Δροσίνης Γεώργιος - Ποίηση


Η μυγδαλιά
Τι λοιπόν;
Η Πατρίδα μας
Χώμα ελληνικό
Τα πρωτοβρόχια
Η ψαρόβαρκα
Της κοπέλλας το νερό
Η θάλασσα και τα ποτάμια
Η ξενούλα
Το φτάσιμο
Νύχτα Χριστουγεννιάτικη ή Νύχτα Γεννήσεως
Ο Δικέφαλος
Εσπερινός
Βαθιά, τη νύχτα
Από τα «Φωτερά Σκοτάδια»
Η αμαρτωλή
Το σπίτι σου
Ο Ήλιος και ο Αέρας
Πίστη
Η αλεπού καλογριά
Ο,τι έχεις μέσα σου παιδιάτικο
Άνθη του γκρεμνού
Τραγουδάκι της Αγάπης
Το Μοιρολόι της Όμορφης
Αν παρήλθον οι χρόνοι εκείνοι
Σπίθες στη στάχτη
Τα μάτια σου είναι θάλασσες
Τι θέλω
Αφίλητη
Δίστιχα (από το περιοδικό Εστία)
Αποχαιρετισμός
Απ' τον ύπνο των αιώνων
Αυλόπορτα
Στερνό κίνημα
Κάτι από σένα
Πρωταπριλιά
Τ' αστέρι
Η Παναγιά
Το ουρανί της
Σταλαγματιαίς
Η εις το χωρίον επάνοδος
Τη κυρία
Επίλογος
Η Ψαροπούλα
Η Γιαννούλα
Το στοιχειωμένο καράβι
Κοχύλια
Γαλήνη
Τα χλωμά της κάλλη
Φευγάτα Χελιδόνια
Είπε
Απόκριση στον Παλαμά
Δεν θέλω του κισσού το πλάνο ψήλωμα
Το ποτάμι
Οι αγάπες μου
Ύμνος των προγόνων
Μήπως
Της κοπέλας το νερό
Το σπίτι σου
Το κρίμα
Το ψωμί
Πρωτοβρόχι
Η μετάνοια
Γλυκά φυσά ο μπάτης
Το πυροφάνι
Στ' αλώνια
Παναγιά Παρθένος
Η ψαρόβαρκα
Η θάλασσα και τα ποτάμια
Ο κρυφός λόγος
Γέλα
Το φθινόπωρο
Τρεχούμενο νερό
Παπαρούνες
Η γαζία και ο μενεξές
H βελανιδιά και η καλαμιά
Η ρίζα του δέντρου
Διαβατάρικο τρυγόνι
Του Γενάρη το ηλιοβασίλεμα
Η ξενιτεμένη (Καρυάτιδα)
Σταλαγματιά νερού
Το θέρος
Της ελιάς ο ίσκιος
Οι δύο καβαλάρηδες
Οι δύο φτωχοί
Ο κολασμένος
Τσίμπα λοιπόν


Η μυγδαλιά

Το παρασκήνιο στο ποίημα του Γεώργιου Δροσίνη, “Ανθισμένη Αμυγδαλιά”, αφορά μία χαριτωμένη μούσα. Ήταν η ξαδέλφη του, Δροσίνα Δροσίνη. Η ιστορία είναι η εξής: η Δροσίνα ήταν 16 χρονών και φοιτούσε στο Αρσάκειο, όταν ο ξάδελφός της, επισκέφτηκε την οικογένειά της στα Πατήσια. Ο Δροσίνης είχε μόλις γυρίσει απ” τη Γερμανία, όπου σπούδαζε Ιστορία της Τέχνης. Νέος, όμορφος, καλλιεργημένος, ήταν τέλειος “δάνδης” της εποχής. Η Δροσίνα όμορφη, γλυκιά και πολύ φρέσκια. Ο Γεώργιος Δροσίνης. Ένα πρωί, ο Δροσίνης άνοιξε το παράθυρο να μπει φως και είδε τη νεαρή ξαδέρφη του στον κήπο, να κάθεται κάτω από ένα ανθισμένο δέντρο. Σύμφωνα με το ποίημα, το δέντρο ήταν μια αμυγδαλιά. Άλλοι λένε ότι, στην πραγματικότητα, ήταν νεραντζιά. Η κοπέλα κούνησε τον ανθισμένο δέντρο και τα άνθη την έλουσαν. Η σκηνή τον ενθουσίασε και ο νεαρός ποιητής έγραψε το θρυλικό ποίημα. Την εποχή εκείνη, ο Δροσίνης δημοσίευε τα ποιήματά του, με το ψευδώνυμο “Αράχνη”. Η “Ανθισμένη Αμυγδαλιά” δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1882, στο σατυρικό περιοδικό “Ραμπαγάς”. Το τραγούδι του πολέμου Η “Ανθισμένη Αμυγδαλιά” μελοποιήθηκε από τον Γεώργιο Κωστή, ένα ράπτη απ” το Άργος, κατά τη διάρκεια της επιστράτευσης του 1885. Η Βουλγαρία είχε μόλις καταλάβει την περιοχή της Ανατολικής Ρωμυλίας και στα Βαλκάνια είχαν ξεσπάσει αναταραχές. Τότε, αποφασίστηκε γενική επιστράτευση, που διήρκησε οχτώ μήνες. Οι ελληνικές δυνάμεις προχώρησαν μέχρι τα ελληνοτουρκικά σύνορα στην Ήπειρο και τη Θεσσαλία, για να είναι σε ετοιμότητα. Τότε γράφτηκε η μελωδία. Αποτέλεσμα της επιστράτευσης, ήταν ότι το μελοποιημένο ποίημα του Γεώργιου Δροσίνη, διαδόθηκε σε όλο το στράτευμα. Κάθε στρατιώτης σιγοτραγουδούσε, για τα άνθη που έλουσαν τα μαλλιά και την πλάτη μίας κοπέλας, καθώς όδευε προς ένα πιθανό πόλεμο. Από τους στρατιώτες, έφτασε και στον υπόλοιπο κόσμο. Έγινε και καντάδα, που ακουγόταν κάτω από τα παράθυρα των ωραίων δεσποινίδων της εποχής. Σε όλη την Ελλάδα δεν υπήρχε άνθρωπος, που να μην το ψιθύρισε σε μια ρομαντική στιγμή, ή να μην το τραγούδησε σε μία παρέα. Αργότερα, η Δροσίνα παντρεύτηκε τον δικηγόρο Μελέτιο Μελετόπουλο, με τον οποίον απέκτησαν έξι παιδιά. Πέθανε τη δεκατία του ’60, στα 101 της. Τελικά έγινε πράγματι “γρηά με κάτασπρα μαλλιά”. Ο Γεώργιος Δροσίνης πέθανε το 1951, κι αυτός σε πολύ μεγάλη ηλικία. Ήταν 90 ετών.

https://www.youtube.com/watch?v=0W08wiWBsY8

Ετίναξεν την ανθισμένη μυγδαλιά
με τα χεράκια της
κι εγέμισε από άνθη η πλάτη, η αγκαλιά
και τα μαλλάκια της.

Αχ! χιονισμένη σαν την είδα την τρελλή
γλυκά τη φίλησα,
της τίναξα τα άνθη απ᾿ την κεφαλή
κι έτσι της μίλησα:

-Τρελλή να φέρεις στα μαλλιά σου τη χιονιά
τι τόσο βιάζεσαι;
Μόνη της θε να ῾ρθεί η βαρυχειμωνιά,
δεν το στοχάζεσαι;

Τού κάκου τότε θα θυμάσαι τα παλιά
τα παιχνιδάκια σου,
κοντή γριούλα με τα κάτασπρα μαλλιά
και τα γυαλάκια σου.



Επάνω


Τι λοιπόν;

Τι λοιπόν; Της ζωής μας το σύνορο θα το δείχνει ένα ορθό κυπαρίσσι;
Κι απ’ ό,τι είδαμε, ακούσαμε, αγγίξαμε τάφου γη θα μας έχει χωρίσει;
Ό,τι αγγίζουμε, ακούμε και βλέπουμε, τούτο μόνο ζωή μας το λέμε;
Κι αυτό τρέμουμε μήπως το χάσουμε και χαμένο στους τάφους το κλαίμε;
Σε ό,τι αγγίζουμε, ακούμε και βλέπουμε της ζωής μας ο κόσμος τελειώνει;
Τίποτε άλλο; Στερνό μας απόρριμμα το κορμί που σκορπιέται και λιώνει;
Κάτι ανέγγιχτο, ανάκουστο, αθώρητο, μήπως κάτω απ τους τάφους ανθίζει;
Κι ό,τι μέσα μας κρύβεται αγνώριστο μήπως πέρα απ΄ τον θάνατο αρχίζει;
Η ψυχή ταξιδεύτρα μες στο Άπειρο σταλαμίδα νερού μήπως μοιάζει,
που ανεβαίνει στα νέφη απ΄ τα πέλαγα κι απ΄ τα νέφη στους κάμπους σταλάζει;
Μήπως ό,τι θαρρούμε βασίλεμα γλυκοχάραμα αυγής είναι πέρα;
Κι αντί νάρθει μια νύχτα αξημέρωτη, ξημερώνει μια αβράδιαστη μέρα;
Μήπως είναι η αλήθεια στο θάνατο κι η ζωή μήπως κρύβει την πλάνη;
Ό,τι λέμε πως ζει μήπως πέθανε κι είναι αθάνατο ό,τι έχει πεθάνει;


https://www.youtube.com/watch?v=kZd4XYtJnMg

Επάνω


Η Πατρίδα μας

«Ξένε που μόνος κι έρημος
σε ξένους τόπους τρέχεις,
πες μου, ποιός είναι ο τόπος σου
και ποιά πατρίδα έχεις;»

«Τη μακρινή πατρίδα μου
πάντα ποθώ στα ξένα.
Εκεί τα χρόνια της ζωής
περνούν ευλογημένα.

Εκεί κι ο θάνατος γλυκός,
κι αφού κανείς πεθάνει,
έχει στο μνήμα του Σταυρό,
καντήλι και λιβάνι.

Στ᾿ αγαπημένο μου χωριό
χαρές πάντα και γέλια,
στ᾿ αλώνια τραγουδιών φωνές
ξεφάντωμα στ᾿ αμπέλια.

Κι όταν χορεύει η λεβεντιά
στης Πασχαλιάς τη μέρα,
βροντοκοπά το τύμπανο
και κελαηδεί η φλογέρα.

Στη μακρινή Πατρίδα
έχει ευωδιά και χάρη
το ταπεινότερο δεντρί,
το πιο φτωχό χορτάρι.

Στούς κλώνους της αμυγδαλιάς,
σμίγουν ανθοί και χιόνια
και φέρνουνε την άνοιξη
γοργά τα χελιδόνια.

Στων μαγεμένων της βουνών
τα μαρμαρένια πλάγια,
γλυκολαλούν οι πέρδικες
και κλαίει η κουκουβάγια.

Η ασημένια θάλασσα
μ᾿ αφρούς την περιζώνει
κι ο ουρανός με τ᾿ άστρα του
τη χρυσοστεφανώνει.

Τη μακρινή Πατρίδα μου,
πριν η σκλαβιά πλακώσει,
τη δόξαζ᾿ η παλληκαριά,
τη φώτιζεν η γνώση.

Καί τωρ᾿ από τη μαύρη γη,
τη γη τη ματωμένη,
πρόβαλε παλ᾿ η ελευθεριά
σαν πρώτα αντρειωμένη».

«Φτάνει τη χώρα που μου λες,
τη γνώρισα, την είδα,
τη μακρινή Πατρίδα σου
έχω κι εγώ Πατρίδα».

Επάνω


Χώμα ελληνικό

Τώρα που θα φύγω και θα πάω στα ξένα
και θα ζούμε μήνες, χρόνους χωρισμένοι,
άφησε να πάρω κάτι κι από σένα,
γαλανή πατρίδα πολυαγαπημένη,
άφησε μαζί μου φυλαχτό να πάρω
για την κάθε λύπη κάθε τι κακό,
φυλαχτό από αρρώστια, φυλαχτό από Χάρο,
μόνο λίγο χώμα, χώμα ελληνικό.

Χώμα δροσισμένο με νυχτιάς αγέρι,
χώμα βαφτισμένο με βροχή του Μάη,
χώμα μυρισμένο απ᾿ το καλοκαίρι,
χώμα ευλογημένο, χώμα που γεννάει
μόνο με της Πούλιας την ουράνια χάρη,
μόνο με του ήλιου τα θερμά φιλιά,
το μοσχάτο κλήμα το ξανθό σιτάρι,
τη χλωρή τη δάφνη, την πικρήν ελιά.

