Κρυστάλλης Κώστας



Δείγματα γραφής



Tραγούδι της ξενιτιάς
Στο σταυραητό
Ήθελα νάμουν τσέλιγκας
Το τραγούδι του τρυγητού
Ο τρύγος
Το κέντημα του μαντηλιού
Τραγούδι του αργαλειού

Πόθοι
Ἡ ποδιὰ τῆς Μαριῶς
Ἡ νησιωτοπούλα
Τὸ μαρμαρωμένο βασιλόπουλο

Ἡ καπετάνισσα

Σκιαί του άδου - Ποίημα επικόν εις ασματα τρία

          Άσμα πρώτον

          Άσμα Δεύτερον

          Άσμα τρίτον

Αί αναμνήσεις

Το όνειρον

Ο καλόγηρος της Κλεισούρας και του Μεσολογγίου

Το νεραιδόπαιδο

Τραγούδι του πιστικού

Ο ήλιος κι η νύκτα

Τραγούδι του θερισμού

Ο χορός της Λαμπρής

Η φλογέρα

Η κατάρα

Η τραγουδίστρα κι ο βασιληάς

Ο γάμος

Η ποδιά της Μαριώς

Το μαγεμμένο μαντήλι

Τραγούδι κλέφτικο

Η πεντάμορφη

Η καπετάνισσα

Η Χιονούρα

Αι λυγεραίς της ξενητειάς

Τραγούδια δίστιχα







Tραγούδι της ξενιτιάς 

Αναθεμά σε, ξενιτιά, με τα φαρμάκια πόχεις!..
Θα πάρω έναν ανήφορο να βγω σε κορφοβούνι,
να βρω κλαράκι φουντωτό και ριζιμιό λιθάρι,
να βρω και μια κρυόβρυση, να ξαπλωθώ στον ίσκιο,
να πιω νερό να δροσισθώ να πάρω λίγη ανάσα,
ν' αρχίσω να συλλογισθώ της ξενιτιάς τα πάθη,
να ειπώ τα μαύρα ντέρτια μου και τα παράπονά μου.

'Ανοιξε θλιβερή καρδιά και πικραμένο αχείλι,
βγάλε κάνα χαμόγελο και πες κάνα τραγούδι.

-Τραγούδια αν εχ' η μαύρη γη, κι ο τάφος χαμογέλια,
έχει και του παιδιού η καρδιά που περπατεί τα ξένα.
Τα ξένα έχουν καημούς πολλούς και καταφρόνια πλήθος!
Στα ξένα δεν ανθίζουνε την 'Ανοιξη τα δέντρα,
και δεν λαλούνε τα πουλιά, ζεστός δε λάμπει ο ήλιος,
δε φυλλουριάζουν τα βουνά, δεν πρασινίζει ο κάμπος,
και δε δροσίζει το νερό, και το ψωμί πικραίνει!

Στα ξένα, ποιος θα σε χαρεί και ποιος θα σε γελάσει;
Πούν' της μανούλας τα φιλιά, τα χάδια του πατέρα;
Πούναι τα γέλια τ' αδερφού κ' η συντροφιά του φίλου;
Πούν' της αγάπης οι ματιές και τα γλυκά τα λόγια;

Αν αρρωστήσεις, ποιος θαρθεί στην ξενιτιά σιμά σου,
να σε ρωτά τον πόνο σου, τα γιατρικά να δίνει;
στο έρμο σου προσκέφαλο να ξενυχτάει μαζί σου;
Κι αν έρθει μερ' αγλύκαντη στα ξένα να πεθάνεις,
ποιος θα βρεθεί στο πλάι σου τα μάτια να σου κλείσει;
Ποιος θα σου λούσει το κορμί, ποιος θα σε σαβανώσει;
Στο λειψανό σου ποιος θαρθεί λουλουδια να σε ράνει;
Και ποιος με πόνο θα ριχτεί στο νεκροκρεββατό σου
για να σε κλάψει; Ποιος θα ειπεί για σένα μοιρολόγι;
Αχ! πως τους θάφτουν, νάξερες, και πως τους παν τους ξένους!..
Χωρίς λιβάνι και κηρί, χωρίς παπά και ψάλτη!

Ανάθεμά σε, ξενιτιά, με τα φαρμάκια πόχεις!..

Πού να τον πω τον πόνο μου, πού να τον απορίξω;
Να τον ειπώ στα τρίστρατα, τον παίρνουν οι διαβάτες,
να τον αφήσω στα κλαριά, τον παίρνουν τ' αγριοπούλια!..
Κι αν κλάψω, τα φαρμακερά τα δάκρια πού να πέσουν;
Αν πέσουνε στη μαύρη γη, χορτάρι δεν φυτρώνει,
αν πέσουνε στον ποταμό, ο ποταμός θα στύψει,
αν πέσουνε στη θάλασσα, πνίγουνται τα καράβια,
κι αν τα βαστάξω στην καρδιά, με καίν' με φαρμακώνουν!

Ανάθεμά σε ξενιτια, με τα φαρμάκια πόχεις!..

Επάνω

Στο σταυραητό 

Aπό μικρό κι απ' άφαντο πουλάκι σταυραητέ μου,
παίρνεις κορμί με τον καιρό, και δύναμη κι αγέρα,
κι απλώνεις πήχες τα φτερά και σπιθαμές τα νύχια,
και μες στα σύγνεφα πετάς, μες στα βουνά ανεμίζεις!
Φωλιάζεις μες στα κράκουρα, συχνομιλάς με τ' άστρα,
με τη βροντή ερωτεύεσαι κι απιδρομάς και παίζεις
με τ' άγρια τ' αστροπέλεκα και βασιλιάν σε κράζουν
του κάμπου τα πετούμενα και του βουνού οι πετρίτες.

Έτσι εγεννήθηκε μικρός κι ο πόθος μου στα στήθη,
κι απ' άφαντο κι απ' άπλερο πουλάκι, σταυραητέ μου,
μεγάλωσε, πήρε φτερά, πήρε κορμί και νύχια,
και μου ματώνει την καρδιά, τα σωθικά μου σκίζει,
κ' έγινε τώρα ο πόθος μου αητός, στοιχιό και δράκος,
κ' εφώλιασε βαθιά - βαθιά μες στ' άσαρκο κορμί μου,
και τρώει κρυφά τα σπλάχνα μου, κρυφοβοσκάει τη νιότη.

Μπεζέρισα να περπατώ στου κάμπου τα λιοβόρια.
Θέλω τ΄αψήλου ν' ανεβώ, ν' αράξω θέλω, αητέ μου,
μες στην παλιά μου κατοικιά, στην πρώτη τη φωλιά μου,
θέλω ν' αράξω στα βουνά, θέλω να ζάω με σένα.
Θέλω τ' ανήμερο καπρί, τ' αρκούδι, το πλατόνι,
καθημερνή μου κι ακριβή να τάχω συντροφιά μου.
Κάθε βραδούλα, κάθε αυγή, θέλω το κρύο τ' αγέρι
νάρχεται από τη λαγκαδιά, σα μάνα, σαν αδέρφι,
να μου χαϊδεύει τα μαλλιά και τ' ανοιχτά μου στήθη.

Θέλω η βρυσούλα, η ρεματιά -παλιές γλυκές μου αγάπες-
να μου προσφέρνουν γιατρικό τ' αθάνατα νερά τους.
Θέλω του λόγγου τα πουλιά με τον κελαηδισμό τους
να με κοιμίζουν το βραδί, να με ξυπνούν το τάχι.
Και θέλω νάχω στρώμα μου, νάχω και σκεπασμά μου
το καλοκαίρι τα κλαδιά και το χειμώ τα χιόνια.

Κλωνάρια απ' αγριοπρίναρα, φουρκάλες από ελάτια
θέλω να στρώνω στοιβανιές κι απάνω να πλαγιάζω,
ν' ακούω τον ήχο της βροχής και να γλυκοκοιμιέμαι.

Από ημερόδενδρον, αητέ, θέλω να τρώω βελάνια,
θέλω να τρώω τυρί αλαφιού και γάλα απ' άγριο γίδι.
Θέλω ν' ακούω τρυγύρω μου πεύκα κι οξιές να σκούζουν,
θέλω να περπατώ γκρεμούς, ραϊδιά, ψηλά στεφάνια,
θέλω κρεμάμενα νερά δεξιά - ζερβά να βλέπω.
Θέλω ν' ακούω τα νύχια σου να τα τροχάς στα βράχια,
ν' ακούω την άγρια σου κραυγή, τον ίσκιο σου να βλέπω.
-θέλω.., μα δεν έχω φτερά, δεν έχω κλαπατάρια,
και τυραννιέμαι, και πονώ, και σβιέμαι νύχτα - μέρα.

Παρακαλώ σε, σταυραητέ, για χαμηλώσου ολίγο,
και δόσμου τες φτερούγες σου, και πάρε με μαζί σου,
πάρε με απάνου στα βουνά, τι θα με φάει ο κάμπος!

Επάνω

Ήθελα νάμουν τσέλιγκας 

Ήθελα νάμουν τσέλιγκας, νάμουν κ' ένας σκουτέρης,
να πάω να ζήσω στο μαντρί, στην ερημιά, στα δάσα,
νάχω κοπάδι πρόβατα, νάχω κοπάδι γίδια,
κ' ένα σωρό μαντρόσκυλα, νάχω και βοσκοτόπια,
το καλοκαίρι στα βουνά, και τον χειμώ στους κάμπους.
Νάχω από πάλιουραν βορό και στρούγγα από ροδάμι,
νάχω και σε ψηλήν κορφή καλύβα από ρουπάκια,
νάχω με τα βοσκόπουλα σε κάθε σκάρον γλέντι,
νάχω φλογέρα να λαλώ, ν' αντιλαλούν οι κάμποι,
νάχω και κόρη όμορφη, στεφανωτήν μου νάχω,
να μου βοηθάει στο σάλαγο, να μου βοηθάει στα γρέκια,
κι όντας θα τα σταλίζουμε τα δειλινά στους ίσκιους,
στης ρεματιάς τη χλωρασιά μαζί της να πλαγιάζω,
να με κοιμίζει με φιλιά στους δροσερούς της κόρφους.

Επάνω

Το τραγούδι του τρυγητού 

Το λέει ο πετροκότσυφας στο δροσερό τ' αυλάκι,
το λεν στα πλάια οι πέρδικες, στην ποταμιά τ' αηδόνια,
το λεν στ' αμπέλια οι λυγερές, το λεν με χίλια γέλια,
το λέει κ' η Γκόλφω η όμορφη, το λέει με το τραγούδι
-Αμπέλι μου, πλατύφυλλο και καλοκλαδεμένο,
δέσε σταφύλια κόκκινα, να μπω να σε τρυγήσω,
να κάμω αθάνατο κρασί, μοσκοβολιά γιομάτο.
Μες στα κατώγια τα βαθιά σαν μόσχο να το κρύψω,
να το φυλάξω ολάκαιρες χρονιές, ακέριους μήνες,
ώσπου να ρθεί μιαν άνοιξη, νάρθει ένα καλοκαίρι,
να γύρει από τη μακρινή την ξενιτιά ο καλός μου.
Να κατεβώ μες στην αυλή, να πιάκω τ' αλογό του,
να τον φιλήσω αγκαλιαστά στα μάτια και στο στόμα,
να τον κεράσω, αμπέλι μου, τ' αθάνατο κρασί σου,
της ξενιτιάς τα βάσανα να παν, να τα ξεχάσει.

Επάνω

Ο τρύγος 

'Οταν ανθίζ' η αγριάμπελη κι απλώνει τα κλαδιά της
στο σκίνο, στο χαμόδενδρο, στου πεύκου τα κλωνάρια,
στα ρέματα του ποταμού, στον εγκρεμό του βράχου,
κι αγέραν, κάμπους και βουνά, την πλάση πέρα ως πέρα
γιομόζει από μοσκοβολιά με τον ανασασμό της,
πυκνό - πυκνό κι ολόμαυρο μελισσολόι πετιέται
μες από βράχους και κρινιά, μες από ερμιές και κήπους,
και τ' άνθη της βοσκολογά και παίρνει τον αχνό τους,
και διαλαλάει μ' ένα βοητό τον αναγαλιασμό του.
Έτσι οι κοπέλες του χωριού πετιούνται από τα σπίτια
κ' εις κάμπους κ' εις βουνά σκορπούν, κι όπ' είναι αμπέλι τρέχουν
με τα καλάθια τα πλεχτά και με τα βατοκόπια
και με τραγούδια, με χαρές, όταν αρχίζει ο τρύγος.
Αναταράζονται οι ερμιές, αχολογούν τ' αμπέλια,
λες κι από κάθε πέτρα ορθή, λες κι από κάθε βάτον,
όπου στο χόρτο σέρνεται, κόρης κορμί φυτρώνει.
Πράσινη απλώνεται η φυτιά κ' οι ρόγες μεστωμένες,
μαύρες και κίτρινες, ξανθιές, μαυρολογούν, γιαλίζουν
στην πρώτη αχτίδα του ζεστού του ήλιου όπ' ανατέλλει,
σαν μαύρα μάτια, σαν χοντρά κλωνιά μαργαριτάρια.
Οι βέργες οι καμαρωτές λαμποκοπούν κ' εκείνες,
κ' οι περογλιές ξαπλώνονται στα διάπλατα κρεββάτια,
και στην πυκνή τους χλωρασιά και στο βαθύ τους ίσκιο
την ιδρωμένην αργατιά δροσίζουν, ανασαίνουν,
την αργατιά που ολημερίς όλο τρυγάει κι απλώνει,

Την αργατιά που λαχταρά πότε να πέσει ο ήλιος,
πότε να ισκιώσουν τα ριζά, να δροσερέψει ο κάμπος.

Νάτος ο ήλιος που έπεσε και πάει να βασιλέψει,
νάτα που ισκιώσαν τα ριζά και δροσερεύει ο κάμπος...

O ήλιος χάθη ολότελα και τα βουνά σουρπώσαν,
θόλωσαν τ' ανοιχτά νερά κι απάνω βγήκαν τ΄άστρα...

Διπλά ανασαίν' η εργατιά κι απαρατάει το έργο,
κ' εκεί που κληματόβεργες κι από παλιούργια φράχτες
καλύβι ολόρθο πλέκουνε, δείπνον απλό κυκλώνουν,
και τον απλό το δείπνο τους φωτάει θαμπό λυχνάρι.

