββατο», «Ο Κατσαντώνης», «Η φυγή», «Ευθύμιος Βλαχάβας», «Η Δάφνη και το αηδόνι», «Ύμνος εις τον θάνατο του Έλληνα ποιητού Διονυσίου κόμητος Σολωμού», «Αφιέρωσις τη Αυτού Μεγαλειότητι τω βασιλεί των Ελλήνων Γεωργίω Α», «Εικοστή Πέμπτη Μαρτίου», «Ασπασμός προς τη μητέρα Ελλάδα», «Ο βράχος και το κύμα», «Το ξεριζωμένο δέντρο», «Επί του τάφου Μάρκου Φλαμπουριάρη», «Το σήμαντρον», «Αστραπόγιαννος», «Προς τον φίλον μου Αχιλλέα Παράσχο», «Ανδριάς του αοιδίμου Γρηγορίου Ε», «Το παράπονο», «Το φιλί», «Το δάκρυ», «Η αγράμπελη», «Το ρόδο και η δροσιά», «Η αχτίδα», «Η ξανθούλα», «Η προς την πατρίδα αγάπη μου», «Εις ανάμνησιν της 25ης Μαρτίου 1872».

Το 1867, ύστερα από τα «Μνημόσυνα» (1857) και την «Κυρά Φροσύνη» (1859), τύπωσε τον «Αθανάση Διάκο» σε μια νέα έκδοση των «Μνημοσύνων» όπου πρωτοδημοσίευσε τον «Αστραπόγιαννο». Το καλοκαίρι του 1869 ολοκλήρωσε ένα μακρύ ποίημα τον «Τυφλό χορμοβίτη», το οποίο είχε αρχίσει κατά τα τέλη του προηγουμένου χρόνου, αλλά το ποίημα αυτό χάθηκε σε ένα ταξίδι του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη από την Αθήνα στη Λευκάδα το φθινόπωρο του 1869.

Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης έγραψε άρθρα και ποιήματα που δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά, λίγες μεταφράσεις ποιημάτων, τον «Φωτεινό» (ποίημα επικοδραματικό που γράφτηκε στους τελευταίους μήνες της ζωής του και που δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει), το ποίημα του «Στον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε» που το απήγγειλε στις 25 Μαρτίου του 1872, την απάντησή του στην δριμύτατη για το έργο του κρίση του Δ. Βερναρδάκη, την αλληλογραφία του με τους δικούς του και με μερικούς φίλους του (τον Λασκαράτο και τον Ροΐδη).
Η απαγγελία του ποιήματός του «Στον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε» (απ’ το οποίο είναι και ο στίχος «πώς μας θωρείς ακίνητος, πού τρέχει ο λογισμός σου;»), ήταν ένας ποιητικός θρίαμβος για τον Βαλαωρίτη και μια από τις γλυκύτερες ώρες της ζωής του (παρόλο που κινδύνευσε με την καρδιακή κρίση που ακολούθησε) κι ας τον πίκραναν λίγο αργότερα το ίδιο έτος (1872) δημοσιευμένες επικρίσεις του Βερναρδάκη και του Πολυλά για το έργο του και ιδιαίτερα για το συγκεκριμένο ποίημα.

Τα επόμενα χρόνια ασχολείται με τα κτήματά του στη Μαδουρή και με τις σπουδές των γιων του Νάνου και Αιμίλιου. Ο Νάνος Βαλαωρίτης είναι ο έπειτα βιογράφος του. Ο Αιμίλιος Βαλαωρίτης έγραφε ποιήματα που απαγόρευσε λίγο πριν πεθάνει να δημοσιευθούν και για τα οποία γίνεται συχνά λόγος στην αλληλογραφία του με τον πατέρα του. Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης τον Ιούλιο του 1878 πήγε στην Βενετία (λίγους μήνες πριν είχε πεθάνει εκεί ο πεθερός του) για να δει για τελευταία φορά τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Τον φθινόπωρο του ίδιου έτους στη Μαδουρή η κατάστασή του χειροτέρεψε και ακόμη περισσότερο τον χειμώνα του 1878-1879, που τον πέρασε σε αδιάκοπη αγωνία.

Στις αρχές του 1879 τον πιάνει για τελευταία φορά ο ποιητικός του οίστρος. Μεταφράζει σχεδόν απνευστί ένα κομμάτι (το επεισόδιο του Ουγολίνο) από το 33ο άσμα της Κόλασης του Δάντη και αρχίζει τον «Φωτεινό» που τον συνεχίζει άτακτα, κομματιαστά, κατορθώνοντας να φτάσει ως το τέλος του Γ Άσματος. Τον Ιούνιο του 1879 καλυτέρεψε η κατάστασή του, όχι όμως για πολύ – τον έτρωγε ο πόνος του γιου του: «αλλά», του έγραφε, «με τρώγει ο δικός σου πόνος. Είναι φοβερό σαράκι δι’ εμέ η ασθένειά σου όπερ μου δαγκάνει την ψυχήν και το σώμα αδιαλείπτως, παιδί μου, ημέρας και νυκτός». Τελικά, ο γιος του Αιμίλιος πέθανε το 1882, μετά τον πατέρα του.