Χώμα τιμημένο, πούχουν ανασκάψει
για να θεμελιώσουν έναν Παρθενώνα,
χώμα δοξασμένο, πούχουν ροδοβάψει
αίματα στο Σούλι και στο Μαραθώνα,
χώμα πόχει θάψει λείψαν᾿ αγιασμένα
απ᾿ το Μεσολόγγι κι από τα Ψαρά
χώμα που θα φέρνει στον μικρόν εμένα
θάρρος, περηφάνια, δόξα και χαρά.

Θε να σε κρεμάσω φυλαχτό στα στήθια,
κι όταν η καρδιά μου φυλαχτό σε βάλει
από σε θα παίρνει δύναμη βοήθεια,
μην την ξεπλανέψουν άλλα, ξένα κάλλη.
Η δική σου η χάρη θα με δυναμώνει,
κι όπου κι αν γυρίσω, κι όπου κι αν σταθώ
συ θε να μου δίνεις μια λαχτάρα μόνη,
πότε στην Ελλάδα πίσω θε να ῾ρθω.

Κι αν το ριζικό μου -έρημο και μαύρο-
μούγραψε να φύγω και να μη γυρίσω,
το στερνό συχώριο εις εσένα θάβρω,
το στερνό φιλί μου θε να σού χαρίσω.
Έτσι κι αν σε ξένα χώματα πεθάνω,
και το ξένο μνήμα θάναι πιο γλυκό
σα θαφτείς μαζί μου στην καρδιά μου επάνω,
χώμα αγαπημένο, χώμα ελληνικό.


Επάνω


Τα πρωτοβρόχια

Με τα πρωτοβρόχια θάρθουν τα μηνύματα
του χειμώνα: το ποτάμι θα θολώσει,
θα τριζοβολούν ξερά τα πλατανόφυλλα
θα κρυώσει η νύχτα και θα μεγαλώσει.

Θα δροσοσταλάζουν κόκκινα τα κούμαρα,
κυκλαμιές θ᾿ ανθούν στο χώμα ταίρια ταίρια,
θα καπνίζουν σφαλιστά τα χωριατόσπιτα
και θ᾿ αρχίσουν τα σπιτιάτικα νυχτέρια.

Θα σωπάσει ο τζίτζικας κι ετοιμοτάξιδα
γι᾿ άλλων τόπων άνοιξη, μακριά απ᾿ τα χιόνια
βράδυ βράδυ ως τα μεσούρανα θα χύνονται
μαύροι φτερωτοί σταυροί τα χελιδόνια.

Ω χαρά μας! το χειμώνα θα προσμένομε,
δίχως πάγους και χιονιές να φοβηθούμε:
τη ζωή μας το στερνό ταξίδι εκάναμε
και την άνοιξη άλλων τόπων δεν ποθούμε.

Επάνω


Η ψαρόβαρκα

Έρχετ᾿ η ψαρόβαρκα, έρχεται ολοίσια
πέρα απ᾿ τον Ασπρόπυργο κι απ᾿ τα Πετρονήσια
σα νεράιδα αφρόπλαστη, νύφη φτερωτή,
τη χαιδεύει ο μπάτης·
μύρια πλούτη ατίμητα στην ποδιά κρατεί,
ζηλευτά προικιά της.

Έρχετ᾿ η ψαρόβαρκα χρυσοστολισμένη,
έρχεται ασημόζωστη και ροδοντυμένη,
του πελάου αρχόντισσα βεργολυγερή, με πολλά καμάρια·
πλούτη και στολίδια της έχει και φορεί
του γιαλού τα ψάρια!

Επάνω


Της κοπέλλας το νερό

Μιά κοπέλλα λυγερή
το ψηλό βουνό διαβαίνει
η χαρά την καρτερεί
στ᾿ ακρογιάλι που πηγαίνει.
Καί το κάμα είναι βαρύ
κι είν᾿ η κόρη διψασμένη
βρήκε βρύση δροσερή,
ήπιε, αρρώστησε πεθαίνει.
Μα η φωνή της πριν να σβήσει
καταράστηκε τη βρύση
κι από εκείνο τον καιρό
έρμη η βρύση έχει απομείνει
και κανείς ποτέ δεν πίνει
της κοπέλλας το νερό.

Επάνω


Η θάλασσα και τα ποτάμια

Πήγαν τα ποτάμια
παραπονεμένα
κι είπαν της θαλάσσης:
Φέρνομε σ᾿ εσένα
όλα μας τα πλούτη,
όλη τη χαρά μας,
όλη τη ζωή μας,
όλα τα νερά μας.
Καί για πληρωμή μας
συ τι μας χαρίζεις;
Παίρνεις τα νερά μας
και μας τ᾿ αρμυρίζεις!

Καί τους είπ᾿ εκείνη:
Πως μπορώ ν᾿ αλλάξω;
Τα γλυκά νερά σας
πως να τα φυλάξω;
Είμ᾿ από τη φύση
αρμυρή πλασμένη
Κι αρμυρό κοντά μου
κάθε τι θα γένει.
Τα παράπονά σας
πάνε στα χαμένα.
Θέτε το καλό σας;
φεύγετ᾿ από μένα.

Επάνω


Η ξενούλα

Ξενούλα μου, για σένα,
που μ᾿ έκανες στα ξένα
ώρες καλές να ιδώ,
στού χωρισμού την ώρα,
βαριά θλιμμένος τώρα,

τραγούδια τραγουδώ.
Τού χωρισμού τραγούδια,
χλωμά, χλωμά λουλούδια,
κομμένα απ᾿ την καρδιά.

Το δάκρυ τα δροσίζει
Κι ο πόνος τους χαρίζει
Αγάπης ευωδιά.

Επάνω


Το φτάσιμο

Θα βραδιάζει η μέρα, όταν θα φτάνομε
στού χωριού τ᾿ αποσκιωμένα αλώνια
θα φανούν λευκά τα χωριοτόσπιτα
πίσω από των πεύκων τ᾿ ακροκλώνια.

Μακριά θ᾿ ακούονται αρνιών βελάσματα
βραδινή καμπάνα θα σημαίνει
στη βρυσούλα βόδια θα ποτίζονται,
θα καπνίζουν φούρνοι φλογισμένοι.

Θα βαθιανασαίνουμε στο διάβα μας
μυρωδιά από στάχυα θερισμένα.
Θα μας ευχηθούν το «καλώς ήρθατε»
χέρια από τον κάματο αργασμένα.

Από το κατώφλι αναμερίζοντας
του καιρού τ᾿ αγκάθια και τα χόρτα,
του κλειστού παλιόπυργου θ᾿ ανοίξομε
τη βαριά τη σιδερένια πόρτα.

Επάνω


Νύχτα Χριστουγεννιάτικη ή Νύχτα Γεννήσεως

Την άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη
λυγούν τα πόδια
και προσκυνούν γονατιστά τη φάτνη τους
τ᾿ άδολα βώδια.

Κι᾿ ο ζευγολάτης ξάγρυπνος θωρώντας τα
σταυροκοπιέται
και λέει με πίστη απ᾿ της ψυχής τ᾿ απόβαθα,
Χριστός γεννιέται!

Την άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη
κάποιοι ποιμένες
ξυπνούν από φωνές ύμνων μεσούρανες
στη γη σταλμένες.

Κι᾿ ακούοντας τα Ωσαννά απ᾿ αγγέλων στόματα
στο σκόρπιο αέρα,
τα διαλαλούν σε χειμαδιά λιοφώτιστα
με τη φλογέρα.

Την άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη
- ποιός δεν το ξέρει; -
των Μάγων κάθε χρόνο τα μεσάνυχτα
λάμπει τ᾿ αστέρι.

Κι᾿ όποιος το βρεί μεσ᾿ στ᾿ άλλα αστέρια ανάμεσα
και δεν το χάσει
σε μια άλλη Βηθλεέμ ακολουθώντας το
μπορεί να φτάσει.

Επάνω


Ο Δικέφαλος

Στην πόρτα της Αγια-Σοφιάς, που σφάλισεν
ενός αγγέλου χέρι.
διπλοσφαγμένος έπεσ᾿ ο Δικέφαλος
απ᾿ τ᾿ άπιστο μαχαίρι.

Στην πόρτα της Αγια-Σοφιάς, σπαράζοντας
με ματωμένα στήθη,
τις δυό φτερούγες άπλωσ᾿ ο Δικέφαλος
και πάλι ορθός εστήθη.

Καί στοίχειωσε και θέριεψε και πλήθυνεν
ο νεκραναστημένος
κι έγιν᾿ ο ένας μύριοι Αιτοί Δικέφαλοι
στο δουλωμένο Γένος.

Καί πέταξε στα πέρατα και φώλιασεν,
όπου σκεπή τον κρύβει:
Σε μοναστήρι, σ᾿ εκκλησιά και σ᾿ άρχοντα
και σε φτωχού καλύβι.

Στην πλάκα του μοναστηριού τον σκάλισε
καλόγερος τεχνίτης,
η καλομανα φυλαχτό τον φόρεσε
στ᾿ ανήμπορο παιδί της.

Στον αργαλειό της καθιστή μερόνυχτα
τον ύφαν᾿ η βοσκούλα,
περήφανος ο άρχοντας τον έδεσε
στο δαχτυλίδι βούλα.

Κρεμάστηκε απ᾿ τα νύχια του τ᾿ ακοίμητο
της Παναγιάς καντήλι
κι άγιασε στού Χριστού το Τετραβάγγελο
γραμμένος με κοντύλι.

Τέσσερα μαύρα ατέλειωτα εκατόχρονα
βουβός κι αποκρυμένος
κλωσούσε την εκδίκηση ο Δικέφαλος
στο δουλωμένο γένος.

Ξάφνου μια μέρα βρόντησ᾿ ο αντίλαλος:
«Ως πότε, παλληκάρια!»
Καί μύριοι Αιτοί Δικέφαλοι φτερούγισαν
από σπαθιών θηκάρια.

Επάνω


Εσπερινός

Στο ρημαγμένο παρακκλήσι
της Άνοιξης το θείο κοντύλι
εικόνες έχει ζωγραφίσει
με τ᾿ αγριολούλουδα τ᾿ Απρίλη.

Ο ήλιος, γέρνοντας στη δύση,
μπροστά στού ιερού την πύλη
μπαίνει δειλά να προσκυνήση
κι ανάφτει υπέρλαμπρο καντήλι.

Σκορπάει γλυκειά μοσκοβολιά
δάφνη στον τοίχο ριζωμένη -
θυμίαμα που καίει η Πίστις -

και μία χελιδονοφωλιά,
ψηλά στο νάρθηκα χτισμένη,
ψάλλει το Δόξα εν Υψίστοις...

Επάνω


Βαθιά, τη νύχτα

Βαθιά, τη νύχτα τα μεσάνυχτα,
με τ᾿ ανοιχτά φτερά του ονείρου,
πετά η ψυχή μου, σκλάβα ελεύθερη,
στους μυστικούς κόσμους του Απείρου,
τη νύχτα βλέπει όλα τ᾿ αθώρητα,
που απόκρυβεν η πλάνα μέρα
τη νύχτα ακούει όλα τ᾿ ακούσματα
στον ατρικύμιστον αέρα.
Βλέπει των κάστρων τα φαντάσματα
και τα λευκά στοιχειά των κάστρων
κι ακούει των δέντρων το μεγάλωμα
και το περπάτημα των άστρων.

Επάνω


Από τα «Φωτερά Σκοτάδια»

Ω θαλασσοθεμέλιωτα και ηλιόσκεπα παλάτια,
Χτισμένα από τα σύννεφα της θερινής βραδιάς,

«Δεν θέλω του κισσού το πλάνο ψήλωμα
σε ξένα αναστυλώματα δεμένο
ας είμαι ένα καλάμι, ένα χαμόδεντρο,
μα όσο ανεβαίνω, μόνος ν᾿ ανεβαίνω.
Δεν θέλω του γιαλού το λαμποφέγγισμα
που δείχνεται άσπρο με του ήλιου τη χάρη
θέλω να δίνω φως από τη φλόγα μου
κι ας είμαι ένα ταπεινό λυχνάρι»

Επάνω


Η αμαρτωλή

Παπά, αν έρθει μία μελαχρινή
να την ξομολογήσης,
κοντούλα, αφράτη, με γλυκιά φωνή,
πρόσεξε, μην τυχόν και την αφήσης
να μεταλάβει η αμαρτωλή!
Δε νήστεψε μία μέρα το φιλί!

Επάνω


Το σπίτι σου

Τίποτε δεν άλλαξε απ᾿ το σπίτι σου
κι απ᾿ το δρόμο κι απ᾿ τη γειτονιά.
Μόνον η παλιά βρυσούλα στέρεψε
στην αντικρινή σου τη γωνιά.

Τίποτε δεν άλλαξε απ᾿ το σπίτι σου.
Βιαστικός διαβάτης το θωρώ
και, ξεχνώντας πόσα χρόνια πέρασαν,
σα και τότε πάλι λαχταρώ...