Ύστερα εις κάθε μια φυτιά, κάθε όχτο, κάθε αμπέλι,
τρανές ανάβουνε φωτιές μες στ' απλωτό σκοτάδι.
Ολούρ' - ολούρ' απ' τις φωτιές σταίνουν χορό οι κοπέλες,
στρώνονται χάμου οι γέροντες κ' οι νιοί, κι απ' όλους ένας
τους συνοδεύει στο χορό μ' ένα απαλό τραγούδι
και μ' ένα λάλημα γλυκό - γλυκό του ταμπουρά του.
Ώσπου τ' αστέρια τ' ουρανού το μεσονύχτι δείχνουν,
και τότες οι χοροί χαλούν, σκορπάν οι δουλευτάδες.
Στρώνουν για στρώματα κλαδιά κι αποσταμένοι γέρνουν.

Κ' εκεί που σβήνουν οι φωτιές, έρμες ανάρια - ανάρια,
το νυχτοπούλι τ' άγρυπνο γλυκά τους νανουρίζει,
ώσπου να σκάσει ο αυγερινός, που θα ξυπνίσουν πάλι,
πάλι στο έργο τους να μπουν, στον ζηλεμένο τρύγο.

Επάνω

Το κέντημα του μαντηλιού 

Στην άκρη του γιαλού ξανθή κάθεται κόρη
κι ωριόπλουμο λευκό χρυσοκεντάει μαντίλι,
μαντίλι του γαμπρού, του γάμου της κανίσκι.
Την θαλασσα κεντάει, με τα νησιά της όλα,
κεντάει τον ουρανό με τα λαμπρά του αστέρια,
τη γη με τα πολλά και με τα ωραία λουλούδια,
κεντάει κ' ένα βουνό, ψηλό ψηλό και μέγα:
το χάραμα γλυκά προβάλει στην κορφή του
και βάφεται η κορφή και τ' ουρανού η λουρίδα
ροδόλευκη, νερά καθάρια κι ασημένια
τα διάπλατα πλευρά ξετρέχουν κι αυλακώνουν,
χιλιόχρονα, παλιά, βαθιά, ισκιωμένα ορμάνια
κεντάει στις λαγκαδιές με πράσινο μετάξι
στους όχτους, στα ριζα, κοπάδια ασπρολογάνε
και φαίνονται οι βοσκοί, και στ' όμορφο κεντίδι
φλογέρες λες κι ακούς, λες και γρικάς τραγούδια,
βελάσματα βραχνά και ηχούς από τρουκάνια.

Στα πόδια του βουνού κεντάει γαλάζια λίμνη
με καλαμιές χρυσές, ένας ψαράς στην άκρη
πεζόβολον κρατεί και δόλωμα ετοιμάζει,
κάμπον πλατύν-πλατύν με σμαραγδένιο νήμα
ολόγυρα κεντάει, στη μέση από τον κάμπο,
ποτάμι σιγαλό και φιδωτό ξομπλιάζει,
με δάφνες, με μυρτιές και με δασιά πλατάνια,
με αηδόνια, με φωλιές, και στο πανώριο ξόμπλι
τον φλοίβο του νερού θαρρείς κι ακούς, της δάφνης
τον μύρο, της μυρτιάς, θαρρείς ότι ανασαίνεις,
πως τον κελαηδισμό των αηδονιών ξανοίγεις,
πως νιώθεις το απαλό της φυλλουργιάς μουρμούρι...
Στην ακροποταμιάν αλάφι ζωγραφίζει,
που σκύφτει τα νερά να πιει, τα κρυσταλένια,
και, ξάφνου, σαϊτιά στην πλάτη το λαβώνει,
στρέφεται αυτό, κοιτάει με πόνο την πληγή του,
πάσχει ν' απαλλαχτεί, δε δύνεται το μαύρο,
κι από τον ουρανόν, από τα δένδρα γύρα
βοήθεια λες ζητάει...
Ολόυρα από τον κάμπο,
πλήθος μικρά χωριά κεντάει, χωράφια ολλούθε
με ολόχρυσα σπαρτά, με θυμωνιές, με αλώνια,
πράσινα αμπέλια αλλού, με κίτρινα σταφύλια,
κίτρινα σαν φλουριά, κ' έμορφα κοπελούδια,
που μπαίνουν με πλεχτά καλάθια και τρυγάνε.

Γάμον αρχοντικό σ' ένα χωριό πλουμίζει,
με νύφην, με γαμπρό, με φλάμπουρα, με ψίκι,
δράκους αλλού κεντάει, και λάμιες και νεράϊδες,
κεντάει κ' έναν γιαλό με ζαφειρένια πλάτια,
στην άκρη του γιαλού την ίδια την θωριά της
ολόφαντη ιστορεί από ομορφιάν και νιότη
και πλούτον και αρχοντιά, και στα λευκά της χέρια
τ' αργόχειρο κρατεί, τ' ωριόπλουμο μαντίλι,
μαντίλι του γαμπρού, του γάμου της κανίσκι,
ανάρια το κεντάει κι όλο του λέει τραγούδια:

-Μαντίλι πλουμερό και χρυσοκεντημένο,
ποιος νάναι τάχα ο νιος οπού θα σ' αποχτήσει;
Ποιος νάναι τάχα ο νιος που μ' ένα δακτυλίδι,
μαντίλι μου ακριβό, κανίσκι θα σε πάρει;
Ποιος νάναι τάχα ο νιος, που μ' ένα φιλημά του,

γλυκό και φλογερό, απ' το λευκό μου χέρι
στην κλίνη την αγνή θα μ' οδηγήσει νύφην;
Ποιος νάναι τάχα αυτός; Πέτε μου, εσείς δεντράκια,
κ' εσείς καλά πουλιά. Μουρμούρισέ μου αγάλια,
εσύ ωραίε γιαλέ και γαλανέ ουρανέ μου!
Εσύ, φτερουγιαστέ, καθάριε λογισμέ μου,
γιατί δε μου τον λες, γιατί δε μου τον δείχνεις,
γιατί μια ωραία βραδιά κρυφά δε μου τον φέρνεις,
σαν όνειρο χρυσό, γλυκά στην αγκαλιά μου;..

Επάνω

Τραγούδι του αργαλειού 

Η Ζερβοπούλα η όμορφη κι αρχοντοδυγατέρα
στον αργαλιό της ύφαινε κι ανάρια ετραγουδούσε:

Διασίδι, καλοδιάσιδο, γνεμένο στο νυχτέρι,
διασίδι μ', όντας σ' έγνεθα, τον συχνονειρεύομουν,
διασίδι, όντας σ' εδιάζομουν, ήρθεν από τα ξένα,
διασίδι, όντας σ 'ετύλιγα στην εκκλησιά τον είδα,
διασίδι, όντας σ' εκόλναγα, μόστειλεν αρραβώνα.

Παίξε αργαλιέ μου, βρόντησε, πέτα χρυσή σαϊτα,
τρίχτε καημένα χτένια μου, βαστάτε τον ηχό μου,
να βγουν τα υφάδια γλήγορα, να ράψω τα προικιά μου,
γιατ' ο καλός μου βιάζεται, βιάζεται να με πάρει!

Επάνω

Πόθοι 

Θ. Πασχίδη ἀδελφῷ
θανόντι ἐν ἐξορίᾳ

Ἤθελα νἄμουν σταυραητός, νὰ πέταγα τ᾿ ἀψήλου,
ν᾿ ἀνέβαινα στὴ Λιάκουρα, κατάκορφα στὴ ράχη,
νἄριχνα ἐκεῖθε μία ματιά, ν᾿ ἀγνάντευα τὸν Πίνδο,
νὰ ἰδῶ πῶς μοῦ τὸν ἔκαμαν τὰ χρόνια κ᾿ ἡ σκλαβιά του.
Ποιὸς λέει δὲν κλαῖνε τὰ βουνά; Ποιὸς λέει πὼς δὲν γεράζουν;...
Χιόνια καὶ κρούσταλλα παλιά, γεράματα γιομάτα,
σκεπάζουνε τὸν Πίνδο μου, καὶ καταχνιὲς τὸν πνίγουν·
κι ἀκούγω, ἀκούγω ἀπὸ μακρυά, ἀκούγω ἀπὸ τὰ ξένα
τῆς γερατειᾶς του τὸ σκουσμό, τὸ κλάμμα τῆς σκλαβιᾶς του.
Ἄχ! πότε αὐτὸ τὸ σκούξιμο, τρανὴ κραυγὴ θὰ γίνει,
κραυγὴ ἀνήμερου θεριοῦ, ἐκδίκηση γιομάτη,
νὰ μάσει ἀπὸ τὴν ξενιτιὰ τὰ ἔρμα τὰ παιδιά σου,
τ᾿ ἀστροπελέκια σου ἄρματα, Πίνδε, νὰ μᾶς μοιράσεις,
μία μέρα, ν᾿ ἀναστήσουμε τὴ δόλια μας πατρίδα!...
Ἄχ! πότε ἡ καταχνιά σου αὐτὴ κ᾿ ἡ τόση σου θολούρα,
ποὺ τώρα στὸ ἀτέλειωτο σάβανο σὲ τυλίγει,
πότε νὰ γίνει θὰ τὴν δῶ καπνούρα ἀπὸ ντουφέκια!...
Καὶ πότε αὐτὸς ὁ ἥλιος σου, ποὖναι νεκρὸς καὶ κρύος,
πότε μία μέρα θὲ νὰ βγεῖ ζεστὸς μέσ᾿ στὲς κορφές σου,
νὰ λυώσουνε τὰ κρούσταλλα καὶ τὰ πολλά σου χιόνια,
καὶ φυτρώσουν, μία ἄνοιξη, μαζὶ μὲ τὰ λουλούδια,
ἀρματωμένα, Πίνδε μου, τὰ νιάτα τὰ παλιά σου!...

Επάνω

Ἡ ποδιὰ τῆς Μαριῶς 

Πλένει ἡ Μαριὼ στὸν ποταμό, πλένει τὲς φορεσιές της,
κι οἱ ὀμορφιές της λάμπουνε, κι ἀστράφτουν στὸ κορμί της
ἀράδες τ᾿ ἀσημόκουμπα κι ἀράδες τὰ γιουρντάνια,
καὶ στὰ καθάρια τὰ νερὰ τὰ πόδια της ἀσπρίζουν
σὰν νἆταν μὲ τριαντάφυλλα καὶ γάλα ζυμωμένα.
Περνοῦν ἐκεῖθε πιστικοὶ καὶ κυνηγοὶ διαβαίνουν,
κι ἄλλοι τὴν λὲν Λιογέννητη, ἄλλοι τὴν λὲν Νεράιδα.
Πέρασε κ᾿ ἕνας σταυραετός, πέρασε ἀπάνω ἀπάνω,
καὶ σὰν νὰ νοιάστηκε κι αὐτὸς τὴν ὀμορφιὰ τῆς κόρης,
χαμήλωσε ὡς στὸν ποταμὸ κι ἁρπάζει τὴν ποδιά της,
τὴ λαχουριά της τὴν ποδιά, τὴ χρυσοκεντημένη,
ποὖχε ξομπλιάσει ἀπάνω της τὸν οὐρανὸ μὲ τ᾿ ἄστρα,
καὶ σκούζει ἡ ἄμοιρη Μαριὼ καὶ κλαίει τὴν ποδιά της.
Ὁ σταυραετὸς μεσουρανὶς χάθηκε μὲσ᾿ στὰ ἀστέρια.
Σὲ λίγες μέρες ὕστερα ταράχθηκεν ἡ χώρα,
παγάνα πῆραν τὰ χωριὰ τοῦ βασιλιᾶ οἱ ἀνθρῶποι
καὶ δείχνουνε στὲς λυγερὲς ποδιὰ γεμάτη ἀστέρια,
καὶ σ᾿ ὅποιας πιάσει τὸ κορμί, καὶ ὅποια τὴν πεῖ δική της,
ἐκείνη θὰ τὴν πάρουνε μαζί τους στὸ παλάτι.
Πέρασαν, πέρασαν χωριὰ τοῦ βασιλιᾶ οἱ ἀνθρῶποι,
δείχνοντας τὴ χρυσὴ ποδιά, κι οὔτε κι εὑρέθη κόρη
νὰ τῆς ταιριάζει στὸ κορμὶ καὶ τὴν πεῖ δική της.
Καὶ στῆς Μαριῶς πᾶν τὸ χωριὸ καὶ δείχνουνε στὲς κόρες
ἀράδα ἀράδα τὴν ποδιά, καὶ τὴν γνωρίζουν ὅλες.
Μέσα στὲς ἄλλες ἔρχεται καὶ τῆς Μαριῶς ἡ ἀράδα,
καὶ κοκκινίζει ἀπὸ χαρὰ καὶ παίρνει καὶ τὴν ζώνει,
τήνε γνωρίζουνε μὲ μιᾶς τοῦ βασιλιᾶ οἱ ἀνθρῶποι,
καὶ τήνε παίρνουνε μαζί, τὴν φέρνουν στὸ παλάτι.
Παίρνουν αὐτοὶ τὸ τάμα τους, κι ὁ βασιλιὰς τὴν κόρη.