Λαχταρώ ν᾿ ανοίξεις το παράθυρο
και στο διάβα μου άξαφνα να βγείς,
γελαστή παιδούλα καστανόξανθη,
χάραμα απριλιάτικης αυγής.

Σφαλιστό απομένει το παράθυρο
κι αν τ᾿ ανοίξεις, μι᾿ άλλη θα φανεί.
Μόνο στο παράθυρο της θύμησης
βγαίνεις ἴδια καὶ παντοτινή.

Επάνω


Ο Ήλιος και ο Αέρας

Ο Αέρας θύμωσε,
με τον Ήλιο μάλωσε.
Ο Αέρας έλεγε:
– Είμαι δυνατότερος!
Καί ο Ήλιος έλεγε:
– Σε περνώ στη δύναμη!
Ένας γέρος γεωργός
με τη μαύρη κάπα του
στο χωράφι πήγαινε.

Ο Αέρας λάλησε:
– Όποιος έχει δύναμη
παίρνει από τον γέροντα
τη χονδρή την κάπα του!

Φύσησε, ξεφύσησεν,
έσκασε στο φύσημα,
άδικος ο κόπος του.

Κρύωσεν ο γέροντας
και διπλά τυλίχθηκε
στη χονδρή την κάπα του.

Μα κι ο Ήλιος λάλησε:
– Όποιος έχει δύναμη
παίρνει από το γέροντα
τη χονδρή την κάπα του!

Έφεξεν ολόλαμπρος,
καλοσύνη σκόρπισε,
κι έβγαλεν ο γέροντας
τη χονδρή την κάπα του.

Πάλι ξαναλάλησε:
– Άκουσε και μάθε το,
σε περνώ στη δύναμη,
γιατί πας με το κακό
κι εγώ πάω με το καλό!

Επάνω


Πίστη

Δεν έχεις Πίστη , όταν τα στάχια σου
προσμένεις να γενούν σιτάρι,
Κι από τ άκαρπο δεντρί, που κέντρωσες,
προσμένεις καρπερό βλαστάρι!

Πίστη έχει, όταν από το χέρσωμα
κι από τα αστραποκαμένα ξύλα,
προσμένεις τους καρπούς ολόδροσους
και καταπράσινα τα φύλλα.

Δεν έχεις Πίστη , όταν, πηγαίνοντας
το δρόμο του βουνού , προσμένεις
να φτάσεις ως το ανάερο ψήλωμα
κάποιας κορφής μαρμαρωμένης.

Πίστη έχεις, όταν , αλυσόδετος,
μέσα από τα βάθη της αβύσσου,
προσμένεις ως τα ουράνια ελεύτερο
να φτερουγίσει το κορμί σου.

Δεν έχεις Πίστη , όταν τ' απόβραδο
προσμένεις να προβάλλουν τ άστρα,
και με του πετεινού το λάλημα
να φέξη η αυγή ροδογελάστρα!

Πίστη έχεις, όταν- όσο αλόγιστο
και πλάνο ο νους σου κι αν το ξέρει-
προσμένεις ήλιο τα μεσάνυχτα
κι αστροφεγγιά το μεσημέρι.

Δεν έχει Πίστη, όταν, πιστεύοντας,
ρωτάς την κρίση και τη γνώση!
Δεν έχεις Πίστη , όταν την πίστη σου
στο λογικό έχεις θεμελιώσει!

Πίστη έχει, όταν κάθε σου όνειρο
το ανάφτεις στο βωμό της τάμα,
κι αν κάποιο σου τάμα είναι αδύνατο,
προσμένεις να γενεί το θάμα.


Επάνω


Η αλεπού καλογριά

Σαν δεν είχε τι να φάει
μία αλεπού πονηρεμένη
αποφάσισε να πάει
και καλόγρια να γένει.

Τρεις κοκόροι που δεν έχουν
στο κεφάλι λίγη γνώση
την πιστεύουνε και τρέχουν
την ευχή τους να τους δώσει.

Μπαίνουν μέσα στο κελί της
τους ξομολογά εκείνη
και κουνεί την κεφαλή της
και συγχώρηση τους δίνει.

Και χωρίς να χάσει ώρα
καθώς ήταν πεινασμένη
τους αρπάζει - κι είναι τώρα
και οι τρεις συγχωρεμένοι.

Και η αλεπού τους κλαίει,
τους μοιρολογά και λέει:
Έτσι την παθαίνουν όσοι
έχουνε κοκόρου γνώση!

Επάνω


Ο,τι έχεις μέσα σου παιδιάτικο

Ό,τι έχεις μέσα σου παιδιάτικο
σα θησαυρό να το φυλάξεις
τους λογισμούς, τους πόθους σου άλλαξε,
μ' αυτό ποτέ να μην αλλάξεις.

Όποτε της ζωής τα ψεύτικα
κι άσχημα, σφίγγουν την καρδιά σου,
μέσα σ' ό,τι φύλαξες παιδιάτικο
θα βρίσκεις την παρηγοριά σου.

Κι όταν χλωροφυλλιάσει η όψη σου
και στα μαλλιά σου πέσουν χιόνια,
μόνο ό,τι φύλαξες παιδιάτικο
θα μείνει απείραχτο απ' τα χρόνια.

Επάνω


Άνθη του γκρεμνού

Όλα για σένα τα' κοψα κι έλα, καλή μου, πάρ' τα,
τις αργυρές αγράμπελες και τα χρυσά τα σπάρτα

Ζηλιάρης δράκος ο γκρεμνός τα φύλαγε από μένα
τα πλούτη του τα λιόσπαρτα και τ' αφρογεννημένα

Κι έκανα τον καημό σπαθί, το λογισμό κοντάρι,
και πάτησα και νίκησα τον ακριβό ζηλιάρη

Όλα για σένα τα' κοψα κι έλα, καλή μου, πάρτ' τα,
του δράκου τις αγράμπελες και του γκρεμνού τα σπάρτα.

Επάνω


Τραγουδάκι της Αγάπης

Σαν το μικρό πουλί που συνηθίζει
μες το κλουβί να ζη παντοτινά,
χεράκι ευσπλαχνικό να το ταίζη
και με τραγούδια πάντα να περά,

μες της αγάπης το κλουβί κλεισμένος
συνήθισ’ άνω κάτω να πηδώ,
και όταν κάποτ’ είμαι λυπημένος
η σε χαρά πολλή να τραγουδώ.

Κεχρί - μου φτάνει μόνο η ματιά σου·
νερό δροσάτο -είναι τα φιλιά σου...
Μα τί; Κακιώνεις; Θα με διώξης; Μη!

Αχ, το φτωχό πουλί που συνηθίση
κλουβί, ελεύθερο να ζήση
δεν ημπορεί, ξανθή μου , ούτε στιγμή!

Επάνω


Το Μοιρολόι της Όμορφης

Ποιος σε είδε, νεραϊδόκορμη, να πλένης στο ποτάμι
και δεν του κόπηκε η μιλιά, δε χάθηκε το φως του;

Ξέζωστη και ξετράχηλη και ξεμαντιλωμένη,
με το κορμί κλωνόγερτο, με τα μαλλιά λυμένα,
του ποταμιού ασπρολίθαρα τα πόδια σου ν’ αστράφτουν
και στο νερό ν’ αφροκοπούν τα χέρια, νεροπούλια!

Ποιος σε είδε, νεραϊδόκορμη, να πλένεις στο ποτάμι,
με τις αγράμπελες σκεπή, τις ροδοδάφνες φράχτη
και δεν του κόπηκε η μιλιά, δε χάθηκε το φως του;

Εγώ σε είδα και σώπασα, να μην κοπή η μιλιά μου
και σφάλισα τα μάτια μου, να μη χαθή το φως μου.

Κι’ ουδέ ποτέ σου το `μαθες κι ουδέ ποτέ σου το είπα.

Τώρα, που δεν τ’ ακούς εσύ, το λέω στο μοιρολόγι.

Επάνω


Αν παρήλθον οι χρόνοι εκείνοι

Αν παρήλθον οι χρόνοι εκείνοι
των ερώτων φαιδρά εποχή
δεν παρήλθον και όμως οι πόνοι
των βελών σου αγνώμων ψυχή

Σε ηγάπων, σε είχον θεά μου
κι η ψυχή μου επέτα προς σε,
ήσουν συ το γλυκό όνειρο μου
αι στιγμαί της ζωής μου χρυσαί

Πού τοσάκις εμπρός της Σελήνης
με ορκίσθης αγάπη σκληρά
ήσαν ψεύδη και συ με ηπάτας
με τα λόγια σου αυτά τα γλυκά

Επάνω


Σπίθες στη στάχτη

Δε θέλω του κισσού το πλάνο ψήλωμα
σε ξένα αναστηλώματα δεμένο
ας είμαι ένα καλάμι, ένα χαμόδενδρο
μα όσο ανεβαίνω, μόνος ν’ ανεβαίνω

Δε θέλω του γυαλού το λαμποφέγγισμα
που δείχνεται άστρο με του ήλιου τη χάρη
θέλω να δίνω φως από τη φλόγα μου
κι ας είμαι κι ένα ταπεινό λυχνάρι.

Επάνω


Τα μάτια σου είναι θάλασσες

Μια τέχνη ξέρω ν’ αγαπώ, κι αν θέλεις το καλό σου
συ που δεν ξέρεις ν’ αγαπάς πάρε με δάσκαλό σου.

Τα μάτια σου είναι θάλασσες κι αγέρας δεν τις πιάνει
χαρά στο ναύτη που θα βρει στα μάτια σου λιμάνι.

Σφαλίσανε τα μάτια σου και μένα δε θυμούνται
όλα τ’ αστέρια ξαγρυπνούν και μόνο αυτά κοιμούνται.

Επάνω


Τι θέλω

Δε θέλω του κισσού το πλάνο ψήλωμα,
σε ξένα αναστηλώματα δεμένο,
ας είμαι ένα καλάμι, ένα χαμόδεντρο,
μα όσο ανεβαίνω, μα όσο ανεβαίνω, μόνος ν’ ανεβαίνω.

Δε θέλω του γυαλιού το λαμπροφέγγισμα,
που δίνεται του φεγγο ηλιού τη χάρη,
θέλω να δίνω φως, από τη φλόγα μου,
κι ας είμαι ένα, κι ας είμαι ένα ταπεινό λυχνάρι.

Δε θέλω του κισσού το πλάνο ψήλωμα,
σε ξένα αναστηλώματα δεμένο,
ας είμαι ένα καλάμι, ένα χαμόδεντρο,
μα όσο ανεβαίνω, μα όσο ανεβαίνω, μόνος ν’ ανεβαίνω.

https://www.youtube.com/watch?v=WIpXPTSUhg8

Επάνω


Αφίλητη

Αντί ναρθή νυφούλα ζωντανή
'Στην εκκλησιά τη μοσχομυρισμένη,
Τι κρίμα ! είκοσι χρονών πριν γενή
Τη φέρνουνε νυφούλα πεθαμένη.

Την τριγυρνούν οι άλλοι χριστιανοί
Και τη φιλούνε γνώριμοι και ξένοι,
Και μόνον ένας που πονεί, πονεί,
Ασάλευτος σε μιά γωνιά προσμένει.

Με χείλη αμαρτωλά και κολασμένα
Δεν θέλει να φιλήση την παρθένα
Καθώς προστάζει η γλώσσα του παπά

Αφίλητη κι' όταν εζούσε ακόμα,
Αφίλητη κι' όταν χαθή 'ς το χώμα,
Τέτοια την κλαίει και την αγαπά.

Επάνω


Δίστιχα (από το περιοδικό Εστία)

5
Τα μάτια σου είνε θάλασσαις κι' αγέρας δεν ταις πιάνει·
Χαρά 'ς τον ναύτη που θαυρή 'ς τα μάτια σου λιμάνι !
6
Όσοι σε ιδούν κι όσοι με ιδούν με μιάς θα 'πούνε
- Να ένας νιός οπ' αγαπά και δεν τον αγαπούνε.
7
Κι' αν ήσαι μικροκάμωτη τι σούφταιξεν ο τύχη ;
Μόνον το πρόστυχο πανί μετριέται με την πήχυ.
8
Σφαλίσανε τα μάτια σου κ'εμένα δεν θυμούνται.
Όλα τ' αστέρια ξαγρυπνούν και μόν' αυτά κοιμούνται.
9
Ροδοντυμένη αγάπη μου, τ' αηδόνια άμα σε ιδούνε
Θαρρούν πως ήρθ' η άνοιξι και γλυκοκελαδούνε.
10
Βλέπεις εκεί τον πλάτανο τον αστραποκαμμένο ;
Έτσ' είμ' εγώ που σ' αγαπώ κι' αγάπη δεν προσμένω.

Επάνω


Αποχαιρετισμός

Λουλούδια είν' οι στίχοι μου κομμέν' απ' την καρδιά
κι' έχουνε την αγάπη μου για μόνη μυρωδιά.
Κι' εγώ θερίζω απ' την καρδιά στίχους πολλούς για σένα,
και σ' τους αφίνω ενθύμημα τώρα που πάω 'ς τα ξένα.

Όσο τους βλέπεις, κόρη μου, 'ς ένα χαρτί εκεί
χλωμοί, χλωμοί και άχαροι, θλιμμένοι, φτωχικοί,
να κιτρινοφυλλιάζουνε σαν άνθη πατημένα.
θα πη πως ζω μαύρη ζωή μακρυά από σε 'ς τα ξένα.

Κι' αν κάποια 'μέρα τους ιδής με ξαφνική χαρά
να πάρουν δεύτερη ζωή, και τάνθη τα ξηρά
ν' απλώσουνε τα φύλλα του χλωρά και μυρισμένα,
τότε θα πη πως έρχουμε και πάλι από τα ξένα.

'Αν όμως μέσ' 'ς την πλειό γλυκειά της νειότης σου γιορτή
ιδής πως ξάφνω εσβύστηκαν οι στίχοι απ' το χαρτί,
λυπήσου και τους στίχους μου, λυπήσου με κ' εμένα,
γιατί θα πη πως πέθανα εκεί μακρυά 'ς τα ξένα.

Επάνω


Απ' τον ύπνο των αιώνων

Απ' τον ύπνο των αιώνων, - ω μαραμένη γη,
Ξύπνα, ξύπνα, των αγώνων, - εξημέρωσ' η αυγή.

Άλτις ιερά, στολίσου, - μ' ανοιξιάτικη στολή·
ας ανάψουν οι βωμοί σου, - απο θεία φεγγοβολή.

Ο Ερμής σου ας ζωντανέψη, - απ' την έξαφνη χαρά,
Και η Νίκη σου ας σαλέψη, - τα μαρμάρινα φτερά.

Και η ξερή σου εληά, ας βγάλη, - νέα αμάρνατα κλαδιά,
για να στεφανώση πάλι, - της Ελάδος τα παιδιά.

Επάνω


Αυλόπορτα

Γιά μιάν εικόνα του Ροιλού

ΠΑΛΙΑ, κλειστή, μανταλωμένη αυλόπορτα. −
Ολόρθη εκεί στημένη, ακοίμητη,
Με τα λιοπύρια και με τα χιονόβροχα,
Τού καρπισμένου κήπου φύλακας,
Σαπίλα τρώει τα ξύλα σου
Καί καταλεί η σκουριά τα σίδερα.

Με τις μακρόβλαστες κληματαριές
Χλωροστεφάνωτη,
Λιγόφωγη κι' αποσκιωμένη η όψη σου
Δείχνει απ' τις χρυσωμένες χαραγές της
Πως πίσωθέ σου ο ήλιος λάμπει
Ολόφωτος.

Παλιά, κλειστή, μανταλωμένη αυλόπορτα,
Σωριάσου κάτω − η διάπλατη άνοιξε!

Επάνω


Στερνό κίνημα

Ο ΓΚΑΙΤΕ, λένε, πριν πεθάνη σήκωσε
Το χέρι του κ' έγραψε ανάερα κάτι,
Πού δεν το είδε, κι' ούτε ποτέ το διάβασε
Τού ανθρώπου μάτι.

Σαν τι να ήτον το αμίλητο τραγούδι του
Την ύστερη την ώρα του θανάτου;
Τον πόνο του σ' αέρινη πλάκα χάραξεν
Η τη χαρά του;

Ήτον − μπροστά στην άβυσσο του Τίποτε −
Της ζωής ύμνος, θρήνος απελπισίας;
Η το προφήτεμα μιάς φωτοστέφανης
Αθανασίας;

Επάνω


Κάτι από σένα

ΚΑΤΙ από σένα ανάλαφρο κ' ελεύθερο
Παντού μ' ακολουθάει : −
Γλάρου λευκό φτερούγισμα
Σε μιάς βαρκούλας πλάι.

Κάτι από σένα ξώκοσμο και θεόσταλτο
Τού νού μου ως τ' άστρα υψώνει: −
Κυπαρισσιού κορφόκλαδο
Πού κελαιδεί εν' αηδόνι.

Κάτι από σένα ανέγγιχτο και πάναγνο
Σφαλά η καρδιά μου, κάτι: −
Κλειούν και σφαλούν τα βλέφαρα
Γλυκά, απαλά το μάτι.

Επάνω


Πρωταπριλιά

SONETTO
Αν σήμερα κανείς σας 'πη
Πως ταχ' αυτή που αγαπάτε
Άλλον κυττάζει, μην κοπή
Το αίμά σας −χαμογελάτε.

Κι' αν άλλος 'πη χωρίς 'ντροπή:
Εις την αγάπη σας να πάτε,
Αποκριθήτε: «Σιωπή,
Καί για κουτό μη με περνάτε».

Τούς φίλους σας για την ψευτιά τους
Σήμερα να φοβάσθε μόνο,
Ταίς φίλαις σας όλο τον χρόνο·

Γιατ' έχουνε μεσ' τη ματιά τους,
'Σ τα λόγια τους και 'ς τα φιλιά
Παντοτινή πρωταπριλιά.

Επάνω


Τ' αστέρι

Εκύτταζα εν' αστέρι που 'ψηλά
'Σ τον Ουρανό 'φαινόταν καρφωμένο…
Ξάφνω το βλέπω και με μιάς κυλά…
Αχ! που θα πα να πέση το καϋμένο;

Μα 'σαν σε είδα, είπα με τον νού:
− 'Σ τη γη είχε πέσει τάστρο τουρανού.

Επάνω


Η Παναγιά

Δ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΩ
Θυμούμαι… με παράπονο εσήκωσες το χέρι
Εις το κλεισμένο σπίτι της, εις τα παράθυρά της,
Καί μούπες: «−Της χαράς για με 'βασίλεψε ταστέρι·
Η Παναγία έφυγε από την εκκλησιά της.»

Προχθές σε είδα γελαστόν. −Πού τρέχεις; «−Σε γυρεύω!»
Αι, την αιτία για να ναυρώ δεν σπάνω το κεφάλι.
Ξέρω πως είσαι χριστιανός φανατικός, μαντεύω:
Η Παναγία 'γύρισε 'ς την εκκλησιά της πάλι.

Επάνω


Το ουρανί της

Όσαις φοραίς την έβλεπα ξανθή, ανθοπλασμένη,
'Σαν νύχτας όνειρο γλυκό 'μπροστά μου να διαβαίνη,
Έλεγα: νάνε τάχα γης η ουρανού λουλούδι;
Να ήνε άνθρωπος η αγγελούδι;

…………………………………………
Είν' η ξανθή μου άγγελος, εδώ 'ς τη γη αν μένη,
Μ' ένα κομμάτι τουρανού την είδα χθες ντυμένη.

Επάνω


Σταλαγματιαίς

Σταλαγματιαίς απ'την καρδιά μου
Να πέσουν 'ςτο χαρτί αν τύχη:
Πόνοι, χαραίς κ' αισθήματά μου
Σιγά σιγά γίνονται στίχοι.

Από σταλιαίς νερού που στάζουν
Μεσ' ς τη σπηλιά έτσι θα 'δήτε
Τούς βράχους γύρω να σκεπάζουν
Αφροπλασμένοι Σταλακτίται.

Επάνω


Η εις το χωρίον επάνοδος

ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΙΑ
Oh! charme du silence et des asiles frais!

THÉODORE DE BANVILLE
Α΄

Ο ήλιος ολοένα κατεβαίνει…
Τη γη 'ςε 'λίγη ώρα παραιτεί
Κ' η δύσι ροδοκόκκινα 'ντυμένη
'Σ την αγκαλιά της μέσα τον κρατεί.

Παράξενο −τη γη όταν άφήση,
Φεύγει μαζή του κάθε εμμορφιά·
Οι κάμποι, τα βουνά, όλη η φύσι
Σκοτεινιασμένη 'μοιάζουν ζωγραφιά,

Καί μεσ' 'ς ταίς καλαμιαίς και 'ς τα πλατάνια
'Σαν μαύρο φείδι τρέχει το νερό…
…Νυκτόνει εκεί 'πάνω 'ς τα ουράνια
Το πρώτο άστρο λάμπει αργυρό.

Όλης της γης την πλάσι κουρασμένη
Έχει σκεπάσει ύπνου σιγαλιά
Κ' η θάλασσα κοιμάται πλαγιασμένη
'Σε μαλακή κ' υγρή ακρογιαλιά.

Ο γέρω πεύκος, που ορθός περνάει
Όλη τη νύκτα και δροσιά ρουφά,
Αργά και που τα φύλλα του κουνάει,
Ωσάν να χασμουριέτ' από κρυφά…

Μόνον η βρύσι η χορταριασμένη,
Πού όλη μέρα λέει και γελά,
Κι' αυτή την ωρ' ακόμη δεν σωπαίνει
− 'Σ τον ύπνο της, θαρρείς, παραμιλά.

Επάνω


Τη κυρία

Μέσα 'ς τα δυό σου τα γλυκά και τα μεγάλα μάτια
Η μαύρη νύχτα έχτισε τα μαύρά της παλάτια.

Κ' η ' μέρα έννοιωσε βαρειά τη ζήλια και τον φθόνο
και τα σγουρά σου τα μαλλιά εδιάλεξε για θρόνο…

Φτωχή αυγή! δεν 'μπόρεσε της αδελφαίς ν' αφίση,
κ' ήρθε δειλά 'ς την όψι σου κι' αυτή να κατοικήση.

Επάνω


Επίλογος

ΤΩ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ

Στίχους ποτέ δεν έγραψες εσύ;
Καλότυχος!… αν θες να με πιστέψης.
Μη γράψης −είν' η τύχη σου χρυσή·
Τον ποιητή καθόλου μη ζηλέψης.

Γέλα μαζή όταν αυτός γελά,
Περίπαιξε όσα εκείνος λέει
Αν θέλης μην τον αγαπάς − αλλά,
Αλλά συμπάθησέ τον όταν κλαίη.

Καί όταν 'ς τη γωνιά φυλλομετρής
Τούς στίχους που ενέπνευσε 'ς τη Λύρα
Η πίστις, η αγάπη, η πατρίς,
Τού ποιητού σου μη φθονής τη μοίρα

Γιατί κάθε γραμμή ο ποιητής
Τη γράφει με το αίμα της ψυχής του,
Καί του χαρτιού τα φύλλα που κρατείς
Είνε σχισμένα φύλλα της ζωής του.

Επάνω


Η Ψαροπούλα

Η Ψαροπούλα η όμμορφη, του Μπαρμπαγιάνν' η κόρη,
Κεντάει και ράφτει τα προικιά και τραγουδεί και λέει:
− Προικάκιά μου καλότυχα κι' ομμορφοκεντισμένα,
Ποιός θαν' ο νιός, που θα χαρή και σας και την κυρά σας;
Αν ίσως θαν' ψαρά παιδί, ψαράκια να κεντήσω,
Κι' αν ίσως θάνε κυνηγός, περδίκια και τρυγόνια,
Κι' αν είνε παπαδόπουλο, σταυρούς και κομπολόγια,
Κι' αν είν' ολόμμορφο παιδί και ξακουστός λεβέντης,
Να σας γεμίσω της ραφαίς με πούλιαις και τιρτίρι.

Καί μια Τσιγγάνα πέρναγε και το τραγούδι ακούει:
− Κόρη μου, δος το χέρι σου για να σού 'πω τη μοίρα.
Κυττά η γρηά Γύφτισσα της 'μορφονιάς το χέρι
Καί συννεφιάζ' η όψι της, ταχείλι της δαγκάνει.
− Τι το κυττάς και δε 'μιλείς, μωρή γρηά Τσιγγάνα;
− Τι να σού 'πω, κακότυχη και κακομοιριασμένη;…
κρίμα 'ςτα τόσα κάλλη σου και κρίμα 'ςτα προικιά σου,
Θα πάρης άντρα γέροντα και θα καή η καρδιά σου!