Επάνω

Ἡ νησιωτοπούλα 

Νησιωτοπούλα κάθεται σὲ μαρμαρένιον πύργο,
μὲ κέντημα στὰ χέρια της, μ᾿ ἀγάπη στὴν καρδιά της.
Φορὲς-φορὲς τὸ κέντημα κεντοῦσε μὲ τραγούδια,
φορὲς-φορὲς πισώριχνε τὰ ξεπλεγα μαλλιά της.
Κι ἀγνάντευε τὸ πέλαγος π᾿ ἁπλώνετο μπροστά της,
καὶ γκαρδιακὰ ἀναστέναζε κ᾿ ἐχτύπαγε τὰ στήθια,
γιατ᾿ ἀγριεμένο τὄβλεπε, μαῦρο, φουρτουνιασμένο·
κι αὐτὴ εἶχε λόγο, στὸ γιαλὸ νὰ κατεβεῖ τὸ βράδυ,
κι ἀπ᾿ τὸ νησὶ τ᾿ ἀντικρυνό, ποὺ χάνεται στὸ κύμα,
ὁ ἀγαπημένος της νἀρθεῖ, νὰ ποῦν τὸν ἔρωτά τους.
Ὁ ἥλιος ἐβασίλεψε· σκοτάδιασε, νυχτώνει.
Τὸ κέντημά της τ᾿ ὄμορφο ἀπαρατάει ἡ κόρη,
καὶ κατεβαίνει στὸ γιαλὸ καὶ τὸν ἀκαρτεράει.
Μαυρολογᾶνε τὰ βουνά, καὶ σύγνεφα μεγάλα
σκεπάζουνε στὸν οὐρανὸ τ᾿ ἀστέρια πέρα πέρα,
φυσομανάει τὸ πέλαγο, τὰ κύματα βογγοῦνε,
κι ὅταν τὰ νέφια ἀστράφτουνε, δείχνουν κορφὲς ἀφράτες,
καὶ δὲν γροικιέται πουθενὰ τ᾿ ἀγαπημένου ἡ βάρκα.
Κάθεται ἡ νιὰ κι ἀκαρτέρει στ᾿ ἀκρογιαλιοῦ τὰ βράχια.
Τὰ μακρυά της τὰ μαλλιὰ τὰ κυματίζει ὁ ἀγέρας,
καὶ σποῦνε μέσ᾿ στὰ πόδια της τὰ κύματα μὲ βόγγο.
Ὧρες τηράει τὸ πέλαγο, ὧρες τηράει μπροστά της,
νέφια καὶ κύματα μαζὶ συχνορωτάει μὲ πόνο,
ἂν εἶδαν κάπου νάρχεται τ᾿ ἀγαπημένου ἡ βάρκα.
Τὰ σύγνεφα μένουν βουβά, τὰ κύματα βογγοῦνε,
κι ἀναστενάζουνε βαριὰ-βαριὰ τῆς νιᾶς τὰ στήθια.
Φυσομανάει ἡ θάλασσα, τὰ κύματα βογγοῦνε,
κ᾿ ἕνα μὲ τ᾿ ἄλλο σπρώχνονται καὶ σπάνουν στ᾿ ἀκρογιάλι·
κ᾿ ἐκεῖ ποὺ ἡ κόρη τὰ ρωτᾶ, βλέπει ἕνα θεριωμένο
νὰ ψηλωθεῖ, νὰ ψηλωθεῖ, τὰ βράχια νὰ περάσει,
καὶ νὰ τὴν πνίγει στὸν ἀφρό. Τραβιέται ἡ κόρη πίσω,
καὶ κλειώντας τὴν ἀγκάλη της, ποὺ ὁλάνοιχτη βαστοῦσε
τὸν ἀκριβό της νὰ δεχθεῖ, σφίγγει στὰ στήθια ἀπάνου
παραδαρμένο ἕνα κορμί, καὶ ἄψυχο, καὶ κρύο.
Ταχιὰ ἡ φουρτούνα ἡσύχασε, τὰ κύματα μερέψαν,
καὶ οἱ ψαράδες πὤριχναν στὸ πέλαγο τὶς βάρκες,
στ᾿ ἀκρογιαλιοῦ τὰ χώματα καὶ μὲσ᾿ στὰ βράχια βρίσκουν
παραριγμένα δύο κορμιὰ καὶ σφιχταγκαλιασμένα.

Επάνω

Τὸ μαρμαρωμένο βασιλόπουλο 

Ἕνα παλάτι ἀδιάβατο κλειστὸ καὶ ρημαγμένο
πανώρῃο βασιλόπουλο βαστάει μαρμαρωμένο.
Δέρν᾿ ἡ θολοῦρα, ἡ χειμωνιὰ τὸ ἔρμο τὸ παλάτι,
κι᾿ οὐδὲ μιλάει τὸ μάρμαρο, οὐδὲ κι᾿ ἀνοίγει μάτι.
Λάμπει ὁ ἥλιος, κελαϊδοῦν τῆς ἄνοιξης τ᾿ ἀηδόνια,
κι᾿ ἐκεῖνο μένει ἀσάλευτο, βουβὸ ἀπὸ τόσα χρόνια.
Κἄποια νεράϊδα τῆς ἐρμιᾶς καὶ μάγισσα ὠργισμένη
τὸ καταράστηκε βαρειὰ καὶ μάρμαρο ἔχει γένει.
Καὶ τὸ παλάτι ἐρήμαξε, τὸ σκέπασαν τὰ δάση
κι᾿ ὡς τώρα πόδι ἀνθρωπινὸ δὲν ἔχει ἐκεῖ περάσει.
Μονάχα ὁ χρόνος, ποὺ περνάει ὁλημερὶς μπροστά του,
ἔγραψε μέσ᾿ στὸ μάρμαρο μαζὶ μὲ τ᾿ ὄνομά του:
«Χαρὰ στὴ νειὰ τὴν ὤμορφη ποὺ ἡ μοῖρα θὰ τῆς δείξῃ
τὸ σιδερόχορτο νὰ βρῇ, τὴν πόρτ᾿ αὐτὴ ν᾿ ἀνοίξῃ,
ν᾿ ἀγκαλιαστῇ τὸ μάρμαρο, σιμά του ν᾿ ἀγρυπνήσῃ
σαράντα δυὸ μερόνυχτα, γλυκὰ νὰ τὸ ξυπνήσῃ».
Εἶνε παλάτι ἐρημικὸ κι᾿ ἀπόκλειστο ἡ καρδιά μου,
μαρμαρωμένον βασιληᾶ βαστάει τὸν ἔρωτά μου.
Χαρὰ στὴ νειὰ τὴν ὤμορφη, ποὺ τὴν καρδιὰ θ᾿ ἀνοίξῃ
καὶ μὲ τὸ κρύο τὸ μάρμαρο τὰ χείλη της θὰ σμίξῃ.

Επάνω

Ἡ καπετάνισσα 

Ἡ Ρούσιω ἡ καπετάνισσα, τοῦ Γέρω-Δήμου ἡ νύφη,
στὰ παραθύρια κάθεται, τοὺς κάμπους ἀγναντεύει
κι᾿ ἀναστενάζει ἀπ᾿ τὴν καρδιὰ καὶ μὲ τὸ νοῦ της λέει:
- Μάνα μὲ κακοπάντρεψες καὶ μ᾿ ἔδωκες σὲ κλέφτη,
ποὺ βρίσκεται στὸν πόλεμο ἀπ᾿ τὴν αὐγὴ ὡς τὸ βράδυ,
κι᾿ ἀπὸ τὸ βράδυ ὡς τὴν αὐγὴ φυλάει στὸ καραοῦλι,
καὶ δὲν τὸν εἶδα μιὰ φορὰ νὰ κοιμηθῇ σιμά μου.
Ἐγὼ τουφέκια σκιάζουμαι, τ᾿ ἄρματα ἐγὼ τὰ τρέμω.,
γιὰ νὰ τὰ ζώσω στὸ κορμὶ νὰ πάω ἀπὸ κοντά του,
κ᾿ ἐχτίκιασαν τὰ στήθια μου, ἐμάλλιασε ἡ καρδιά μου,
μαράθηκαν τὰ νειᾶτα μου κ᾿ ἡ ἐμορφιά μου ἐχάθη.
σὰν τί τὰ θέλω τὰ φλουριὰ καὶ τὰ βαρειὰ γιουρντάνια,
σὰν τί τὰ θέλω τὰ χρυσᾶ κι᾿ ἀσημωμένα ροῦχα,
σὰν δὲν κοιμοῦμαι μιὰ φορὰ στὸ πλάϊ τοῦ καλοῦ μου;
Νἄμουνα κάλλια πιστικά, κάλλια θερίστρα νἄμουν,
παρὰ ἡ καπετάνισσα τοῦ Γέρω-Δήμου ἡ νύφη.
Γιὰ ἰδὲς θερίστρες, πιστικιές, ὁλημερὶς γυρνᾶνε
στὰ ρέματα στῂς λαγκαδιές, στοὺς κάμπους καὶ στὰ πλάγια
μὲ τὸν καλό τους στὸ πλευρὸ καὶ μὲ μικρὰ στὰ χέρια·
κ᾿ ἐγὼ κλεισμένη μοναχὴ ψηλὰ στὰ κορφοβούνια,
τὰ λερωμένα του σκουτιὰ μπεζέρισα νὰ πλένω,
κι᾿ ὥρα τὴν ὥρα μὲ καρδιὰ καταλαχταρισμένη
τὸν καπετάνο καρτερῶ τόσες βραδειὲς κι᾿ αὐγοῦλες,
πότε νὰ τὸν ἰδῶ γερὸς ν᾿ ἀφήσῃ τὰ λημέρια,
νἀρθῇ στὸ σπίτι μιὰ φορά, νὰ κοιμηθοῦμε ἀντάμα!

Επάνω


ΣΚΙΑΙ ΤΟΥ ΑΔΟΥ - ΠΟΙΗΜΑ ΕΠΙΚΟΝ ΕΙΣ ΑΣΜΑΤΑ ΤΡΙΑ

Άσμα πρώτον 

Ἕ «Είς οιωνός άριστος
Αμύνεσθαι περί πάτρης
(Ιλ. Μ. 243)

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ

Μια Απριλιάτικη βραδιά
Μια νύχτ' αστερωμένη
'Ψηλά, 'ς του Πίνδου(1) τα βουνά
Μονάχος μου καθόμουν.
Κ' εκύτταζα 'ς τον ουρανό,
Κ' εκρυφοσυλλογιόμουν.
Πώς ζη ο δόλιος άνθρωπος,
Πώς ζη και πώς 'πεθαίνει.

Από τη σκέψι κάποτε
Μ' εξύπναγε μια βρύση
Σιμά μου, πώχυνε νερό
'Σάν το μαργαριτάρι,
Και με ταις πέτραις 'μίλαε
Μουρμουριστά. Με χάρι
Τ' ωχρό φεγγάρι άρχιζε
Να γέρη προς την δύσι.
Άλλη φωνή δεν άκουγα
Παρά 'ς το λόγκο πέρα
Φώναζε ο μαύρος κόρακας,
Και το βουνό βογγούσε
Απ' τη βραχνή του τη φωνή.
Η λίμνη ηρεμούσε,
Κι' αντάρα 'πό τα Γιάννινα (2)
Σκοτώνταν 'ς τον αθέρα.

Ρίχνω 'ς τα Γιάννινα ματιά
Και βλέπω όλο μαυρίλα,
Κ' εφαίνονταν εδώ κ' εκεί
Αι φέξαις αναμμέναις,
'Σάν να ήτανε κολοφωτιαίς
'Στό λόγκο 'σκορπισμέναις.
Τι θέαμα τρομαχτικό!
Τι μαύρη ανατριχίλα!

Και πάλι προς το ουρανό
Εσήκωσα το 'μάτι
Και πάλι, πάλι έπεσα
Σε συλλογή μεγάλη,
Σε συλλογή, που μ' έφυγεν
Ο νους μ' απ' το κεφάλι,
Κι' ο ύπνος μες 'ς τη συλλογή
Μ' επλάνεψε κομμάτι.

Τα θολωμένα 'μάτια μου
Δεν πρόφθασα να κλείσω,
Κ' ύπνος τα πλάκωσε βαρύς,
Βαθύς 'σάν το σκοτάδι,
Κ' είδα ένα όνειρο φρικτό·
Πώς βγήκε απ' το λαγκάδι
Ωχρόλευκο ένα Φάντασμα·
Το συλλογιούμαι. . . . φρίσσω!

Σιγά, σιγά, σιωπηλά
'Στό πλάγι μου σιμόνει,
Με πιάνει με το χέρι του,
Το 'σάν τη πέτρα κρύο.
Σηκόνονται αι τρίχες μου,
Τα πόδια μου τα δύο
Τρέμουνε, και το αίμα μου
'Σταίς φλέβες μου παγόνει.

Το κύτταξα, το κύτταξα
'Στό πρόσωπο, 'ς το σώμα,
Και μια τρέμουλα φρικερή
Με πιάνει, κ' ένας τρόμος,
Γιατί, γιατί το γνώρισα
Το φάντασμα, αλλ' όμως
Ακόμα λόγο 'δίσταζα
Να 'βγάλω 'πό το στόμα.

Πλην τέλος δεν εβάσταξα,
Δεν 'μπόρεσα να πνίξω
Το δάκρυ, που κατέβηκε
Την κάτωχρη παρειά μου,
Και λέγω: «Της μανούλας μου,
» Σκιά! Σκιά γλυκειά μου! . . . . »
Και πλέον δεν εμπόρεσα
Το στόμα μου ν' ανοίξω.

Μόνο τ' αχνό της πρόσωπο
Ξανακυττάζω πάλι,
Και βλέπω χαμογέλασε,
'Σάν το λαμπρό φεγγάρι,
Κι' από το 'μάτι 'γλίστρησε,
'Σάν το μαργαριτάρι
Το δάκρυ. Σκύφτει· με φιλεί
Με πόνο 'ς το κεφάλι.

Και μ' είπε: «Κωνσταντίνε μου.
» Μονάκριβο παιδί μου,
» Σε σκιάζουνε το σώμα μου
« Κ' η αχνισμένη όψι;
» Δεν 'ξέρεις πως για 'σένανε
» Ηθέλησα απόψε
» Να ξαναλάβω μια στιγμή
» Το αίμα, τη ζωή μου;»

« Δεν ξέρεις πως για σένανε
» Για μια στιγμή τον Άδη
» Αφήκα και ξανάρχομαι
» Εδώ 'ς το κόσμο 'πάνω,
» Και συ, και συ με σκιάζεσαι;»
Κ' εγώ τα λόγια χάνω.
Πλην τέλος λέγω: «Τι ζητείς
» Μες 'ς το βαθύ σκοτάδι;

« Μανούλα μου, το μνήμα του
» Αφίνει ο πεθαμένος;»
» — Κι' όμως εγώ για σένανε,
» Για σένανε, παιδί μου,
» Αυτή την ώρα, τέκνο μου,
» Τ' αφήκα. — » Η φωνή μου
Και πάλι τότ' εσβύσθηκε,
Μένω βουβός, σκιαγμένος.

« Ακόμα δε μ' εγνώρισες; —
» Με ερωτά — δε μ' είδες; »
» — Διστάζω ακόμα, μάνα μου,
» Να σου το 'πώ, διστάζω,
» Γιατ' άλλη, άλλη σ' ήξερα,
» Και άλλη σε κυττάζω·
» Της γνωριμιάς σου, μάνα μου,
» Μ' έφυγαν αι ελπίδες. — »

« — Γιατί με βλέπεις κόκκαλα,
» Με βλέπεις δίχως αίμα,
» Με βλέπεις δίχως 'νασασμό,
» Ωχρή 'σάν το σαφράνι,
» Κι' ότι δεν έχω τη θωρηά,
« Πούχα 'ς τον κόσμο; — » «Φθάνει!...
» Ω, φθάνει! την εφώναξα.
« Σ' εγνώρισ' από το βλέμμα.

» Σ' εγνώρισ' απ' το βλέμμα σου
« Τώρα, κι' τη λαλιά σου,
« Σ' εγνώρισα, μανούλα μου,
« Σ' εγνώρισα, γλυκειά μου,
» Σ' εγνώρισα, και χαίρεται
« Η θλιβερή καρδιά μου,
« Μάνα μου. Τώρα ρώτα με
» Για τάλλα τα παιδιά σου.

« Πες μου για τη Μαρία σου,
» Το Γούλα σου, τη 'Λένη,
» Που νύχτα 'μέρα τα ορφανά
« Κλαίγουνε τη θανή σου·
» Ρώτα με και για τη μικρή.
» Την ώμορφη Φανή σου,
» Που 'σ' άλλα χέρια τρέφεται,
» Που 'ς άλλα χέρια μένει.

« Ρώτα με και, μανούλα μου,
» Γι' όλους τους συγγενείς σου,
» Τ' αδέλφια σου, τη μάνα σου,
» Το δόλιο τον πατέρα,
» Το δόλιο τον πατέρα μου,
« Μάνα, που νύχτα 'μέρα
» Δε θε να βρη παρηγοριά. . . .
» Ρώτα με το παιδί σου. — »

Την είπα κ' εσιώπησα
Χωρίς λαλιά για 'λίγη,
Για λίγη ώρα. Κύτταξα
'Σ το πρόσωπο εκείνη,
Και βλέπω μες 'ς τα δάκρυα
Να πλημμυρή. Να κρίνη
Η δύστυχη δ' 'μπόρεσε,
Κ' εκίνησε να φύγη.

Την 'κολουθάω με φωναίς.
Να την γυρίσω πίσω
Δεν 'μπόρεσα. Καν πρόφθασα
Να την 'μιλήσω πάλι·
Κ' εκείνη με συγκίνησι,
Και θλίψι της μεγάλη
Μου λέγει: «Ώρα, τέκνο μου,
« Τη γη αυτή ν' αφήσω.»

« — Εμένα τότε, μάνα μου,
Μ' αφίνεις; — » « — Ω παιδί μου
Αν θες να ιδής τα Τάρταρα,
Αν να ιδής γυρεύεις,
Τον Άδη, τον Παράδεισο,
'Κεί κάτω να κατέβης,
Τρέξε κοντά μου, τέκνο μου,
Έλα, έλα μαζή μου — »


Επάνω

ΣΚΙΑΙ ΤΟΥ ΑΔΟΥ

Άσμα δεύτερον 

Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ


Έφευγ' εκείνη και κοντά
Εγώ την 'κολουθάω.
Περνάμε λόγκους και βουνά,
Περάσαμε λαγκάδια,
Ποτάμια, λίμναις, θάλασσαις.
Περάσαμε λειβάδια,
Και 'φθάσαμε 'ς το αχανές,
Και 'φθάσαμε 'ςτό Χάο (1),

Μια θύρα 'κεί θεόρατη
Υψόνονταν, μεγάλη,
Που Αγγελούδια φύλαγαν
Τα φύλλα της τα μαύρα.
Μπαίνομε μέσα. Κτίρια (2)
Είδαμε τότε γαύρα,
Που μέσα τους βασίλευε
Κρύα σιγή μεγάλη.

Αφίνομε τα κτίρια,
Και πάλι προχωρούμε.
Αγνώριστοι 'ς τους φύλακας,
Άγνωστοι 'ς τους Αγγέλους.
Σε δυο δρόμους 'φθάσαμε
Αγνώριστ' επί τέλους·
Άξαφνα μ' αναλήφθηκε
Η μάνα. Τη στερούμαι.

Μονάχος τότε εκίνησα
Το δεξί δρόμο πήρα,
Να ιδώ, να ιδώ πούθελα βγη,
Πούθελα καταντήσει.
Και προχωρώντας έφθασα
Σε μαρμαρένια βρύση,
Κι' αντίκρυ της υψόνονταν
Μια χρυσωμένη θύρα.

Σπρώχνω τη θύρα· άνοιξε·
Τι θέαμα! . . . Τι τόπους...
Τι τόπους είδα σκιερούς! . . .
Τι χλόαις! . . . Τι λουλούδια! . .
Τι δένδρα, δένδρα ανθηρά! . . .
Πόσ' άκουγα τραγούδια
Απ' τα πουλιά! . . . Πόσους εκεί
Εγνώρισα ανθρώπους! . . .

Είδα 'ς τον ίσκιο μιας μυρτιάς
Τον Όμηρο· και γύρα,
Γύρα του τραγωδούσανε
Τα έπη τους τόσοι άλλοι
Διάσημοί μας ποιηταί,
Και ταραχή μεγάλη
Εγίνονταν, κι' ακούγονταν
Η Ποίησι κ' η Λύρα.

Είδα παρέκει ταις σκηναίς
Όλων μας των Αγίων.
Που κύκλον εσχημάτιζαν,
Κι' αυτοί 'ς τη μέση, άλλοι
Εχόρευον, κι' άλλ' έπαιζον.
Αρχίνησε να ψάλλη
Και τους ψαλμούς του ο Δαυίδ,
Το θείον του βιβλίον.

Πέρα μακρυά σε ύψωμα,
'Σ την άκρη μιας κοιλάδος,
Σε ύψωμα κατάσκιο,
Σε δροσερά χορτάρια
Εις κύκλον εκαθόντανε
Όλα τα παλληκάρια,
Που τόσω, τόσω δόξασαν
Τ' όνομα της Ελλάδος.

Τ' ανδρειωμένα τα παιδιά,
Που 'ς της σκλαβιάς τη μέση
Εκάμανε απόφασι
Να ρίξουν το ζυγό τους,
Ναυρούνε ή τη 'λευτεριά
Ή τονέ θάνατό τους.
Και 'ς την ομόνοια 'βάλανε
Τον όρκο να τους δέση.

Ποιος είδε το Βεζούβιο
Να βγάζη, να ξερνάη
Στάχτη και λάβρα και φωτιαίς
Και πέτραις 'σά μεγάλα
Βουνά ν' ανασηκόνονται
Μισουρανής. Και άλλα
Εδώ να πέφτουν, κι' άλλα 'κεί,
Κι' ο τόπος να βογγάη;

Έτσι κι' εκείνοι οι ένδοξοι
Σε μόνο το Θεό μας
Το μυστικό τους έδειξαν,
Κρυφά, κρυφά τους σκάφτουν,
Φκιάνουν το μνήμα της σκλαβιάς,
Και τη φωτιά ανάφτουν,
Που έμελλε να καταπιή,
Να πνίξη τον εχθρό μας.

Μέσα 'ς τα σπλάγχνα έβραζεν
Η φλόγα. Και τη 'μέρα,
Που 'ς την Παρθένο έστειλε
Για να ευαγγελίση
Τον Άγγελό του ο Θεός,
Ότι θε να γεννήση
Τον Ιησού . . . Πετάχθηκε
Κ' η φλόγα 'ς τον αέρα.

Ξεχείλισε ο Βεζούβιος . . .
Εσείσθηκαν οι τόποι . . .
Και μες 'ς τα πέρατα της γης,
Το βροντερό τουφέκι
Του Έλληνος ακούσθηκε . . .
Φρικτό αστροπελέκι
Κτυπά τους Τούρκους . . .
Τρόμαξε 'ς τον ύπνο τσ' η Ευρώπη.

Χρόνους επτά εκράτησε
Η φλόγ' αυτή κ' η πάλη.
Εσβύσθηκε . . . Ετάραξε
Την οικουμένη όλη,
'Στή θάλασσα βυθίσθηκαν
Των τούρκων τόσοι στόλοι,
Και 'ς τη στεριά αφήσανε
Μια δεκατιά μεγάλη.

Εσβύσθηκε ... Κ' εσβύσθηκε
Πώς σβυέται το καμίνι
Που λείπει μεν η φλόγα του,
Αλλά μέσα του βράζει·
Κι' άμα φυσήξη άνεμος,
Έξω τήνε πετάζει,
Και πάλι καίει με ορμή . . .
Έτσ' έσβυσε κ' εκείνη.

Έσβυσ' εκείνη η φλόγα της.
Πλην μες 'ς τα σωθικά της
Καίει μια άσβεστη φωτιά,
Που καρτερεί μια 'μέρα
Ν' ανοίξη μια τρυπούλα της,
Να πάρη 'λίγο αέρα,
Να βγάλη φλόγα τρομερή
Και πάλι η φωτιά της.

Πόσαις φοραίς απ' ταις 'ψηλαίς
Του γέρου Πίνδου ράχαις
Αγνάντεψα την καταχνιά
Μακρυά, 'ς την Άγια Μαύρα,
Και είπα ότι άναψε
Και πάλ' εκείνη η λάβρα,
Κ' είπα πως πάλι άναψαν
Του Έλληνος η μάχαις! . . .

Αλλά, αλλά γελάσθηκα.
Μια 'πατηλή ελπίδα
Μου μένει πάντα 'ς την καρδιά
Ν' ακούσω ώρα 'ς ώρα
Ένα τουφέκι βροντερό
'Στήν ένδοξη τον χώρα.
Το βρόντο του δεν άκουσα,
Μόν 'σάν καπνούρα είδα

Για σώπα, σώπα και θαλθή
Μια 'μέρα και για σένα,
Ν' ακούσης και το βρόντο του,
Να ταραχθή η Πλάσι,
Τα έρμα τούτα τα βουνά
Να σκούζουν, και τα δάση
Και τα λαγκάδια να βογγούν
Στα αίματα πνιγμένα.

Εκεί τους είδα νάχουνε
'Σ τη μέση τους, σε θρόνο,
Θρόνο διαμαντοκόλλητο
Τον Άγιον εκείνον
Τον πατριάρχη (4) 'ς τη σεπτή
Πόλι(5) των Κωνσταντίνων,
Στεφανωμένον με δαφνιάς
Ένα μεγάλο κλώνο.

Τους ευλογάει κι' άρχισε
Με δάκρυα να λέη
Της Κωνσταντινουπόλεως
Των σκυλομουσουλμάνων
Ταις εκβιάσεις και σφαγαίς
Των τούρκων, των τυράννων,
Και τη σκληρή κρεμάλα του.
Και χαίρεται, και κλαίει. . . .

« Ήτον η πρώτη τ' Απριλιού
» Κοντά 'ς τη χαραυγούλα,
» Τούρκος Δερβίσης άπιστος
«'Στό μιναρέ φωνάζει,
« Και προσκαλεί τους Τούρκους του
«'Στό σκοτωμό και σφάζει
» Το σίδηρο εδώ κ' εκεί ....
» Τι φρίκη! . . . Τι τρεμούλα.»

« Γέμισεν από πτώματα
Των Χριστιανών η Πόλι,
« Τσακίζουν θύραις, 'μπαίνουνε
«'Στά σπήτια και σκοτώνουν
« Όπου κι' αν εύρουν Χριστιανό,
« Και πανταχού απλόνουν
« Τη βία και το θάνατο
» Οι Γενιτσάροι όλοι.»

« Ακούονται ολολυγμοί,
» Και κοπετοί, και θρήνοι.
» Βλέπουν σφαγμένα τα παιδιά
» Αι δύστυχαι η μανάδες,
« Ο άνδρας τη γυναίκα του,
» Κλαίνε. Αλλ' οι φονειάδες
» Δεν άκουγαν. Και ο Μαχμούτ (6)
» Τότε παραθαρρύνει.»

« Προστάζει τον ακράτητο
» Όχλο των Χριστοφόνων,
» Εκείνα τα αδάμαστα
» Του Κορανίου κτήνη,
» Τα τόσα κακουργήματα
» Τότε να παρεκτείνη.
» Να βάλουν κ' εις τους κληρικούς
« Τον βρόχον και τον φόνον.»

« Αρπάζονται οι κληρικοί,
» Σκοτόνονται, κρεμιώνται,
» Και αποκεφαλίζονται,
» Πνίγονται. Άλλοι φεύγουν.
» Πλην όσοι απ' το σκοτωμό
» Δεν' μπόρεσαν να έβγουν,
» Από τους τούρκους σφάζονται,
«'Σ το πέλαγο πετιώνται.»

«'Σα λυσσασμένοι τα σκυλιά,
» Τα τέκνα του Δερβίση,
» Εσκότωναν, οι άπιστοι,
» Σαν πεινασμένοι λύκοι,
» Που 'μπένουνε 'ς τα πρόβατα
» Σκορπίζουνε τη φρίκη.
» Πέρασαν 'μέραις κ' η σφαγή
» Δεν είχε ακόμα σβύσει.»


« Ήλθε η ενάτη τ' Απριλιού,
» Σάββατο το Μεγάλο,
» Ξημέρωσε και 'νύχτωσε,
» — Νύχτωσε κ' η ζωή μου. —
» Πήγα τον Όρθρο 'ς το ναό,
» Κάμνω την προσευχή μου,
» «Χριστός Ανέστη» άρχισα
« Με τους πιστούς να ψάλλω.»

« Χριστός ανέστη! έψαλλα,
» Και πάντα με το νου μου.
» Αναστηθήτω η Ελλάς!
» Ευχόμουν. Κοινωνάω
» Τα άχραντα μυστήρια,
» Τα τέκνα μου 'βλογάω.
» Κ' έξαφνα βλέπω την Τουρκιά
» Τριγύρω του ναού μου.»