Επάνω


Η Γιαννούλα

Πού πας, Γιαννούλα, μοναχή τόρα το βράδυ βράδυ;
− Πάω 'ςτη βρύσι για νερό τη στάμνα να γεμίσω.
− Γιαννούλα μ', τόρα νύχτωσε και βγήκε Αποσπερίτης,
Δε' σκιάζεσ' από τα στοιχειά κι' απ' της κακαίς νεράιδες,
Να μη σε ιδούν πούσ' όμμορφη κ' ερθούν και σε πειράξουν;
Δε' σκιάζεσαι κι' απ' τα παιδιά κι' απ'τους κακούς λεβένταις,
Μη σε 'πιτύχουν μοναχή κ' ερθούν και σε φιλήσουν;
Γιαννούλα μ', θες ναρθώ κ' εγώ να μ' έχης συντροφιά σου;
− Δήμό μου, σύρε 'ς το καλό, και κάλλιο πάω μονάχη.
Δε' σκιάζομ' από τα στοιχειά κι' απ' της κακαίς νεράιδες,
Δε' σκιάζομ' από τα παιδιά κι' απ' τους κακούς λεβένταις,
Μον' απ' της γλώσσαις της κακαίς, που θα μ' ιδούν μαζί σου
και θε να ειπούν πως σ' αγαπώ και θα το μάθη ο κόσμος·

Επάνω


Το στοιχειωμένο καράβι

Ποιός είδε μεσ' στο πέλαγος καράβι στοιχειωμένο
Με ματωμένα τα πανιά, μ' ολόμαυρα κατάρτια;
Ακούραστος, ασάλευτος, χλωμός καραβοκύρης
Μέρες και νύχτες ξαγρυπνά στού καραβιού την πλώρη.
Μουγγρίζει αγέρας στα πανιά, τριζοβολούν τα ξάρτια
Καί το καράβι σαν πουλί στο κύμα φτερουγίζει
Κι' ουδ' ακρογιάλι βρίσκεται κι' ουδέ λιμάνι εμπρός του…

Μα θα σταθή και μια φορά και θα λυθή η κατάρα,
Σα θα βρεθή στον κόσμο αυτό μια σπλαχνική γυναίκα,
Πού θ' αγαπήση αληθινά το δόλιο καπετάνιο.

− Αχ, δύστυχε θαλασσινέ, και πότε θα την εύρης;…
Ας σ' ελεήση ο ουρανός κι' ας μην αργήση η ώρα!

Μεσ' στού βοριά το φρένιασμα, στη λύσσα της φουρτούνας,
Κόντρα του πήγαιν' ο καιρός και τούκοβε το δρόμο,
Κι' ο καπετάνιος ξέθαρρα μεγάλο λόγον είπε:
«− Αιώνια κόντρα να μου πας το δρόμο δε μου κόβεις!»
Κι' ο δαίμονας που τ' άκουσε βαρειά κατάρα κάνει:
«−Στοιχειό το ξύλο να γενή κ' αιώνια ν' αρμενίζη
Κι' ουδ' ακρογιάλι να βρεθή κι' ουδέ λιμάνι εμπρός του!…
Μα θα σταθή και μια φορά και θα λυθή η κατάρα,
Σα θα βρεθή στον κόσμο αυτό μια σπλαχνική γυναίκα.
Πού θ' αγαπήση αληθινά το δόλιο καπετάνιο.

− Αχ, δύστυχε θαλασσινέ, και πότε θα την εύρης;…
Ας σ' ελεήση ο ουρανός και ας μην αργήση η ώρα!

Χρόνους εφτά στα πέλαγα γυρίζει ο καπετάνιος
Κ' έρχεται πάλι στη στεριά με μια γλυκειάν ελπίδα,
Πως η κατάρα θα λυθή κ' η μοίρα του θ' αλλάξη.
Μ' ακόμα δεν ευρέθηκε γι' αυτόν πιστή γυναίκα.
«− Ανάθεμα την απιστιά, την ψεύτρα την αγάπη!
Σύντροφοι, απάνω τα πανιά!… Στο πέλαγος και πάλι!…
Κι' ουδ' ακρογιάλι ας μη βρεθή, κι' ουδέ λιμάνι εμπρός μας!

Μα θα σταθή και μια φορά και θα λυθή η κατάρα,
Σα θα βρεθή στον κόσμο αυτό μια σπλαχνική γυναίκα,
Πού θ' αγαπήση αληθινά το δόλιο καπετάνιο.

− Αχ, δύστυχε θαλασσινέ, και πότε θα την εύρης;…
Ας σ' ελεήση ο ουρανός κι' ας μην αργήση η ώρα!

Επάνω


Κοχύλια

Κάποια ξωτικά κοχύλια,
Στ' ακρογιάλι σκορπιστά,
Μοιάζουν νεκρωμένα χείλια,
Μοιάζουν μάτια σφαλιστά.

Λείψανα που ριξε η μοίρα
Απ' αγνώριστο νεκρό,
Τα ξεδιάλεξα τα πήρα
Με χαμόγελο πικρό.

Κι' όταν ήρθε η μαγεμένη
Ώρα του μεσονυχτιού,
Πού ξυπνούν οι πεθαμένοι
Με τον πόθο του σπιτιού,

Τα σβυσμένα μάτια αρχίσαν
Να σκορπούν φεγγοβολιά
Καί τα χείλια αντιλαλήσαν
Κάποια γνώριμη λαλιά.

Επάνω


Γαλήνη

Μην την ζητάς την Ευτυχία
Στην τρέλλα και στην παραζάλη.
Στη σιγαλιά, στην ησυχία,
Εκεί θα βρης την Ευτυχία
Πάναγνη, αμόλυντη, μεγάλη.

Η θάλασσα η γαληνεμένη
Την Ευτυχία ζωγραφίζει:
Ήμερη, ασάλευτη απομένει,
Κι' αμίλητη, γαληνεμένη,
Ο ήλιος τη χρυσοφωτίζει.

Επάνω


Τα χλωμά της κάλλη

Έσκυψεν η κόρη κάτω στ’ ακρογιάλι
για να καθρεφτίση τα χλωμά της κάλλη.
Τά ειδαν οι Νεράϊδες και πονούν και κλαίνε
και γυρνούν στον Ήλιο και με ζήλεια λένε:

«Ήλιε, ρίξε φλόγα στ’ όμορφο κεφάλι,
μάρανε και πάρε τα χλωμά της κάλλη!»
Τ’ άκουσεν ο Ήλιος. Φλόγα, ρίχνει, φέρνει,
τα χλωμά της κάλλη έρχεται και παίρνει.

Επάνω


Φευγάτα Χελιδόνια

Αλήθεια λες, πώς δεν αγάπησες;
Κι αντί να νιόθης κάποια λύπη,
το χεις καμάρι για τη νιότη σου;
Τυφλή! Δεν ξέρεις τι σου λείπει.
Το γιασεμί, πριν δείξη τ’ άνθη του,
τι είναι; ένα αμύριστο χορτάρι,
κ’ όσο το αηδόνι μένει αλάλητο
δεν έχει του αηδονιού τη χάρη.
Στη λεμονιά ταιριάζει τ’ όνομα,
μόνο αφού δέση τον καρπό της.
Στη νιότη σου, που δεν αγάπησε,
δεν πρέπει τ’ όνομα της νιότης.

Επάνω


Είπε

Βραδιάζει του Γενάρη η μέρα
κ’ απ’ το άφραχτο το κοιμητήρι πέρα,
κάποια γυναίκα ακολουθάει το δρόμο,
σκυφτή, κρατώντας φόρτωμα στον ώμο.
Δεν είναι ξύλων και κλαδιών δεμάτια,
μα είναι από σάπια φέρετρα κομμάτια.
Θα δροσοσταλάζουν κόκκινα τα κούμαρα,
κυκλαμιές θ’ ανθούν στο χώμα ταίρια-ταίρια,
θα καπνίζουν σφαλιστά τα χωριατόσπιτα
και θ’ αρχίσουν τα σπιτιάτικα νυχτέρια.

Θα σωπάσ’ ο τζίτζικας κι ετοιμοτάξιδα
γι’ άλλων τόπων ’νοιξη, μακριά απ’ τα χιόνια,
βράδυ βράδυ ώς τα μεσούρανα θα χύνωνται
μαύροι φτερωτοί σταυροί τα χελιδόνια.

Ω χαρά μας! το Χειμώνα θα προσμένωμε
δίχως πάγους και χιονιές να φοβηθούμε:
Της ζωής μας το στερνό ταξίδι κάναμε
και την ’νοιξη άλλων τόπων δεν ποθούμε.

Επάνω


Απόκριση στον Παλαμά

Συνοδοιπόροι ναι, μαζί κινήσαμε
στης Τέχνης το γλυκοξημέρωμα — όμως
με του καιρού το πέρασμα, χαράχτηκε
του καθενός μας χωριστός ο δρόμος:

Εσύ το Ωραίο μες στα μεγάλα ζήτησες
κι' εγώ στα ταπεινά κι' αποριμένα,
και δούλεψες το μπρούντζο και το μάρμαρο
κι' άφησες τον πηλό της γης σ' εμένα.

Στις αλπικές χιονοκορφές ανέβηκες
και στάθηκα στις λιόφωτες ραχούλες'
αρχόντισσες και ρήγισσες οι Μούσες σου
κι' εμένα ψαροπούλες και βοσκούλες.

Εσύ στης δάφνης τ' ακροκλώναρα άπλωσες
κι εγώ σε κάθε χόρτο και βοτάνι'
στεφάνι έχεις φορέσει από δαφνόφυλλα -
λίγο θυμάρι του βουνού μου φτάνει.

Επάνω


Δεν θέλω του κισσού το πλάνο ψήλωμα

Ώ θαλασσοθεμέλιωτα και ηλιόσκεπα παλάτια,
Χτισμένα απὸ τὰ σύννεφα της θερινής βραδιάς,

"Δε θέλω του κισσού το πλάνο ψήλωμα
σε ξένα αναστηλώματα δεμένο.
Ας είμαι ένα καλάμι ένα χαμόδεντρο
μα όσο ανεβαίνω, μόνος ν' ανεβαίνω.
Δε θέλω του γιαλού το λαμπροφέγγισμα
που δείχνεται άστρο με του ήλιου τη χάρη
θέλω να δίνω φως από τη φλόγα μου
κι ας είμαι ένα ταπεινό λυχνάρι."

Επάνω


Το ποτάμι

Πες μου ποτάμι που τρελλά
μέσα στους κάμπους τρέχεις
και τόσες εμμορφιές της γης
με τα νερά σου βρέχεις,
γιατί μας ψάλλεις θλιβερό
σκοπό με τη φωνή σου;
Ποιός άλλος ζει τέτοια ζωή
γλυκειά σαν τη δική σου;
Κι εκείνο αποκρίθηκε:
Την ευτυχία έχω
αφού η μοίρα μού ‘γραψε
αιώνια να τρέχω.
Αν ροδοδάφνες γέρνουνε
με χάρη στα νερά μου,
αν λυγαριές κι αγράμπελες
ανθίζουν στα πλευρά μου,
μήπως μπορώ να τις χαρώ
και να τις αγαπήσω
περνώ, τις βλέπω μια στιγμή
και τις αφήνω πίσω...
Και το ποτάμι σώπασε
κι αφήνει το διαβάτη
με πικραμένη την καρδιά,
με δακρυσμένο μάτι
γιατί μια μαύρη, μια σκληρή
ιδέα τον τρομάζει
πως κι η δικιά του η ζωή
με το ποτάμι μοιάζει.

Επάνω


Οι αγάπες μου

Πώς μοιάζουν οι αγάπες μου με γιασεμιού λουλούδια:
Λίγαις στιγμές ανθίζουνε βαθειά μέσ’ την καρδιά
Και πέφτουνε σκορπίζοντας για μόνη μυρωδιά
Λίγα τραγούδια…
Πώς μοιάζουν οι αγάπες μου με γιασεμιού λουλούδια!

Επάνω


Ύμνος των προγόνων

Εσείς, που πρωτοσπείρατε
της λευτεριάς το σπόρο,
λαχταρισμένο δώρο
στη σκλαβωμένη γη,
Εσείς, κι όταν ωρίμασαν
τα στάχυα καρποφόρα,
του θερισμού την ώρα,
μας γίνατε οδηγοί.

Σαν ίσκιοι μεγαλόκορμοι
κι απείραχτοι απ’ τα χρόνια
σέρνετε εμάς τ’ αγγόνια
στο δρόμο της τιμής.
Κι όπου πολέμου κράξιμο
κι όπου της μάχης κρότοι,
εσείς περνάτε πρώτοι
κι ακολουθούμ’ εμείς.

Στη μνήμη σας ανάβομε
χρυσά λιβανιστήρια,
για σας τα νικητήρια
τα χείλη μας υμνούν,

και πλέκοντας τα χέρια μας
της δόξας τα στεφάνια,
δική μας περηφάνεια,
στους τάφους σας κρεμνούν.