« Τη λειτουργία σκόλασα.
» Με παίρνουνε, μ' αρπάζουν,
» Με κλείσανε, 'ς τη φυλακή
» Τα σίδηρα μου βάνουν
» Με δέρουν, άλλοι με χτυπούν,
» Ασχημισμούς μου κάνουν,
» Άλλοι με μαστιγόνουνε,
» Και άλλοι με χλευάζουν.»

« Τέλος με βγάζουν, μ' οδηγούν
» Μες 'ς τα πατριαρχεία.
» Με φέρνουνε στη μεσανή
» Τη θύρα που μεγάλη
» Τριχιά κρεμώντανε. Μ' αυτή
» Μου δέσαν το κεφάλι
» Απ' το λαιμό. Και η ψυχή
» Μου πέταξεν αγία.»

Το λόγο δεν απόσωσε.
Απ' το πλευρό του τότε
Σηκώθηκε της πόλεως
Τ' Αδριανού ο ήρως, (8).
Και λέγει «Μήπως κ' εις εμέ
» Δεν έπεσε ο κλήρος
» Κρεμάλας; Δεν μ' εκρέμασαν
» Άνομοι στρατιώται;»

Αντίκρυ του, σαν όμορφο
Άγαλμα του Φειδίου,
Καθόντανε σε μάρμαρο
Εκείνος ο μεγάλος
Της Αλαμάνας ήρωας,
'Σαν Λεωνίδας άλλος,
Ο Διάκος,(9) ο καταστροφεύς
Κ' εχθρός του Κορανίου.

Κυττάζει όλους μια φορά
Μ' αστραπηβόλα μάτια,
Και με μια σοβαρότητα.
Το ζέρβιο χέρι βάνει
Μες το ζερβί του το πλευρό.
Βγάζει το γιαταγάνι,
Και λέγει: «Αδέλφια, βλέπετε;
« Γίνηκε δυο κομμάτια»

« Αυτό το γιαταγάνι μου,
» Κι' αυτό το τσακισμένο
» Τουφέκι μου· θα μαρτυρούν
» Πάντα το θάνατό μου,
» Το θάνατό μου το σκληρό,
» Και το μαρτύριό μου
» Μες 'ς τ' Αλαμανογέφυρο,
» Το τόσο δοξασμένο.»

« Άκουσα ότι 'ς τα βουνά
» Μαύρη Τουρκιά πλακώνει,
» Ότι Σκοδριάνους διαλεχτούς
» Δέκα οχτώ χιλιάδες
» Από κοντά τους φέρνουνε
» Δυο λύκοι, δυο πασσάδες
«'Κειός ο Κιοσσέ Μεχμέτ-πασσάς,
» Με τον Ομέρ-Βριώνη.»

« Έμεινα με σαράντα οχτώ
» Συντρόφους, παλληκάρια.
» Την Αλαμάνα (10) πιάσαμε.
» Ανάφτει το τουφέκι
» Και κάθε, κάθε μας φωτιά
» Ήταν αστροπελέκι.
» Τρεις ώραις πολεμήσαμε
» Πίσω 'πό τα λιθάρια.»

« Τη μια χιλιάδα των Τουρκών
» Σκορπίζαμε, κ' η άλλη
» Πυκνότερη μας πλάκωνε.
» Σκορπιόντανε κ' εκείνη,
» Και 'πίσω της άλλη φωτιά
» Άναφτε 'σάν καμίνι,
» Κ' ημείς τους εσκορπίζαμε;
» Με λύσσα και με ζάλη.»

« Τα βόλια μας επέφτανε
» Ζεστά 'ς τους Οσμανλίδες,
» Κ' εκείνοι στρόνονταν 'ς τη γη.
» — Παιδιά! μη φοβηθήτε,
» Παλληκαράδες, φώναξα,
» Σαν Έλληνες σταθήτε!
» Κτυπάτε! μη σας φύγουνε
» Της νίκης αι ελπίδες! . — »

« Φλογίσθη το τουφέκι,
» Και σχίσθηκε 'ς τη μέση.
» Τότε ορθός πετάζομαι,
» Τη σπάθη μου γυμνόνω,
» Και 'μπαίνω μέσα 'ς την Τουρκιά
» Και σφάζω, και σκοτόνω,
» Κι' Ομέρ Βριώνης γλύτωσε
» Απ' το σπαθί να πέση.»

« Άξαφνα μούρθε τουφεκιά,
» Σα φλογερό χαλάζι
» Τσακίσθηκε κ' η σπάθη μου
» Και το δεξί μου χέρι,
» Αδειάζω τα πιστόλια μου,
» Και 'φώναξα 'ς το ασκέρι
» Να με σκοτώσουνε. Κανείς
» Δε μ' απαντάει, δεν κράζει.»

« Έπεσα τότε ζωντανός
» Στους Τούρκους, και μ' αρπάζουν.
» Στη μέση τους με βάλανε
» Οι άπιστοι φονιάδες,
» Χιλιάδες 'μπρος και 'ς τα πλευρά,
» Και πίσω μου χιλιάδες.
» Μου λέγουν Τούρκος να γενώ,
» Και χρήματα μου τάζουν.»

« Κι' Ομέρ — Βριώνης μυστικά
» Μ' ερώταγε 'ς το δρόμο:
» — Γίνεσαι Τούρκος, Διάκο μου,
» Τη πίστι σου ν' αλλάξης,
» Να προσκυνήσης 'ς το τζαμί,
» Και το Αλλάχ! . . . να κράξης; —
» Κ' εγώ πικρά τον ύβριζα,
» Και πήρε φόβο, τρόμο.»

« Πάτε και σεις, κ' η πίστι σας,
» Μουρτάριδες, χαθήτε,
» Διάκος εγώ γεννήθηκα,
» Και Διάκος θα πεθάνω.
» Δε θέλω τη θρησκεία σας,
» Και τα φλωριά τα χάνω
» Πέντ' έξ ημέραις τη ζωή,
» Αν θέλετε, μ' αφήτε.»

« Λυσσάζουν από το θυμό
» Οι σκύλοι. Με περνούνε
«'Σ ένα ελάτινο σουβλί,
» Ολόρθονε με σταίνουν,
» Φωτιά με ξύλ' ανάφτουνε,
» Και 'ς τη φωτιά με ψένουν
«'Σάν το κριάρι. Και ψητόν
«'Στό λόγκο με πετούνε.»

Είπε και σιωπή βαθειά
Όλους εκεί πλακόνει.
Όλοι το Διάκο άκουγαν.
Κανένας δε μιλάει.
Κρυφά, σιωπιλά ο είς
Τον άλλονε τηράει.
'Σ την σιωπή σηκόνεται
Ο υιός του Κολοκοτρώνη. (11)

Εκείνος, όπου 'ς το βουνό
Της Μάνιας Ραμοβούνι
Είδε τον Ήλιο, κ' έπιε
Άρκτου αγρίας γάλα·
Εκείνος, όπου 'ς την Τουρκιά
Τόσα κακά μεγάλα
Έφερε 'ς το Βαλτέτσιον
Και εις το Κορμοβούνι. (12)

Αρχίζει με την βροντερή
Κι' άγρια λαλιά του,
Να λέγη πόσους έσφαξε
Με το Μαυρομιχάλη
Τούρκους εις το Βαλτέτσι και
'Στό Χρυσοβίτσι. . . . Άλλη
Ακούσθκε Άρεως φωνή,
Άρεως στρατηλάτου.

Κ' επρόβαλεν ο Οδυσσεύς (13)
Τ' Ανδρούτζου, ο ταχύπους.
'Κειό το λεοντάρι της Γραβιάς,
'Σάν άλλος της Τρωάδος,
Και της Ιθάκης Οδυσσεύς.
Ο πύργος της Ελλάδος! . . .
Τον είδα! . . . Κρύους της καρδιάς
Ησθάνθηκα τους κτύπους! . . .

Επρόβαλε 'ψηλός, ψηλός,
'Σάν το βουνό του Τμάρου.
Με λάσια τα στήθια του,
Και τριχοτουφωμένα,
'Σάν όρος, που κοντόκλαδα
Σκεπάζουν πυκνωμένα.
'Σάν την εικόνα φαίνονταν,
Και την μορφή του Χάρου.

Το μέτωπο ψηλό, πλατύ.
'Σα χιονισμένος βράχος·
Και το παχύ μουστάκι του,
'Σάν λόγκος απλωμένο,
Εσκέπαζε το στόμα, που,
'Σα βρύσι ανοιγμένο,
Έχυνε λόγους φλογερούς.
Τέτοιος ο Τουρκομάχος·

Τέτοιος εκείνος πρόβαλε.
Το Διάκο χαιρετάει,
Και λέγει: «Διάκο μ', αδελφέ,
« Μες 'ς της Γραβιάς το χάνι
» Εγώ σ' εξεδικήθηκα.
» Εκεί οι Μουσουλμάνοι
» Τους έκαμε ν' αφήσουνε
» Πολλούς η γη να φάη.

« Μες' των Αγράφων τα βουνά
» Βρισκόμουν, και μαθαίνω
» Το θάνατό σου το σκληρό.
» Τότε καιρό δε χάνω·
» Πετάω 'σάν την αστραπή
» Απ' τα βουνά απάνω,
» Και φθάνω κάτω 'ς τη Γραβιά
» Και μες 'ςτό χάνι 'μπαίνω.»

« Μπαίνω 'ς το χάνι, Κλείσαμε
» Ταις θύραις με λιθάρια.
» Είμασθ' εκατόν είκοσι.
» — Παιδιά!, τους λέγω, πέρα
» Κυτάτε, Τούρκοι έρχονται
» Πολλοί, αυτή τη 'μέρα
«'Στο χώμα θα τους στρώσωμε
» Νεκρ' άψυχα κουφάρια! »

« Ομέρ-Βριώνης κι' ο Κιοσσέ
» Μεχμέτ-πασσάς διαβαίνουν
» Το ποταμάκι της Γραβιάς
» Με δώδεκα χιλιάδες.
» Από μακριά τους φώναζα:
» — Παλιαιότουρκοι! . . . Αγάδες!
» Σταθήτε! . . . Πού πηγαίνετε; . . . —
» Όμως αυτοί προβαίνουν.«

« Προβαίνουν με πεποίθησι,
» Ότ' ήθελε μας σβύσει
» Η τόση πούφεραν Τουρκιά,
» Και πριν ξαναφωνάξω,
» Δερβίσης μ' αποκρίνεται:
» — Τ' Αλλάχ! . . . παντού να κράξω
» Πηγαίνω! — Πρώτο μες 'ς τη γη
» Έρριξα το Δερβίση.»

« Ομέρ-Βριώνης λύσσαξε,
» Σαν κύταξε το αίμα
» Πνιγμένον το Δερβίση του.
» Προστάζει 'ς το πλευρό του
» Το σαλπιγκτή και γύρω του
» Μαζόνει το στρατό του.
» Και μες 'ς το νάνι έρριψε
» Ειρωνικό ένα βλέμμα, »

« Και λέγει: — 'Κείνο βλέπετε
» Το μονωμένο χάνι; . . .
» Πλιθάρι μην αφήσετε.
» Απάνω σε πλιθάρι.
» Κι' αφ' όσους είναι μέσα του
» Μη μείνη ούτε ποδάρι. —
» Αυτά προστάζει. Και με μιας
» Από 'μπροστά τους χάνει.»

« Σηκόνεται ο κορνιαχτός,
» Σα σύγνεφο αναβαίνει.
» Ωσάν αντάρα πνιγηρή,
» Θολόνει τον αιθέρα.
» Κι' ο Ήλιος εσκοτίδιασε.
» Κ' εθάμβωσε τη 'μέρα.
» Παρά κοντά του πλάκωναν
» Οι Τούρκοι λυσσαμένοι.»

« Ακούεται βαρύδουπο
» Το γλίγωρό τους βήμα.
» Λαμποκοπάν αι λόγχαις των,
» Ποικίλα κυματίζουν
» Τα 'μισοφέγγαρα. Γοργά
» Τ' άλογα χλιμηντρίζουν
» Κι' αγρεύουνε ταις χαίταις των,
» Που λες κ' έρχεται κύμα.»

« Μπροστά, μπροστά ερχόντανε
» Ολόμαυρη πεζούρα·
» Τσιάμιδες Γκένγκαι, Αλβανοί
» Τότσκιδες, Σκοδριάνοι.
» Παρά κοντά τους ιππικό
» Αμέτρητο. Στο χάνι
» Φθάνουν σιμά και ρίχνονται,
» Φωνάζουν Γιούρρα!! . Γιούρρα!!

« Και ρίχνονται όλοι μαζή,
» Και λες θα το χασμώσουν.
» Αλλά σαν το ηφαίστειο
» Της Αίτνας, όταν βγάνη
» Ταις φλόγαις, έτσι ανάλαμψε
» Κ' εβόγγισε το χάνι,
» Και βόλια πέταξαν ζεστά,
» Τους Τούρκους να βουλήσουν.»

« Αφίνουν ίππους κατά γης,
» Αφίνουνε ανθρώπους,
» Κι' άλλοι 'ς τους λόγκους σκόρπισαν,
» Άλλοι πίσω γυρίζουν,
» Τους βλέπουν οι Πασσάδες τους,
» Ροιάζοντας, αχνίζουν,
» Φωνάζουν, και τους γύρισαν
«'Σ τους 'ματωμένους τόπους.»

« Δεύτερη κάμνουν έφοδο
» Χειρότερα παθαίνουν.
» Και τρίτη τότε κάμνουνε,
«'Νικήθηκαν· Νυχτόνει·
» Ω, μόλις επτακόσιοι
» Τριγύρω του Βριώνη
» Μένουν, και πολιορκηταί
» Ηθέλησαν να γένουν.»

« Το χάνι μας πολιορκούν
» Όλην τη νύχια. Στέλλει
» Και 'ς τη Λαμία ο Ομέρ
» Πυρόβολα να φέρη . . .
» Αλλά! . . . τη θύρ' ανοίγομε,
» Φεύγομε 'ς άλλα μέρη.
» Τη χαραυγή τους μέτρησα,
» Μας έλειπαν έξ μέλη.»

« Η φήμη 'ς την Κυβέρνησι
» Αναστατώσεις κάμει.
» Μου πέρνουνε τη στρατηγιά,
» Με κάμνουν εξωμότη . . .
» Αλλά! . . . και πάλι μ' έβαλαν
«'Σ τη θέσι μου την πρώτη,
» Όταν 'ς τα όρη η Τουρκιά
» Φάνηκε του Βαϊράμη.»

«'Σταίς Θερμοπύλαις πέταξα,
«'Στό δρόμο τόνε πιάνω,
» Και του σκορπίζω το στρατό.
» Και τον αναστατόνω.
» Ω, . . . τότε 'ς την Αθήνα μας
» Νέους εχθρούς σηκόνω
» Απάνω μου. Τη θέσι μου
»'Τ αξίωμά μου χάνω,»

« Σεις! πρώτοι, σεις αδέλφια μου,
» Γκούρα (14) μου· και Κωλέτη,(15).
» Σεις, πρώτοι σεις σκωθήκαταν
» Απάνω μου. Σεις πρώτοι
»'Στή φυλακή μ' ερρίξαταν
» Μ' εκάματαν δεσμώτη!
» Σεις, πρώτοι του θανάτου μου
» Γενήκαταν οι αίτιοι! . . .»

Και να!, όλος γεράματα
Με 'σκορπισμένη χαίτη
Σηκόνετ' ένας γέροντας.
'Σάν έλατ' ωρθωμένο.
Με μέτωπο 'περήφανο.
Κι' απάνω χιονισμένο.
Ωσάν του Πίνδου τα βουνά.
Γνωρίζω τον Κωλέττη.

Το δεξί χέρι 'πρότεινε,
Τον Οδυσσέα αρπάζει.
Τον σφίγγει μες 'ς την αγκαλιά,
Και τον φιλεί 'ς το στόμα,
Και λέγει: «Οδυσσέα μου! . . .
» Μ' εχθρεύεσαι ακόμα; . . .
» Ακόμα δε μ' εσχώρεσες; . . .»
Κι' ο Οδυσσεύς φωνάζει

Όλος χαρά και δάκρυα
'Σ το λόγο του Κωλέττη:
« Κωλέττη μου! . . . πατέρα μου!
« Σ' έχω συγχωρημένο,
» Αφ' όταν το κουφάρι μου
»'Βρέθηκε κρεμασμένο
« Μες την ψηλή Ακρόπολι. . . .
» Μην έχης πλειό σεκλέτι.»

Σιγάνε και σηκόνεται
Ο υιός της Καλογραίας (16),
Της Άρτας το προπύργιο.
Φαγάς των Οσμανλίδων,
'Σηκώθηκε κ' εσείσθηκεν
Ο τόπος. Των Ατρείδων
'Σάν να επρόβαλε κανείς,
Ή ο φρικώδης Αίας.

« Για ακούστε, λέγει, αδέλφια μου,
» Και τη 'δική μου νειότη.
» Ταις μάναις, όσαις έκαμα
» Μες 'ς τη ζωή μου όλη,
» Και 'ς τη στερνή πώς μ' έφαγε
» Το φλογισμένο βόλι.
» Το πρώτο μου πολέμησα
«'Σ το έρμο το Κομπότι.»

« Εκεί, παιδιά, πληγώθηκα.
«'Πήγα 'ς το Μακρυνόρος.
» Πολέμησα και γύρισα..
«'Σ την Άρτα πολεμάω.
« Φεύγω 'πό 'κεί 'ς τη γέφυρα
» Του κόρακα νικάω.
«'Σ το Μεσολόγγι γύρισα
» Για Τούρκους αιμοβόρος.»

« Το Μεσολόγγι τωύρηκα
» Κι' αυτό τότε 'ς την πτώσι.
» Σηκόνομαι 'ς τη γενική
» Εκείνη αθυμία,
» Βγάζω το δαμασκί σπαθί,
» Κι' ανάφτω με μανία
» Τον πόλεμο. Τούρκους κ' εκεί
» Πολλούς έχω σκοτώσει.»

« Σε λίγαις 'μέραις 'κίνησα
» Με τέσσαρες χιλιάδες,
» Και 'ς του Χαϊδάρη τα βουνά
» Όλο μανία φθάνω.
» Βάνω σε τάξι τα παιδιά
«'Κει, και τη θέσι πιάνω.
» Γιατ' έρχονταν ο Κιουταχής(17).
» Μ' όλο Αρβανιτάδες.»

« Δέκα χιλιάδες έσερνε
» Πεζούρα και καβάλλα,
»'Σάν άναψεν ο πόλεμος
» Κι' άρχισε το τουφέκι,
» Τουρκαλβανός δε μπόρεσε,
» Μπροστά μας πλειό να στέκη.
» Γυρίζουν 'πίσω τα σκυλιά,
» Το βάνουν 'ς τη φευγάλα.

«'Σ τη Δέμβρονα επέταξα,
» Τους Τούρκους εκεί κλείω
» Στο κάστρο. Τους πολιορκώ.
» Κ' εκείθε 'ς τη Δομβραίνη
» Τσακίζω το Μουστάμπεη.
» Από το Τεπελένι.
» Και γλήγωρα 'ς το Δίστομο
» Σε 'μέραις φθάνω δύο.»

« Το Γιώργη Βάγια πρόσταξα,
» Το Γρίβα Γαρδικιώτη,
» Να πιάσουνε τη Ράχωβα
» Με πεντακόσιους άλλους.
» Έρχεται ο Μουστάμπεης,
» Κ' είχε σκοπούς μεγάλους:
» Να τους αφήση κατά γης
» Στην έφοδο την πρώτη »

« Τρομάρα του! Δεν πρόφθασε
»'Στή Ράχωβα να φθάση,
» Βροχή τον πνίγει φλογερή,
» Φωνάζουν σα δαιμόνοι
» Οι Τούρκοι. Πέφτουνε 'ς τη γη.
» Σκούζει αυτός, θυμόνει!..·
» Τα μετερίζια αστράφτουνε,
» Βαρειά βογγούν τα δάση» .

« Ήσαν αμέτρητοι αυτοί.
» Έπεφταν 'σάν κοράκοι,
» Όταν ψωφίμι νοιώσουνε.
» Και πέφτουνε κοπάδι
» Αλλ' οι παρέκει κυνηγοί
» Τους στρώνουν 'ς το λειβάδι·
» Έτσι κ' οι Τούρκοι. Γέμισαν
» Αι ρεμματιαίς κ' οι λάκκοι.»

« Ψηλά 'ς της μάχης το βρασμό,
»'Σ της μάχης την αντάρα,
» Να! και πλακόνω λαίμαργος,
» Για αίμα διψασμένος,
«'Σάν σε βουβάλια λέοντας
» Ρίχνεται λιμαγμένος...
» Με βλέπουνε οι άπιστοι,...
» Τους έπιασε τρομάρα.»

« Μ' είδαν...Χαλνούν ταις τάξεις των
» Φεύγουνε σκορπισμένοι.
» Και 'ς ένα λόφο κλείσθηκαν,
» Κ' εκείθε 'ξεφαντώνουν.
» Αρχίζει πάλι η σφαγή.
» Η σπάθαις μας σκοτώνουν
» Χίλιους τρακόσιους, οι λοιποί
»'Βρέθηκαν 'σκλαβωμένοι.»

« Βρισκόμουνε 'ς τα Κράββαρα.
» Μαθαίνω πως κινήσαν.
» Τούρκοι με τον Ομέρ-πασσά
» Το Δίστομο να πιάσουν,
» Πετάω 'κείθε 'σάν αετός.
» Φθάνω πριν 'κείνοι φθάσουν,
» Και τους τουφεκοχτύπησα.
» Οπίσω τους γυρίσαν.»

« Είκοσι μέραις πόλεμο,
» Είκοσι μέραις πάλη.
» Την εικοστήν κατάφαγα
» Των Τούρκων ταις χιλιάδες.
» Όλο τους το στρατόπεδο
» Τους πήραμε. Οι Αγάδες
» Φεύγουνε 'δώ, φεύγουνε 'κεί,
» Και δεν γυρίζουν πάλι.»

« Μαθαίνω· η Ακρόπολι
» Κινδύνευε να πέση
»'Σ του Κιουταχή τα χέρια.
» Πιάνω 'κεί μετερίζι,
» Αλλ' εγώ πέφτω άρρωστος
» Ο Πόλεμος αρχίζει.
» Και τη σκηνή μου κλείσανε
» Οι Τούρκοι μες 'ς τη μέση.»

« Και άρρωστος 'πετάχτηκα
» Με το σπαθί μου έξω.
» Βλέπω τα παλληκάρια μου
» Να φεύγουνε. Θυμόνω,
» Ορμώ ς' τους Τούρκους από 'δώ,
» Και από κει σκοτόνω,
» Και η Μοίρα μου με έφερε
» Στη μέση του να μπλέξω

«'Στή μέση του το ιππικό
» Του Κιουταχή με βάζει.
» Να σφάζω τότε πόστασα,
» Κόφτεται η δύναμί μου,
» Και τέλος...βόλι εχθρικό
» Μου παίρνει την ψυχή μου.»
Δε σκόλασε· κι' ο Μπότσαρης
Ο Μάρκος(18), τον φωνάζει.

« Καραϊσκάκη! κύταξε
» Το μαύρο μέτωπό μου,
» Και παρατήρα τη βολή,
» Που μ' έκαμε το βόλι,
» Και άκουσέ με να σου πω,
» Εις τη ζωή μου όλη
» Πόσαις φοραίς πολέμησα
» Τον άνομο εχθρό μου.»

«Πρώτα, πρώτα πολέμησα
«'Σ το Σούλι, 'ς την πατρίδα.
» Και 'ς τους Κουμτζάδες ύστερα,
» Στα πέντε τα Πηγάδια,
» Κ' εκεί ς' τα Γιάννινα σιμά
» Γέμισαν τα λαγκάδια.
» Με γενιτσαροπτώματα.
» Εκεί! τον Άρη είδα.»

» Εκείθε μες 'ς την Κοσμηρά
» Πλάκωσα λυσσασμένος,
» Κόκκινο αίμα Τούρκικο
» Να πιω και να ρουφήξω.
» Τριγύρω τους τ' ασκέρι μου
» Άρχισα να ξανοίξω,
» Κ' εγώ 'ς τη μέση χύθηκα,
«'Σάν λύκος πεινασμένος.»

«Τους έσφαξα. Και πέταξα
«'Σάν αστραπή 'ς την Πλάκα.
» Πιάνω καρτέρι των Τουρκών
» Κ' ήθελα τους χαλάσει,
«'Στο χέρι αν δεν πληγώνομαν,
» Και μ' έφυγαν 'ς τα δάση.
» Φεύγω 'πό 'κεί και έφθασα
«'Στο Σούλι μου, 'ς τη Λάκκα.»

« Σώζω το Σούλι 'πό φωτιά.
»'Σ την Ρούμελη πετάω.
» Μαυροκορδάτος σήκονε
»'Πανάστασις σημαία,
» Κ' έσερνε για την Ήπειρο
» Παλλήκαρα γενναία.
» Πήγα κ' εγώ από κοντά,
»'Σ την Πέτα (19), πολεμάω.»

« Εννιά χιλιάδες Αλβανοί
» Από την Άρτα βγήκαν,
»'Κ' είχανε το Ρεσίτ-πασσά
» Μεγάλον αρχηγότους.
» Αρχίνησεν ο πόλεμος,
» Νικήσαμε τους πρώτους·
»'Σ τη δεύτερη την έφοδο....
» Ω,... νικηταί μας βγήκαν.»

« Η άτιμη η προδοσιά
»Του Γώγου του Μπακώλα
» Μας έφαγε. Μας έκαμε
» Να βγούμε 'ντροπιασμένοι
» Φώναζα γω δεν μ' άκουγαν.
»'Σ το λόγκο σκορπισμένοι
» Φεύγουν. Τα παλληκάρια μας
» Εφοβηθήκαν όλα.»

«'Στο Μεσολόγγι πέρασα
» Τότ' έρημος, μονάχος.
» Ξημέρωναν Χριστούγεννα
» Γιορτάσαμε τη μέρα
» Με του Βριώνη τη σφαγή·
»'Στή μάχη την υστέρα,
»'Σ ταις βόμβαις του καθόμουνε
«'Στή ντάπια μου 'σα βράχος.»

« Την άλλη μέρα κίνησα
» Πήγα 'ς το Καρπενήσι.
» Βλέπω του Μουσταφά-πασσά
» Της Σκύδρας να ασπρίζουν
» Πυκναίς σκηναίς 'ς το Κάρλελι.
» Προστάζω και χωρίζουν
» Οι άλλοι μου οι σύντροφοι,
» Να πάγουνε 'ς τη Βρύση.»

« Εγώ προς 'ς τα μεσάνυχτα,
» Πριν νάβγη το φεγγάρι,
»'Μπαίνω 'ς τη μέση του στρατού,
» Πούτανε τρεις χιλιάδες,
» Γυρίζω το στρατόπεδο
» Για ναύρω τους Πασσάδες,
» Με μόνο, μόνο το σπαθί
»'Σ το χέρι, 'σα λεοντάρι.

«'Βρίσκω 'ςτή μέση τη σκηνή.
» Τη λαμπροστολισμένη.
» Σηκόν' ολόρθον τον Πασσά.
» Τον σφάζω. Αλλά μ' ευρήκε
» Βόλι 'ς το μέτωπο ζεστό
» Και μες 'ς τη γη μ' αφήκε.
» Τρέχουν μ' αρπάζουν τα παιδιά.
» Και η ψυχή μου βγαίνει.»

«'Σ το Μεσολόγγι, Μάρκο μου.
» Θυμάσαι; 'ς το πλευρό σου
» Πολέμησα!.» Χωρίς, χωρίς
Να σηκωθή ο Γρίβας
Ο Θοδωράκης (21)· φώναξε,
Άλλος νέος Αννίβας.
« Και πόσαις μάχαις έκαμα
» Μετά το θάνατό σου!...»

» Μες 'ς το Βραχώρι πάλεψα.
»'Σαυτό το Μακρυνόρο,
» Μες 'ς το Λουτράκι 'σκόρπισα
» Τους Τούρκους, 'ς το Κομπότι,
»'Στήν Πέτα πήρα την πληγή
» Εκείνη μου την πρώτη.
»'Σ τη Σοροβίλλα πλήρωσαν
» Οι Τούρκοι, πολύ φόρο.»