Επάνω


Μήπως

Τι λοιπόν ; της ζωής μας το σύνορο θα το δείχνει ένα ορθό κυπαρίσι;
Κι απ’ ότι είδαμε , ακούσαμε , αγγίξαμε τάφου γη θα μας έχει χωρίσει;
Ότι αγγίζουμε , ακούμε και βλέπουμε , τούτο μόνο Ζωή μας το λέμε;
Κι αυτό τρέμουμε μήπως το χάσουμε και χαμένο στους τάφους το κλαίμε;
Σ’ ότι αγγίζουμε , ακούμε και βλέπουμε , της ζωής μας ο κόσμος τελειώνει;
Τίποτε άλλο; Στερνό μας απόρριμα το κορμί, που σκορπιέται και λυώνει;
Κάτι ανέγγιχτο, ανάκουστο, αθώρητο, μήπως κάτω απ’ τους τάφους ανθίζει;
Κι ότι μέσα μας κρύβεται αγνώριστο μήπως πέρ’ απ’ τον θάνατο αρχίζει;
Η ψυχή ταξιδεύτρα μεσ’ στ’ Άπειρο , σταλαμίδα νερού μήπως μοιάζει;
που ανεβαίνει στα νέφη απ’ τα πέλαγα , κι απ’ τα νέφη στους κάμπους σταλάζει;
Μήπως ότι θαρούμε βασίλεμα γλυκοχάραμ’ αυγής είναι πέρα ,
κι αντί νάρθει μια νύχτα αξημέρωτη , ξημερώνει μι’ αβράδιαστη μέρα;
Μήπως είν’ η αλήθεια στο θάνατο κι η ζωή μήπως κρύβει την πλάνη;
Ότι λέμε πως ζει μήπως πέθανε κι ειν’ αθάνατο ό,τι έχει πεθάνει;

Επάνω


Της κοπέλας το νερό

Μιά κοπέλλα λυγερή
το ψηλό βουνό διαβαίνει
η χαρά την καρτερεί
στ' ακρογιάλι που πηγαίνει.

Και το κάμα είναι βαρύ
κι είν' η κόρη διψασμένη
βρήκε βρύση δροσερή,
ήπιε, αρρώστησε πεθαίνει.

Μα η φωνή της πρίν να σβήσει
καταράστηκε τη βρύση
κι από εκείνο τον καιρό
έρμη η βρύση έχει απομείνει
και κανείς ποτέ δεν πίνει
της κοπέλας το νερό.

Επάνω


Το σπίτι σου

Τίποτε δεν άλλαξε απ᾿ το σπίτι σου
κι απ᾿ το δρόμο κι απ᾿ τη γειτονιά.
Μόνον η παλιά βρυσούλα στέρεψε
στην αντικρινή σου τη γωνιά.

Τίποτε δεν άλλαξε απ᾿ το σπίτι σου.
Βιαστικός διαβάτης το θωρώ
και, ξεχνώντας πόσα χρόνια πέρασαν,
σα και τότε πάλι λαχταρώ…

Λαχταρώ ν᾿ ανοίξεις το παράθυρο
και στο διάβα μου άξαφνα να βγείς,
γελαστή παιδούλα καστανόξανθη,
χάραμα απριλιάτικης αυγής.

Σφαλιστό απομένει το παράθυρο
κι αν τ᾿ ανοίξεις, μι᾿ άλλη θα φανεί.
Μόνο στο παράθυρο της θύμησης
βγαίνεις ίδια και παντοτινή.

Επάνω


Το κρίμα

Άκου , παπά, το κρίμα μου… Δεν είναι αυτό μονάχα,
σαν άνθρωπος αμαρτωλός κρίματα κι άλλα θάχω.
Μα τ’ είναι τ’ άλλα εμπρός σ’αυτό; ό, τι είναι το χορτάρι
κοντά στης λεύκας το κορμί- αυτό που μούχει πάρει
τον ύπνο από τα μάτια μου …αυτό που φαρμακώνει
και το ψωμί και το νερό στο κολασμένο στόμα…
Παπά , μη μ’ αγριοκοιτάς! δεν τ’ άκουσες ακόμα.
Μη μου τραβάς το χέρι σου απ’ το δικό μου χέρι!
Όχι, παπά, δεν έκλεψα, δε μάτωσα μαχαίρι.

Άκου ,παπά, το κρίμα μου:
Σε χρόνια περασμένα,
ανήλικος, ορφάνεψα κι ορφάνεψε με μένα
και το μικρό τ’ αδέρφι μου … Τυραννισμένα χρόνια.
Μας εφαρμάκων’ ο καημός, η φτώχεια, η καταφρόνια.
Ήταν της μάνας η ευχή κληρονομιά μας μόνη,
κι αυτή μας δίν’ υπομονή , μας διπλοδυναμώνει.
Με την ευχή της μάνας μας και του θεού τη χάρη
άνδρες γενήκαμε κ’ οι δυό…
Καθένας είχε πάρει
το ίσιο δρόμο της δουλείας, μα κι ο καθένας χώρια.
Εκείνος πάει πραματευτής μακριά στα Τουρκοχώρια
κι εγώ τεχνίτης έγινα και στο χωριό μας μένω.

Ξάφνου λαβαίνω μήνυμα πικρό , φαρμακωμένο:
Ο αδερφός μου είν’ άρρωστος… Γυρνώντας με πραμάτια
στην ερημιά νυχτώθηκε- του σκότιζε τα μάτια
η καταχνιά∙- διαβαίνοντας ένα παλιό γεφύρι
παραπατάει τ’ άλογο∙ ζητάει να τα’ ανασύρη,
πέφτει στο ρέμα… Τ’ άλογο και την πραμάτια χάνει…
γλυτώνει μόνος…Σέρνεται βρεμένος σ’ ένα χάνι…
έρημος, άρρωστος εκεί στου πόνου το κρεβάτι
το μήνυμα του μούστειλε με χριστιανό διαβάτη.

Καιρό δεν χάνω∙ ο λογισμός για μιά στιγμή και μόνη
απ’ τη λαχτάρα παραλεί κ’ ύστερα δυναμώνει.
Γεμίζω τα δισάκκια μου , φορτώνω το μουλάρι
κ’ η νύχτα η αστροστέφανη με βρίσκει καβαλάρη
στο μονοπάτι που τραβά στα Τουρκοχώρια πέρα.

Φτάνω στο χάνι αποβραδίς, πριν σβήση η άλλη μέρα.
Πεζεύω , δένω το σκοινί, σπρώχνω την πόρτα, μπαίνω.
Ξανοίγω ανθρώπινο κορμί κατάχαμα πεσμένο.
Αχ! τον εγνώρισ’ η καρδιά πριν τον ιδή το φώς μου∙
το σκέλεθρο , το φάντασμα, ποιος ήταν; ο αδερφός μου!

Γονάτισα στο πλάγι του , στην αγκαλιά τον παίρνω,
την όψη μου στην όψη του τη νεκρωμένη φέρνω.
Νιώθω μές στ’ άλαλο κορμί πως η ζωή είναι λίγη ,
πως η ψυχή του ξεπετά και δένεται να φύγη.
Ο πόνος μου με μιάς ξεσπά, θέλω , ζητώ να τρέξω
και τρέμουνε τα γόνατα…
Μέσα στο χάνι κι έξω
ψυχή δεν είναι ζωντανή! Πάει η φωνή χαμένη∙
κ’ η νύχτα πέφτει γύρω μας βαρειά, σκοτεινιασμένη.
Σαν λυσσασμένος δράκοντας κρύος βοριάς σφυρίζει
και το μουλάρι μου πεινά, φυσά και χλιμιντρίζει.

Κρύο , σκοτάδι , κόλαση και δίχως φώς κανένα.

Σκύβω και βρίσκω στη γωνιά δαυλόξυλα σβησμένα.
Ζυγώνω τ’ άλλα τα κλαδιά, τα’ ανάφτω και φωτίζω.
Παίρνω δαυλί στο χέρι μου, στον άρρωστο γυρίζω.
Και σαν να πήρε από το φώς κ’ η όψη του η σβησμένη
για μια στιγμή ανάλαμψε, και με φωνή , που μένει
μέσα στ’ αυτιά μου ακοίμητη , μου λέει:
«Θα πεθάνω.
Όχι – δεν κλαίω τη ζωή την ψεύτικη που χάνω,
αν ήτανε σαν χριστιανός τα μάτια να σφαλίσω,
να μεταλάβω , του παπά το χέρι να φιλήσω,
και όχι σαν άπιστο σκυλί, καθώς πεθαίνω τώρα».
Και δάκρυσαν τα μάτια μου στη μαύρη εκείνην ώρα.

Άκου, παπά. Τότ’ άξαφνα στο νού το ζαλισμένο
γεννήθηκε το κρίμα μου το φιδογεννημένο.
Θυμήθηκα στην πλάσμα μου μαύρο κρασί πως έχω.
Παίρνω ψωμί απ’ τον κόρφο μου, μές στο κρασί το βρέχω
και , κάνοντας μια προσευχή κι ένα σταυρό σ’ εκείνο
σαν Άγια Μετάδοση στον άρρωστο το δίνω.

Και το κρασί και το ψωμί την ώρ’ αυτή, ας πάρη
την ευλογία του Θεού και του Χριστού τη χάρη.
Τα χέρια αυτά, που το κρατούν , αν είναι κολασμένα,
σ’ εσέναν’ η συχώρεση κ’ η κόλαση σε μένα!
Σαν χριστιανός αληθινός ψυχομανά , πεθαίνει,
κι εφάνηκ’ η συγχώρεση στην όψη του γραμμένη.

Ω μαύρη νύχτα του καημού , νύχτα πλατειά, μεγάλη!
Είπα πως χάθηκε το φώς και δεν θα φέξη πάλι.
Κι όταν το πρώτο χάραμα στις χαραμάδες είδα,
μου φάνηκε άλλου κόσμου φώς κι άλλης ζωής ελπίδα.

Παπά , το κρίμα τ’ άκουσες. Μπορεί να γίνη κι άλλο
στον κόσμο πιο βαρύτερο , πιο μαύρο , πιο μεγάλο;
Εκείνον , που μας έπλασε στα χέρια μου να πλάσω,
το σώμα και το αίμα του ν’αγγίξω και να πιάσω
μ’ αυτά τα δάχτυλα;…
Παπά, παπά, μην πής πως τάχα
ότι ήταν κι απόμεινε: ψωμί , κρασί μονάχα.
Απ’ τη λαχτάρα πούνιωσα τη μαύρη εκείνη ώρα,
από την άσβηστη φωτιά πούχω στα χέρια ω τώρα,
από το φώς του χύθηκε στην όψη τη σβησμένη,
το νιώθω πως το φοβερό Μυστήριο είχε γένει.

Παπά, το κρίμα τα’ άκουσες… μ’ αν ίσως τόχω κάνει,
για χάρη εκείνου , πού έρημος επέθανε στο χάνι,
δεν φταίει εκείνος∙ χριστιανός κοιμάται μές στο μνήμα
μόνον σ’ εμένα η κόλαση , σ’ εμένα και το κρίμα.

Παπά, γιατί τα μάτια σου με βλέπουν δακρυσμένα;
Παπά, τι λέν τα χείλη σου σιγά-σιγά για μένα;
Παπά, γιατί το χέρι σου στην κεφαλή μου αφήνει;
Παπά μου, την κατάρα σου ή την ευχή μου δίνει;

Επάνω


Το ψωμί

Καλόδεχτο το φόρτωμα, που θάρθη από το μύλο,
πρωτόσταλτο, πρωτάλεστο, πρώτη χαρά της σκάφης.

Ζυμώνουν τα ανασκουμπωτά της πρωτονύφης χέρια και
πλάθουν τα πρωτόπλαστα ψωμιά με τις παλάμες
μεσ'
στην καλοπελεκητή πινακωτή – προικιό της. Το φούρνο
καίει τεχνίτισσα, το φούρνο η γριά κυρούλα, ξανανιωμένη
αφήνοντας τη συντροφιά της ρόκας.
Ω βραδυνό συμμάζεμα στο σπιτικό κατώφλι, καρτέρεμα
ανυπόμονο του πυρωμένου φούρνου! Κι ω μέθυσμα απ'
τη μυρωδιά πρώτου ψωμιού, που αχνίζει κομμένο από
το γέροντα παππού χωρίς μαχαίρι και μοιρασμένο στα
παιδιά, στις νύφες και στ' αγγόνια.
Καί συ, θυσία των ταπεινών στη θεία καλωσύνη,
σημαδεμένο,ανάμεσα με του σταυρού τη βούλα,
καλοπλασμένο πρόσφορο της Εκκλησιάς μεράδι, που
θα κοπής την Κυριακή μεσ' στ' αργυρό αρτοφόρι και στ'
άγιο δισκοπότηρο με το κρασί θα σμίξης!

Επάνω


Πρωτοβρόχι

Το καλοκαίρι έχει τις χάρες του
ποιός τις αρνιέται, ποιός λέγει "όχι" ;
Μα κάποιες χάρες έχει ξέχωρες
του Άϊ Δημητρίου το πρωτοβρόχι.