«'Στά Γιάννινα, 'ςτό Κουτσελιό
» Κόντεψα να ντροπιάσω
» Τα όπλα μου, 'ς το Κουτσελιό,
»'Σ εκειό το ρημασμένο,
» Είδα το μνήμα μου εκεί
» Να χάσκη ανοιγμένο (1)
» Εκεί τη δόξα κόντεψα
» Την τόση μου να χάσω.»

« Μέσα 'ςτο σπήτ' ενός παππά
» Το βράδ' είχα κονέψει,
» Είχα παιδιά κλεφτόπουλα,
» Τρακόσιους σταυροφόρους.
» Όλους λεβέντες διαλεχτούς
» Όλους ανδρειφόρους,
» Παιδιά, 'π 'όλη τους τη ζωή
»'Στή μάχ' είχαν 'ξοδέψει.»

«'Σάν 'τ άκουσε ο Αβδή-πασσάς
» Πέντε χιλιάδες σέρει,
» Και 'βγαίνει 'πό τα Γιάννινα
» Όλος χαρά το βράδυ,
» Κοντά προς τα μεσάνυχτα
» Μ' ένα βαθύ σκοτάδι . . .
» Τα κοντοράχια έπιασε
» Του Κουτσελιού τ' ασκέρι. .

« Εκειό το βράδυ 'μάλωσα
» Βαρειά με το παιδί μου,
» Το Δημητράκη, ήλθαμε
«'Σε σκοτωμό. Μ' αφίνει
» Και πήγε μες 'ς την Εκκλησιά
» Με εκατό. . . Να γίνη
» Σωτήρ μου δεν το ήλπιζα . . .
» Να σώση την ζωήν μου.»

«'Ξημέρονε Παρασκευή
» Κρύα, παταγωμένη,
» Γιατί τη νύχτα έβρεχε,
» Και είχε πέσει χιόνι
»'Ψηλά 'ς του Πίνδου τα βουνά.
» Ξυπνάω. 'Ξημερόνει. . . .
» Βρισκόμαστε ολόγυρα
» Απ ' την Τουρκιά κλεισμένοι.»

« Βλέπω· ταις ράχαις έπιασε
» Το Τούρκικο τ' ασκέρι,
» Κανόνια τρία 'στήθηκαν
»'Σ τη Μύτικ' αντικρύ μας,
» Αλόγατα χλημίντριζαν
»'Στούς κάμπους. . . Τη ζωή μας,
» Εις του Θεού αφήκαμε
» Το έσπλαχνο το χέρι.»

« Αρχίζει τότε ο πόλεμος.
» Αστράφτει το τουφέκι
» Ανάφτουνε τα χέρια μας
» Πώπιαναν τα τρομπόνια.
» Βογγούν οι λόγκοι απ' ταις βρονταίς
» Που βγάζουν τα κανόνια
»'Σ τα σίγνεφα πετάγονται
» Βόμβαις 'ς αστροπελέκι,»

« Μέσα 'ς τα σπήτια ανοίγομε
» Μασγάλια, μες 'ς τους τοίχους,
» Αμέτρητους γκρεμίζουμε,
» Τους πνίγομε 'ς το αίμα,
» Τους στρώνομε 'ςτά χώματα.
» Κι' αυτού κοντά 'ς το γέμα,
» Τρομπέταις 'πό την Εκκλησιά
» Ακούσαμε τους ήχους.»

« Μ' έκραζε 'πό την Εκκλησιά
» Ο υιός μου Δημητράκης:
» — Καρδιά, πατέρα! μ' έλεγε,
» Οι Τούρκοι μη σε σκιάζουν,
» Ας είναι τόσοι· Βάστα συ
» Τον πόλεμο· Ας ριάζουν
»'Σα λύκοι. Βάστα! Γρίβας συ
« Αν είσαι Θοδωράκης!»

« Μη σκιάζεσαι, πατέρα μου.
» Τα τόπια τους τ' αφίνω
» Γυμνά 'πό άνδρες. — Σώπασε
» Η σάλπιγγα, θαρρεύω.
«'Σάν λεοντάρι άναψα.
» Έξω να 'βγώ γυρεύω,
» Και δε μ' αφίνουν τα παιδιά.
» Μου λεν' εκεί να μείνω.»

« Μένω. Με λύσσα ρίχθηκα
«'Στόν πόλεμο απάνου,
» Κ' εξάπλωνα 'ς τη μαύρη γη
» Τα Τούρκικα κουφάρια
»'Σάν όρνια. Κοκκινήσανε
» Τα κάτασπρα λιθάρια,
» Τα χόρτα και τα χώματα
»'Σ το αίμα του τυράννου.»

«'Σ τους Τούρκους επετούσανε
» Τα βόλια 'σα βροχούλα.
» Ο πόλεμος εκράτησε
» Απ' το πρωί 'ς το βράδι,
» Κοπάδι Τούρκους έστειλα
»'Σ τον σκοτεινό τον Άδη.
» Ο Λάμπρο Ζήκος 'φώναξεν
» Από ψηλή ραχούλα: »

« Γρίβα μου, βάστα τη φωτιά
» Ως να καλονυχτώση.
» Φέρνω Λακκιώταις διαλεχτούς.
» Διακόσιους λεβεντάδες. —
»'Σάν τ' άκουσε ο Αβδή-πασσάς,
» Μαζόνει τους Αγάδες.
» Την νύχτα δεν καρτέρησαν,
» Φεύγουν 'ς του Ηλιού τη δύσι.»

« Φεύγουνε, και 'ς τα Γιάννινα
»'Μπαίνουνε 'ντροπιασμένοι.
» Χίλιους νεκρούς αφήκανε
»'Σ του Κουτσελιού τη μάχη. . .
» Τη νύχτα φεύγω. Έφθασα
»'Σ του Μέτσοβου τη ράχη,
» Κοντά 'ς το γλυκοχάραγμα,
» Που ο πετρίτης 'βγαίνει.»

« Κ' εκεί με του Αβδή-πασσά
» Τ' ασκέρια πολεμάω.
» Τα καταστρέφω. Έφυγα
«'Σ το 'Νάπλι κατεβαίνω.
» Και από αρχιστράτηγος
» Στρατάρχης ανεβαίνω.
» Εκεί 'πεθνήσκω. Τούρκους πλειό
» Δεν 'μπόρεσα να φάω.»

Ο Γρίβας εσιώπησε.
Και ώρα δεν περνάει,
Κι' ακούγεται η βροντερή
Του Λάμπρου του Τζιαβέλλα (22)
Και αγριόβραχνη φωνή:
« Παιδιά! . . . Τη φουστανέλλα
» Κυτάξατέ μου, τη λερή,
» Τι βόλια έχει φάει . . .»

« Αν αρχινήσω και σας 'πω
» Ταις μάχαις πώχω κάμει
» Τι θε να 'πήτε;» — » ω, . . κ' εγώ
» Αν θα σας 'πω, παιδιά μου
» Το πώς μου 'τσάκισε ο Αλή
» Πασσάς τα κόκκαλά μου,
» Φώναξε ο Δράκος,(23)· θα χυθούν.
» Τα δάκρυα σας ποτάμι.»

« Βελεστινέ (24)· μου! Ρήγα μου!. . .
» Έκραζε ο Κιτσαντώνης, (25)·
» Καθένας τους αρχίνησε
» Να δείξουν την ανδρεία,
» Ένα τραγούδι πάρε μας
» Για την Ελευθερία,
» Συ! που με το τραγούδι σου
» Τη φύσι βαλσαμόνεις.»

Το λόγο του ενέκριναν
Κι' ο Βότσαρης ο Νότης,(26),
Φώτος(27) Τζαβέλλας, Πανουριάς, (28)
Νέγρης,(29) Αλέξης Νούτσος,(30)
Μαυρομιχάλης,(31) Κρεββατάς,(32)
Και Νοταράς Πανούτσος,(33)
Μιαούλης,(34) Αναγνωσταράς,(35)
Κανάρης,(36) Δυοβουνιώτης.(37)

Ο Ρήγας εσηκώθηκε,
Παίρνει τον ταμπουρά του.
Γλυκοβαρεί τον ταμπουρά,
Και ψιλοτραγουδάει:
« Παιδιά μου! ήλθ' η άνοιξι,
» Τ' αηδόνι τραγουδάει,
» Φωνάζει ο κούκος 'ς τα κλαριά
» Κι' ανοίγει τα φτερά του.»

« Παιδιά μου! ήλθ' η άνοιξι,
» Η γη βγάζει χορτάρι,
» Ανθίζουν όλα τα κλαριά,
» Οι κάμποι λουλουδιάζουν.
» Οι λόγγοι όλοι 'φούντωσαν,
» Και τα πουλιά φωλιάζουν.
» Τι καρτερείτε, βρε παιδιά!
» Χειμώνας να μας πάρη; ...»

« Άλλο μην περιμένετε.
» Γιατ' ήλθε η χρονιά μας·
» Ν ' αφήσουμε τα πρόβατα.
» Με τα λαμπρά κουδούνια,
» Και ν' ανεβούμε 'ς τα βουνά.
«'Ψηλά 'ς τα κορφοβούνια.
» Ν' αφήσουμε τα σπήτια μας,
» Τη δόλια φαμηλιά μας.»

« Ήλθε καιρός να πάρωμε
«'Σ την πλάτη το τουφέκι,
» Και γιαταγάνι 'ς το πλευρό,
» Πιστόλια 'ς το σελιάχι,
» Και 'ςτά ποδάρια μας φτερά...
» Πού ξέρουμε τι θάχη
» Η μαύρη μοίρα μας γραφτά,
» Ποιος 'ξέρει πού μας πλέκει.»

« Βλέπετε!.. Δούλοι είμαστε.
» Τινάξτε, τη δουλεία! . .,
» Τους Τούρκους τους δουλεύουμε
» Εις ό,τι κι' αν μας 'πούνε,
» Κι' αυτοί τηράνε,. . τα σκυλιά! . .
» Το αίμα μας να πιούνε.
» Εμπρός! Παιδιά μου, θ ά ν α τ ο ς
» Πέτε, ή λ ε υ θ ε ρ ί α!»

» Ελάτε όλοι 'ς το Σταυρό
» Εδώ να ορκισθούμε,
» Ότι 'ς όλη μας τη ζωή
» Τον Τούρκο θα κτυπάμε,
» Και θα τον καταδιώχνουμε,
» Και 'ς τα βουνά ας πάμε.
» Εκεί 'ς τα πεύκα, 'ς ταις οξιαίς
» Τη 'λευθεριά θα 'βρούμε!»

« Αδέλφια!...Τι μας ωφελεί
» Να ζήσωμε ραγιάδες;...
» Βεζύρ, Αφέντης κι' αν σταθής,
» Ο Τούρκος θα πασχίση
» Αδίκως να καταστραφής.
» Τη δίψα του να σβύση
«'Σ το αγιασμένο αίμα σου.
» Οι άδικοι φονειάδες!...

Τ' ακούω κ' ερεθίζεται
'Σταίς φλέβαις μου το αίμα,
Αι τρίχαις μου σηκόνονται,
Αρχίνησα να πνέω
Αχόρταγη εκδίκησι
'Σ τους Τούρκους, και να κλαίω,
Ν' ανοίξω των δακρύων μου
Το ξηραμένο ρέμμα.

Τους άφησα και έφυγα.
Προυχώρησα παρέκει,
'Μπήκα σε κάτι φλαμουριαίς.
Έρχονταν από πέρα
Τρεις κόραις. 'Σάν οι Άγγελοι
Πετούσαν 'ς τον αέρα.
Δυο ήταν από τα πλευρά.
Και μια 'ς τη μέση στέκει.

Αγγαλιασμέναις και η τρεις.
Αι χάριτες μου 'φάνη
Πως έρχονται. Κυτάζονται
Η μία με την άλλη,
Κι' όλος ο τόπος έλαμπε...
Τι ωμορφιά!...Τι κάλλη!...
Από τον ώμο τεχνικά
Η μια την άλλη πιάνει.

Γελούσανε γλυκά, γλυκά,
Κι' ο ουρανός γελούσε.
'Μιλούσανε, κ' εφαίνονταν
Πως έψαλαν πουλάκια.
Και μεταξύ τους 'σφίγγονταν,
Κ' επέρνανε φιλάκια.
Φιλιώνταν και μια μυρωδιά
Λιβάνου μου περνούσε.

Παρά κοντά τους δεκαφτά,
'Σάν Νύμφαις Ορειάδες,
Ερχόντανε γελούμεναις.
Ταις έβλεπαν αι Μούσαι
Κ' εζήλευαν. 'Στή μέση τους
Μια ψιλοτραγουδούσε,
Και την κιθάρα έπαιζε.
Τι νιάτα!...Τι 'μορφάδες!...

« Φρόσω(38)· καλλίτερα
» Νάχες πεθάνει,
» Και να μην έβγαινες
» Μες 'ς το σεργιάνι.»

« Τα τόσα κάλλη σου
Κι' η ωμορφιά σου
» Σ' έκαμαν κι' άφησες
» Και τα παιδιά σου.»

« Αυτή, φροσύνη μου,
» Η ωμορφιά σου,
» Σ' έφαγε, χάλασες
» Την παρθενιά σου.»

« Τι σου χρειάζετο,
» Φρόσω καϋμένη,
» Συ του Μουχτάρ-πασσά(39)
» Νάσαι ερωμένη;»

« Σ' είδε ο Αλή-Πασσάς
» Και σκανδαλιέται.
» Και μες 'ς τα σπλάχνα του
» Έρωτας κλειέται.»

« Σ' είδε και τ' άτι του(40)·
«'Στά 'πισθινά του
» Σηκώθκε, άγριψαν
» Τα όμματά του.»

« 'Στό παραθύρι σου
» Έβγα, Φροσύνη.
» Φεύγει ο Μουχτάρης σου,
» Και 'γειά σ' αφίνει.»

« Άκουσε! Άκουσε! . .
» Πώς τραγουδάει! . .
» Με το τραγούδι του
» Σε χαιρετάει.»

« Φεύγει ο Μουχτάρης σου! . .
» Φεύγει, Φροσύνη! . .
» Και 'σένα μόναχη,
» Έρμη σ' αφίνει.»