Τα πεύκα απ την βροχή δροσόλουστα
μοσκοβολούν σα θυμιατήρια.
Νερό γεμάτα τα χλωράγκαθα
γίνονται των πουλιών ποτήρια.

Ο πλάτανος, που ανεμοδέρνεται
γυμνός και ξέφυλλος, ανδρειεύει,
τους κλώνους έχει ελαφοκέρατα
και με τ' αερικά παλεύει.

Το ώριμο κούμαρο ολοκόκκινο
τα πράσινα κλαδιά ματώνει.
Χρυδή η σταρήθρα στα μεσούρανα
χορταίνει φως και ξεφαντώνει.

Των θυμαριών τα ξηροκλώναρα
πρώιμα πρασινοφυλλιάζουν
και την σοδειά απ τις αποθήκες τους
βρεγμένη τα μυρμήγκια λιάζουν.

Στο κυπαρίσσι, κάθε απόβραδο,
που το 'χουν πύργο και παλάτι
φωμάζουν οι σπουργίτες, τρώγονται,
ποιός να βρει πιό ζεστό κρεβάτι.

Επάνω


Η μετάνοια

Νύχτα του Πάσχα. Σφαλιστοί στη φυλακή
Στο ίδιο κελλί κ’ οι δυό: από δίκαιη κρίση
φονιάς ο ένας∙ τον άλλο είχε αδικήσει
του νόμου η πλάνη, αθώο τον έριξαν εκεί!

Χριστός ανέστη! Ακούγεται ξάφνου η ψαλτική
κι ολόχαρη η καμπάνα απ’ το ξωκκλήσι.
Και του φονιά το μάτι έχει δακρύσει ,
γελά του αθώου η όψη εκστατική.

Και τότε στο κελλί περιχυμένο
με φώς μυρίων λαμπάδων είδαν το Χριστό…
-Ήρθα για σε! Είπε στο μετανοιωμένο.

Και μ’ ένα κίνημα της τρυπημένης
παλάμης, είπε στον αθώο γονατιστό:
Αθώος εσύ, μπορείς να με προσμένεις.

Επάνω


Γλυκά φυσά ο μπάτης

Γλυκά φυσά ο μπάτης,
η θάλασσα δροσίζεται,
στα γαλανά νερά της
ο ήλιος καθρεφτίζεται·
και λες πως παίζουν μ’ έρωτα
πετώντας δίχως έννοια
ψαράκια χρυσοφτέρωτα
σε κύματ’ ασημένια.

Στου καραβιού το πλάι
ένα τρελό δελφίνι
γοργόφτερο πετάει
και πίσω μάς αφήνει.
και σαν να καμαρώνεται
της θάλασσας το άτι
με τους αφρούς του ζώνεται
και μας γυρνά την πλάτη.

Χιονοπλασμένοι γλάροι,
πόχουν φτερούγια ατίμητα
και για κανένα ψάρι
τα μάτια τους ακοίμητα,
στα ξάρτια τριγυρίζοντας
ακούραστοι πετούνε
ή με χαρά σφυρίζοντας
στο πέλαγος βουτούνε.

Και γύρω καραβάκια
στη θάλασσ’ αρμενίζουν
σαν άσπρα προβατάκια
που βόσκοντας γυρίζουν
με χαρωπά πηδήματα
στους κάμπους όλη μέρα,
κι έχουν βοσκή τα κύματα,
βοσκό τους τον αέρα.

Επάνω


Το πυροφάνι

Καίει το πυροφάνι του ψαρά
κι οι σταλακτίτες λάμπουν σαν αστέρια
και στης σπηλιάς τα διάφανα νερά
φεγγοβολούν καντήλια κι αγιοκέρια.
Της νυκτερίδας τρίζουν τα φτερά
και στις φωλιές ξυπνούν τα περιστέρια
και σπαρταρούν τα ψάρια αστραφτερά
απ’ το καμάκι στού ψαρά τα χέρια.
Επάνω στης σπηλιάς την κορυφή,
μεσ’ απ’ τα μούσκλια και τα πολυτρίχια,
σταλάζει βρύση ανώφελη, κρυφή.
Καί πέρα, από μια τρύπα σκοτεινή,
στους βράχους ακονίζοντας τα νύχια,
μια φώκια απαρηγόρητα θρηνεί.

Επάνω


Στ' αλώνια

Στ’ αλώνια, καλοσάρωτα και ξεχορταριασμένα,
θα ξαπλωθούν οι θημωνιές, ξανθόμαλλες πλεξίδες.

Τα στάχυα τρίβει και μασά περνώντας η ροκάνα.
πλατάνι το σαγόνι της, τα δόντια της στουρνάρια.

Τα βόιδα σέρνουν το θεριό, ζευγαρωτά δεμένα,
και δαμασμένο το πατά, τα βόιδα κυβερνώντας,
ωραία αρματοδρόμισσα, λαμπαδωτή στημένη.

Στα χείλη της ο σάλαγος γλυκόφωνο τραγούδι,
στα χέρια της απόνετο καλάμι είν’ η βουκέντρα.

Ο νοικοκύρης τ’ αλωνιού, με το κρασί στο γόνα,
κερνά τους ξένους, που περνούν, και κράζει τους

γειτόνους,

κι ένας λυράρης παίζοντας, τυφλός, τυφλά τη λύρα,
μοιράζει ευχές για τη σοδειά, κάθε φορά που πίνει

Κι αρχίζει το ξανέμισμα της νύχτας με τ’ απόγειο·

σύννεφο από τα ξυλόφτυαρα στα ουράνια αναπετώντας
τ’ άχυρο φεύγει ανάλαφρο και το σιτάρι πέφτει
γύρο στο φως των φαναριών, χρυσή ψιχάλα απ’ τ’ άστρα.

Σωρός σιτάρι, αν καρτερή του μετρητή τα χέρια,
πριν απ’ τα χέρια το μετρούν τα πόδια και τα μάτια,
τα πόδια με το πήδημα, με τη ματιά τα μάτια,

Φτερό του νιού το πήδημα, σοφή η ματιά του γέρου.
Άβρεχη κι άκαγη η σοδειά σηκώνεται απ’ τ’ αλώνι,
λίβας δεν την καψάλισε κι η μπόρα δεν την πήρε·

χρονιάρα, τροφοδότισσα γεμίζει τις κουβέλες.

Επάνω


Παναγιά Παρθένος

Παναγία Παρθένος! Την εικόνα της
κρέμασε ψηλά στην κάμαρά σου·
στης ζωής τους δρόμους οδηγήτριά σου
κι υπνοδότρα θεία στα βλέφαρά σου.

Να σκεπάζη ανάλαφρα τον ύπνο σου
των λευκών χεριών της η βοήθεια.
Να σού φέρνη τα γλυκύτερα όνειρα
και τη μέρα να στα δείχνη αλήθεια.

Επάνω


Η ψαρόβαρκα

Έρχετ᾿ η ψαρόβαρκα, έρχεται ολοίσια

πέρα απ᾿ τον Ασπρόπυργο κι απ᾿ τα Πετρονήσια
σα νεράιδα αφρόπλαστη, νύφη φτερωτή,
τη χαιδεύει ο μπάτης·
μύρια πλούτη ατίμητα στην ποδιά κρατεί,
ζηλευτά προικιά της.

Έρχετ᾿ η ψαρόβαρκα χρυσοστολισμένη, έρχεται ασημόζωστη και ροδοντυμένη,
του πελάου αρχόντισσα βεργολυγερή, με πολλά καμάρια·
πλούτη και στολίδια της έχει και φορεί
του γιαλού τα ψάρια!

Επάνω


Η θάλασσα και τα ποτάμια

Πήγαν τα ποτάμια

παραπονεμένα
κι είπαν της θαλάσσης:
Φέρνομε σ᾿ εσένα όλα μας τα πλούτη,
όλη τη χαρά μας, όλη τη ζωή μας,
όλα τα νερά μας.
Καί για πληρωμή μας
συ τι μας χαρίζεις;
Παίρνεις τα νερά μας
και μας τ᾿ αρμυρίζεις!

Καί τους είπ᾿ εκείνη:
Πως μπορώ ν᾿ αλλάξω;
Τα γλυκά νερά σας
πως να τα φυλάξω;
Είμ᾿ από τη φύση αρμυρή πλασμένη
Κι αρμυρό κοντά μου
κάθε τι θα γένει.
Τα παράπονά σας
πάνε στα χαμένα.
Θέτε το καλό σας;
φεύγετ᾿ από μένα.

Επάνω


Ο κρυφός λόγος

Δε θέλω από τα χείλη μου την ώρα αυτή να βγάλω

Το λόγο τον ατίμητο, το λόγο το μεγάλο,
Πού κρύβω χρόνια και καιρούς μεσ' στης καρδιάς τα βάθη.
Δε θέλω ο ένας να τον πη κι' ο άλλος να τον μάθη,
Καί μ' άλλα λόγια ταπεινά κι' ο λόγος ο δικός μου
Να σέρνεται, να τρίβεται στα στόματα του κόσμου.
Θέλω και δίχως να τον πω, εσύ να τον μαντέψης,
Θέλω και δίχως ν' ακουστή, εσύ να τον πιστέψης,
Θέλω το λόγο μου βαθειά μεσ' στην καρδιά να κλείσης,
Καί θέλω να μ' αποκριθής χωρίς να μου μιλήσης.
Καί τότε να διαλαληθή στον κόσμο απ' άκρη σ' άκρη,
Με το διπλό χαμόγελο, με το διπλό μας δάκρυ,
Με τη διπλή μας τη χαρά, με τη διπλή μας λύπη,
Με τη διπλή λαχτάρα μας και με το καρδιοχτύπι,
Καί τότε να το μάθουνε χωρίς να τους το πούμε,
Καί τότε να μην τώχωμε κρυφό πως αγαπούμε.

Επάνω


Γέλα

Γέλα! Κι αν χίλιοι άνεμοι σε χτυπούν.
Γέλα! Μην απελπίζεσαι θα κουραστούν.
Γέλα! Κι αν το πλοίο της ζωής σου το δέρνει τρικυμία.
Γέλα! Και αν γύρω σου ουρλιάζουν θηρία!

Μην κλαις! Οι δυνατοί ποτέ δεν κλαίνε.
Μόνο οι δειλοί την λύπη τους με δάκρυα λένε.
Μην κλαις! Με το κλάμα σου θε να χαρεί η καρδιά τους.
Διώξε με το γέλιο σου τη μοχθηρή ματιά τους.

Επάνω


Το φθινόπωρο

Χειμώνιασε και φεύγουν τα πουλιά
γοργά ο πελαργός τα πελαγώνει
κι η φλύαρη χελιδονοφωλιά
χορτάριασε παντέρημη και μόνη .

Του σπίνου χάθηκε η γλυκιά λαλιά ,
φοβήθηκε ο μελισσουργός το χιόνι ,
κι η σουσουράδα κάτω στην ακρογιαλιά
δεν τρέχει , δεν πηδά , δεν καμαρώνει .

Στης λυγαριάς τ’ ολόξερο κλαδί ,
του φθινοπώρου φτωχικό παιδί ,
ο καλογιάννος πρόσχαρος προβάλλει .

Με λόγια ταπεινά και σιγανά ,
μικρός προφήτης φτερωτός , μηνά
την Άνοιξη , που θα γυρίσει πάλι .

Επάνω


Τρεχούμενο νερό

Στου χωριού το μονοπάτι,
κάθε αυγή, κάθε καιρό,
σύντροφο έχω ένα διαβάτη:
το τρεχούμενο νερό.

Πότε πάει όπου πηγαίνω
με το βήμα μου το αργό,
πότε, σα μετανιωμένο,
πάει αυτό κι έρχομαι εγώ.

Μα κι αν έρχεται κι αν πάει,
σα δυο σύντροφοι καλοί,
περπατούμε πλάι πλάι,
του μιλώ και μου μιλεί.

Επάνω


Παπαρούνες

Οι παπαρούνες λυγερές
στον κάμπο σαν κοπέλες,
με πράσινα φορέματα
και κόκκινες ομπρέλες.

Επάνω


Η γαζία και ο μενεξές

Eίπ’ η γαζία, ψηλή και χρύσανθη,
στο μενεξέ τον ταπεινό:
― Kάτω από μένα όποιος διαβαίνει
κι απάνωθέ του μ’ ανασαίνει
κοιτάζει προς τον ουρανό.

Kι ο μενεξές είπε: ― Στης μάνας μου
τα στήθη κρύβω με στοργή
την ευωδιά μου και την όψη,
κι όποιος θελήσει να με κόψει
γέρνει γονατιστός στη γη.

Επάνω


H βελανιδιά και η καλαμιά

Mια ψηλή βελανιδιά
με θεώρατα κλαδιά
από δυνατόν αέρα
ξεριζώθηκε μια μέρα,

έπεσε χωρίς ψυχή...
Πιάνει κι έξαφνη βροχή,
το πολύ νερό την παίρνει
μέσ’ στον ποταμό τη φέρνει.

Eις την ακροποταμιά
ήταν και μια καλαμιά.
Kι η βελανιδιά που κλαίει
με παράπονο της λέει:

― Σιδερόκλαδη εγώ,
που δεν τρέμω, δεν λυγώ,
πέφτω στην κακή την ώρα
κι άδικα πεθαίνω τώρα.

Συ δεν είσαι δυνατή·
και λοιπόν τι σε κρατεί;
Kι από την οργή του ανέμου
πώς φυλάττεσαι; για πε μου!

― Aν αδύνατη είμ’ εγώ,
αλλά ξέρω να λυγώ,
και στο κάθε φύσημά του
γέρνω τα κλαριά μου κάτου.

Επάνω


Η ρίζα του δέντρου

Το δέντρο υψώνεται πανέμορφο
Kαι πρασινίζει κι ευωδιάζει·
T’ άνθη, τα φύλλα καμαρώνομε,
Tη ρίζα –ποιος τη λογαριάζει!

Μα εκείνη, ταπεινή κι αθώρητη,
–Mάνα γεμάτη καλοσύνη–
Aπό τη σάρκα, από το αίμα της
Tην ομορφιά του δέντρου δίνει.

Επάνω


Διαβατάρικο τρυγόνι

Στ’ αυγουστιάτικα περάσματα
Διαβατάρικο τρυγόνι
Kυνηγού ματιά σημάδεψε
Kαι το πληγώνει.

Η πληγή αλαφρή· γιατρεύτηκε –
Kι απ’ τα δάση κι απ’ τη χλόη
Σε κλουβί στενό το σφάλησαν,
Σ’ ένα κατώι.

Καπηλειού στολίδι εγίνηκε.
Στη ζωή τη σκλαβωμένη,
Tο χειμώνα όλο ονειρεύεται
Kι όλο προσμένει.

Κι άνθισαν τα δένδρα, κι έλιωσαν
Στις βουνοκορφές τα χιόνια,
Tον Απρίλη πάλι επέρασαν
T’ άλλα τρυγόνια…

Από πού του ήρθε το μήνυμα;
Σ’ ενός καπηλειού τα βάθη
T’ απριλιάτικα περάσματα
Πώς τα ’χει μάθει;

Και μεμιάς ξυπνά από τ’ όνειρο
Kαι τινάζει τα φτερά του,
Kαι ξεψύχησε ματώνοντας
Tα σίδερά του.

Επάνω


Του Γενάρη το ηλιοβασίλεμα

Tου Γενάρη ηλιοβασίλεμα
γαλανό, καθάριο λάμπει,
στολισμένο με τα χρώματα
μιας μαγιάτικης αυγής.

Πρώιμη άνοιξη γιορτάζουνε
ο άλλος κόσμος άλλοι κάμποι:
T’ ουρανού τα ρόδα ανθίσανε
πριν ανθίσουνε της γης.

Επάνω


Η ξενιτεμένη (Καρυάτιδα)

Όταν την πήρε μ’ απονιά
Καταραμένου Φράγκου χέρι,
Μαρμαρωμένη μορφονιά
Για να την πάη σ’ άλλα μέρη.
Πήραν ζωήν ανθρωπινή
Τα μαρμαρόπλαστά της στήθια,
Κ’ εξέχυσαν καϋμού φωνή
Σαν να ζητούσανε βοήθεια.
Κ’ η άλλαις αδερφαίς εκεί
Ζωντανεμμέναις απ’ τη λύπη
Με μια φωνή σπαρακτική
Κράζαν εκείνη που ταις λείπει.
Και τώρ’ αν έρθη με το καλό
Εις την πατρίδα της και πάλι
Κι’ από του Φαλήρου το γιαλό
Δη την Αθήνα να προβάλη,
Τα δυο της μάτια τα σβυστά
Άμα το φως της αντικρύσουν,
Εις την Ακρόπολι’ μπροστά
Ζωή θα πάρουν, θα δακρύσουν.
Κι’ όλη η μαρμάρινη γενιά
Απ’ τη χαρά ζωντανεμμένη
Θα κράξη: «Έλα μορφονιά!
Καλώς την την Ξενιτεμένη!».

Επάνω


Σταλαγματιά νερού

Στην άκρη φύλλου τρυφερού
τυχαίνει μια σταλιά νερού
απ' τη βροχή να μένει.
Το φύλλο άνεμος κουνεί
και η σταλαγματιά πονεί
και τρέμει φοβισμένη...

Γλυστρά... και στάζει- Στο κλαρί
δεν είναι πλειά, μα δεν μπορεί
κι ευθύς στη γη να φθάσει.
Μες στον αέρα κρεμαστή,
σαν διαμαντάκι γυαλιστή
για λίγο θα περάσει.

Αχ, δεν τολμώ να σου το πω,
μα ξέρεις συ πως σ' αγαπώ,
σωπαίνεις και σωπαίνω...
Τέτοια αγάπη ντροπαλή
κόμπο νερού μοιάζει πολύ
στην πλάση κρεμασμένο.

Επάνω


Το θέρος

Με του καιρού το γύρισμα τ’ όνειρο θ’ αληθέψει.
Στις καλαμιές, απόγυρτες απ’ τά βαριά τά στάχυα,
νεράϊδες ασπρομάντηλες διαβαίνουν ο? θερίστριες.
Τ’ ανάλαφρα ασπρομάντηλα, σφιγμένα με τά δόντια,
φυλαχτικά απ’ το λιόκαμα τις όψες αποκρύβουν
και δείχνουν τά μεσόφρυδα, κοράκια μές το χιόνι.
Πίσω απ’ το διάβα τους στρωτά χειρόβουλα τά στάχυα.
Χαράζουν στράτα απάτητη στον ήλιο και στ’ αγέρι.
Για τις βαρύτερες δουλειές άξια τ’ αντρίκια χέρια
στρίβουν κλωνάρια κοτσικιάς και ζώνουν τά δεμάτια.
Τ’ άλογο χαμοδένοντας στο χέρσωμα να βόσκει,
πάει το κοπέλι για νερό με δυό φλασκιά στα χέρια.
Κι’ η μάνα αποκοιμίζοντας στ’ απόσκιο το παιδί της
στρώνει στεγνό, αμαγείρευτο τ?ς εργατιάς το δείπνο,
με πρώϊμο κριθαρίτικο ψωμί, πού δε χορταίνει.

Επάνω


Της ελιάς ο ίσκιος

Σε κάμα ή σε βροχή καλοδεχούμενοι
θα 'ναι για μας των δένδρων όλων οι ίσκιοι.
Μα της ελιάς τον ίσκιο κάτι ξέχωρο
και το κορμί μας και η ψυχή θα βρίσκει.

Σαν της φτελιάς δε θα 'ναι μεγαλόπρεπος
σαν της φτελιάς ανάλαφρος δε θα 'ναι
σε κούφιο πλάτανο δε θα φωλιάζουμε
κι ευωδιές πεύκων δε θα μας μεθάνε.

Απ' τη φριχτή τη νύχτα, που ξαγρύπνησες
στον πόνο του Θεάνθρωπου, η θωριά σου
χλώμιασε, ελιά, και το κορμί σου ασκήτευσε
τυλιγμένο στις δίπλες ενός ράσου.

Κι απ' τη μέρα που ταπεινά προσκύνησες
στο στερνό της διάβα τη Θεία Γεννήτρα
στους αιώνες των αιώνων απόμεινες
με του κλώνους γερμένους - προσκυνήτρα.

Στην τόση πίστη σου άξια χάρη δόθηκε :
Μες στο βαθύ της αμαρτίας σκοτάδι
του λυτρωμού το μόνο φως παρήγορο
να καίει, ελιά, με το δικό σου λάδι.

Κι εμείς σκυφτοί, γονατιστοί στον ίσκιο σου
- μικρού παρεκκλησιού σκεπή αγιασμένη -
θα νιώθουμε απ' τους κλώνους σου, απ' τα χέρια σου
τη Θεϊκή ευλογία να κατεβαίνει.

Επάνω


Οι δύο καβαλάρηδες

Μεσάνυχτα ήταν - μαύρο τ' άλογο
Και μαύρ' η νύχτα σαν τον Άδη.
Μεσάνυχτα ήταν - άσπρο τ' άλογο
Κ' έν' άστρο λάμπει στο σκοτάδι.

Από βοριά το μαύρο τ' άλογο
Και τ' άσπρο τ' άλογο από νότο.
Σαν ποιό θα φτάση γοργοπόδαρο
στη σφαλιστή την πόρτα πρώτο ;

Στη σφαλιστή την πόρτα απόμερα
Κοίτεται η κόρη η πονεμένη.
Θα ζήση αν φτάση τ' άσπρο τ' άλογο,
Το μαύρο αν έφτανε - πεθαίνει !

Άλογο μ' άλογο αντικρύστηκαν
Δαγκώνοντας τα χαλινάρια
Κι' απάνω απ' τ' άλογα σταυρώθηκαν
Δυό καβαλάρηδων κοντάρια.

Ώς την αυγή κονταροπάλεψαν
Αθάνατοι κι' αντρειωμένοι :
Άη Γιώργης νίκησε το Χάροντα
Κ' έζησε η κόρη η πονεμένη.

Επάνω


Οι δύο φτωχοί

Σε μια γωνιά περαστική
γέρος φτωχός έχει καθίσει.
Κόσμος, πολύς περνά απ’ εκεί,
και ίσως θα τον ελεήση
καμιά ψυχή, που έχει μάθει
να συμπονή τα ξένα πάθη.

Σε λίγο όλος προσοχή
έφερ’ εκεί τα βήματά του
κι άλλος φτωχός-το δυστυχή!
Με όλη τη νεότητά του
έχει στο φως του μαύρη σκέπη·
είναι τυφλός! τυφλός! Δε βλέπει!

Αχ! τι ζευγάρι θλιβερό!
Τα νιάτα τα δυστυχισμένα
κι από τον άγριο καιρό
τα γηρατειά τα μαραμένα
βλέπει εκεί όποιος περνάει
να ζητιανεύουν πλάι-πλάι.

Όμως κανείς τα γηρατειά
τα χιονοσκέπαστα λυπάται!
Στο γέρο ρίχνουν μια ματιά,
τον ελεούνε οι διαβάται
μα ούτε ένας τους δε δίνει
και στον τυφλό ελεημοσύνη.

Με πονεμένη την καρδιά
ανασηκώνεται να πάη...
Αχ! θα περάση τη βραδιά
και σήμερα χωρίς να φάη...
Γι’ αυτό τους άλλους τι τους νοιάζει;
Καί ο τυφλός αναστενάζει...

Μα έξαφνα κάποιος ζητά
μες στην παλάμη να του δώση
χρήματα λίγα, μ’ αρκετά,
ένα ψωμί για να πληρώση.
–Σού εύχετ’ η φτωχή καρδιά μου
τιμές και δόξες, άρχοντά μου!

Είπεν εκείνος, επειδή,
τυφλός που ήταν, δεν μπορούσε
με δάκρυα χαράς να δη
πως σπλαχνικά τον ελεούσε
ο γέρος, ελεώντας πάλι
καθώς τον ελέησαν άλλοι.

Επάνω


Ο κολασμένος

Σφάλισαν χρόνοι εφτά πούχε πεθάνη
κι' ακόμα μεσ' 'ς τη γη δεν είχε λυώσει.
του κάκου το κερί και το λιβάνι,
κρίμα βαρύ τον είχε μαρμαρώσει.

Ξέθαψαν το κορμί. Σ' ένα πλατάνι
ακέρηο, ολόρθο τώχουνε στυλώση,
όποιος περάση τρείς σταυρούς να κάνη
και 'ς το νεκρό συγχώρεση να δώση.

Περνούν πολλοί, μ' ανώφελα περνάνε.
Περνά κ' εκείνος πούχε αδικημένο
και σιγολέει : - Συγχωρεμένος νάνε !

Το λόγο δεν απόσωσε ακόμα
και τ' άλυωτο κορμί το κολασμένο,
στάχτη, καπνός, σωριάστηκε στο χώμα.

Επάνω


Τσίμπα λοιπόν

― Αχ και να έδιν’ ο Θεός
Τη φύσι μου ν’ αφήσω
Και να γενώ ένας κοβιός
Ναρθώ να σου τσιμπήσω!...

Δεν είπα τίποτε κακό.
Γυρίζει, με κοιτάζει
Και με χαμόγελο γλυκό:
«― Τσίμπα λοιπόν!» φωνάζει.

Αχ! ήτον δόλωμα σωστό.
Μα που, που να ελπίσω
Πως ’σαν ψαράκι θα πιαστώ,
Χωρίς καν... να τσιμπήσω!

Επάνω