« Κλάψε! Φροσύνη μου.
» Την μοναξιά σου!
» Φροσύνη! Σ' έφαγε
» Η ωμορφιά σου!..»

Απ' το τραγούδι 'γνώρισα
Πως ήταν η Φροσύνη,
Η Βασιλική(41) τ' Αλή-Πασσά,
Κ' η Δέσπω του Λιακάτα.(42)·
Κ' εκείναις π' ακολούθαγαν
Την ίδια τους τη στράτα,
Με το τραγούδι. Αι Δεκαφτά(43)
Που πνίξαμε με 'κείνη.

Περνάνε, φεύγουνε μακριά,
Κι' ακούγονταν ακόμα
Εκείνο το τραγούδι τους...
'Σταίς φλαμουριαίς εμβήκα,
Σε λόγκο, λόγκο απέραστο.
Εκεί το τέλος 'βρήκα
Απ' τον Παράδεισο. Σιμά
'Σ της Κόλασις το χώμα . . . .


Επάνω

ΣΚΙΑΙ ΤΟΥ ΑΔΟΥ

Άσμα τρίτον 

Η ΚΟΛΑΣΙΣ



Κυτάζω τον κατήφορο.
Βαθειά, βαθειά 'ςτόν πάτο
Της γης, μέσα 'στά Τάρταρα
Απλόνονται αντάρα.
Κι' όλο μαυρίλα 'φαίνονταν,
Τι φρίκη! . . . Τι τρομάρα! . . .
Και μια βοή — 'σάν ποταμιού —
Ακούω εκεί κάτω.

Θόρυβος μέγας γίνονταν,
Και ταραχή μεγάλη.
Ακούω μαύρους στεναγμούς,
Ακούω μοιρολόγια.
Ακούω και κλαψήματα,
Και λόγια, πόνου λόγια.
Κι' ανατριχίλα μ' έπιασε!
Και μ' έπιασε μια ζάλη!

Κυτάζω· 'σάν τα Τάρταρα
Ήταν βαθειά. Και όμως
Μια 'πιθυμία μ' έλαβε,
Να πάω να κυτάξω
Τι είναι. Πώς να καταβώ; . . .
Θα πέσω . . . Να πετάξω; . . .
Κομμάτια ήθελα γενώ
'Στόν πάτο . . Ω! τι τρόμος! . . .

Και ήθελα να κατεβώ,
Και ήθελα να φύγω.
Ο φόβος μου μ' εκράταε.
Με σπρώχν' η 'πιθυμία.
Και τέλος κάμνω απόφασι,
Κάμνω δοκιμασία
Να καταβώ· παρεμπρός
Προυχώρησα ολίγο.

Εκεί που βράχος μελανός
Κατέβαινε ως κάτου,
Ένα σκαλίδι κύταξα
Παρέκει· κατεβαίνω
Σε μονοπάτι. Τρίβολα,
Πέτραις, κρημνούς διαβαίνω.
Γλυστράω, πέφτω και βαρώ
'Σ τους βράχους, 'στά πλευρά του.

Κατέβαινα και μ' έλιπεν
Ένας ολίγος δρόμος,
Κ' εκεί ακούω μια φωνή
Διαβολική να σκούζη,
'Σα μέγ' αγριογούρουνο
'Σ τους λόγκους του να γρούζη.
Κρυά τρεμούλα μ' έπιασε
Μια φρίκη, ένας τρόμος.

Για να γυρίσω 'θέλησα.
Ήμουν προχωρημένος.
Έκαμα τέλος 'πόφασι,
Να καταβώ ακόμα.
Κατέβηκα· και Δαίμονα
Βλέπω, από το στόμα
Να βγάζη φλόγαις. Έμεινα
Αχνός, δειλός, σκιαγμένος.

Τον σκιάζομαι! Τον σκιάζομαι!
Σκιάζομαι μη με κάψη
Μ' εκείν' τη φλόγα πώβγαζεν
Απ' το βαθύ του στόμα.
Τον σκιάζομαι! Το πρόσωπό
Μου άλλαξε το χρώμα,
Και την καρδιά μου άρχισεν
Ο φόβος να την βάψη.

Εκείνος φεύγει. Προχωρώ
Μέσα σε λόγκο μαύρο,
'Σάν το βαθύ το σύγνεφο
Ν' αστράψη 'τοιμασμένο.
Φωναίς, σαν βουβουνίσματα.
Ακούω, και προσμένω
Την αστραπή. Και γλίγωρα
Φεύγω τον πάτο ναύρω.

Ο λόγκος δεν τελείωνε.
'Σ τη μέση του ποτάμι
Νερά με φλόγες κύλαε,
Με μια βοή μεγάλη,
Και τα νερά 'σάν αίματα
Κόκκινα ήταν. Πάλι
Εκεί τρομάρα μ' έπιασε,
Κ' έτρεμα 'σάν καλάμι.

Ήταν πλατύ. Αντίπερα
Να πάω, να περάσω
Δεν 'πόρεγ' αν δεν έμπαινα
'Πό μέσα του. Και 'μπαίνω.
Και 'μπαίνω ως τα γόνατα.
'Σ την άκρη πέρα 'βγαίνω,
Κ' εκεί είδα άλλον δαίμονα
Μαύρον ωσάν το ράσο.

Εκείνος μ' είδε· φώναξε,
Τι θέλω, τι ζητάω·
Κ' εγώ τον απεκρίθηκα:
« Αδέλφι μου, δεν 'ξέρω
» Εδώ κ' εγώ πού 'βρίσκομαι·»
Μούπε: «Σ' αυτό το μέρο
» Δεν 'ξέρεις πως τ' Αλή-Πασσά (1)·
» Τη φυλακή φυλάω;...»

« — Τ' Αλή πασσά!.. — «'Σ τη 'θύμησι
Μόνον τ' ονόματός του
Το μέτωπο μου ίδρωτας
Με μιας 'σκέπασε κρύος.
« Τις είσαι;» Τον ηρώτησα.
» Και 'ς τ' όνομά σου ποίος;»
» Του Εωσφόρου(2), φώναξε,
» Είμαι ο πρώτος υιός του.»

Και τον επαρακάλεσα,
Να πάω να μ' αφίση.
'Σ τ' Αλή-Πασσά τη φυλακή·
Μ' αφίνει, και πηγαίνω,
Πριν φθάσω 'ς τον Αλή-Πασσά
Θύραις εφτά διαβαίνω,
Και 'ς την εβδόμη 'στάθηκα
Ν' ακούσω του την κρίσι (3).

'Ψηλά, ψηλά καθόντανε
Τρεις Δαίμονες μεγάλοι.
'Μπροστά τους ο Αλή-Πασσάς
Κ' η Χάμκω (4) του κοντά του,
Και 'πίσω η γυναίκα (5) του,
Τα δυο του τα παιδιά (6) του,
Κι' από τα παλληκάρια του
Μια συντροφιά μεγάλη.

Ιουσούφ Αράπης(7), ο μπαμπάς.
Τ' Αλή-Πασσά, ο Ταχήρης(8).
Κι' ο Βελή Γκέκας(9), το σκυλί.
Του λέγουν οι Δαιμόνοι:
« Αλή-Πασσά! τι έκαμες
»'Σ τον κόσμο; Πόσοι φόνοι
» Εγίνηκαν 'ς το βίο σου; ...»
Και λέγει ο Βεζύρης:

« Πρώτα και πρώτα 'σκότωσα
» Την Εμηνέ, αφέντες,
» Την Εμινέ, την πρώτη μου
» Γυναίκ'· αυτό το χέρι
» Μες 'ς τα χιονάτα στήθια της
» Έμπηξε το μαχαίρι.
» Κ' ύστερα τόσην κλεφτουριά,
» Τόσους πολλούς λεβέντες.»
« Τους Γαρδικιώταις (10) έσφαξα,
» Ρήμωσα το Γαρδίκι,
» Της Χάμκως της μανούλας μου
» Το λόγο για ν' ακούσω.
» Κατώρθωσα τη Ρούμελη(11),
«'Σ το δάκρυ να τη λούσω.
» Το Σούλι (12)· τώφκιασα ερμιά.
» Να βόσκουνε οι λύκοι.

« Του Δράκου Γρίβα βλέπω 'μπρός
» Τ' ωχρόλευκο κεφάλι·
» Με καταριέται το ψυχρό
» Ακόμα με τα χείλη.
» Το Βελή Γκέγκα έστειλα
» Μες 'ς τον Άι-Βασίλι (13)·
» Κ' έσφαξε τόσους χριστιανούς
» Με τη σκληρή του πάλη.»

« Τα δένδρα 'πό την Ήπειρο
» Ακόμα μ' ενθυμούνται
» Τάπειανα, και ξηραίνονταν
«'Σ τα χέρια μου τα φύλλα,
» Γιατ' ήταν από αίματα
» Βαμμένα. Μια μαυρίλα
» Ήμουν του κόσμου. Τα βουνά,
» Κι' αυτά με καταριούνται.»

« Γιατί, γιατί τα γύμνωσα
» Από τους λεβεντάδες,
» Τους κλέφταις(14) τους, τους τρομερούς
» Έπνιξα τη Φροσύνη,
» Μαζή με άλλαις δεκαφτά
«'Σ τα Γιάννινα 'ς τη λίμνη.
» Εγώ, εγώ και ο Ταχήρ
» Είμαστε οι φονειάδες.»

« Ποιος 'χάλασε το Χόρμοβο (15);
» Της Δέσπως του Λιακάτα
» Ποιος άλλος της εζήλεψε
» Την ωμορφιά τη τόση;
» Την 'πήρα 'ς το χαρέμι μου
» Κι' απέθανε. Και πόσοι,
» Και πόσοι άλλοι 'πέθαναν
«'Σ του βίου μου τη στράτα;!»

« Όπου αυτά τα πόδια μου
» Πατούσανε, ο τόπος,
» Ο τόπος 'πό το φόβο του
» Εσειόνταν. Τα λιθάρια
» Που πάταγαν, αφέντιδες,
» Αυτά μου τα ποδάρια
» Ραγίζονταν, σκορπιόντανε,
» Και τάπιανεν ο κόπος.»

« Συρέτε να ρωτήσητε
» Τον Πίνδο με τα χιόνια.
» Αν είδεν από μένανε
» Αγριώτερο λοντάρι(16).
» Απέθανα· και φύτρωσε
«'Στήν Ήπειρο χορτάρι
» Όλο δροσούλα και ζωή.
» Ήλθαν τα χελιδόνια.»

« Ενόσω ζούσα 'πλάκωνε
» Την Ήπειρο σκοτάδι,
» Τον ουρανό της 'σκέπαζε
» Σύγνεφο θολωμένο,
» Και το φεγγάρι πρόβαλλε
» Τη νύχτα 'ματωμένο,
» Χειμώνας μαύρος ήμουνα,
» Ήμουνα μαύρο βράδυ.»

« Απέθανα κ' ήλιος λαμπρός
«'Στήν Ήπειρο προβαίνει,
«'Σκορπίσθηκε το σύγνεφο,
» Ελάμψανε τ' αθέρια,
» Και το φεγγάρι 'πρόβαλε
» Γελούμενο, τ' αστέρια
» Εβγήκαν, άμα 'πώθανεν
» Ο υιός του Τεπελένι.»

« Μ' εφύλαγαν 'ς το κάστρο τους
» Τα Γιάννινα, τα μαύρα,
» Κ' εγώ 'σάν τίγρις έτρωγα
» Τα τέκνα, τα παιδιά της.
» Ακόμα σκούζ' η Αρβανιτιά
» Την τόση την ερμιά της.
» Όπου το χέρι άπλωνα,
» Άναφτε φλόγα, λαύρα.»

« Απέθανα. Τρων ήσυχα
» Τα Γιάννινα το δείπνο.
» Η μάνα χαίρει το παιδί,
» Γιατί δε θα το χάση.
» Μες 'ςτο κρεββάτι σφίγγονται
» Τα νιόνυφα. Η πλάσι
» Εύρε την ησυχία της,
» Εύρε τον γλυκόν ύπνο.»

« Ενόσω 'ζούσα, ποιος γονιός
» Έχαιρε τα παιδιά του;
» Από ποιο σπήτι μπόρεγε
» Ν' ακούεται τραγούδι;
» Ποιόν είδα και δε 'μάρανα;
» Και το μικρό λουλούδι!
» Ποιος νειός είδε 'ς την αγκαλιά
» Την αγαπητικιά του;»

« Κ' οι Τούρκοι αυτοί με σκιάζονται,
» Κι' αυτοί οι συγγενείς μου.
» Ρωτάτε τα παιδάκια μου,
» Ρωτάτε το Μουχτάρη,
» Και το Βελή ποιος τάφαγε!
» Μ' ελέγανε λιοντάρι
» Όλοι μου η Αρβανητιά,
» Κι' αυτ' οι καταστροφείς μου!»

« Σουλτάν Μαχμούτ με διέταξε,
» — Φορμή κ' εγώ ζητούσα — ,
«'Σ της Πλησιβίτσας το χωριό,
» Τ' άστατο να προσέχω.
» Κ' εγώ που τίγριδος καρδιά
» Κ' εδώ ακόμα έχω
» Το ερημόνω. Η Βασιλική
» Εκεί μ' ήλθε θρηνούσα.»

« Έπεσε μες 'ς τα πόδια μου.
» — Αφέντη μου! μου λέγει,
» Λυπήσου! τον πατέρα μου
» Μπροστά μου, μες 'ς τα 'μάτια
» Εσφάξανε οι Τούρκοι σου,
» Τον έκαμαν κομμάτια — .
» Μ' ωμίλαε κ' η δύστυχη
» Δεν έπαυσε να κλαίγη.»

« Την 'πήρα 'ς το χαρέμι μου.
» Και πρώτη τήνε 'φκιάνω
» Την είχα 'σάν κορίτσι μου,
» Την είχα 'σάν παιδί μου.
» Μ' εφίλει· μου 'μαλάκωνε
» Την άγρια ψυχή μου
» Μου 'φαίνονταν 'σάν άγγελος
«'Πό τον θεό, 'πό πάνω.»

« Πόσους ανθρώπους 'γλύτωσε
» Μ' ένα γλυκό της λόγο;
» Πόσους ανθρώπους 'γλύτωσε
«'Πό την σκληρή κρεμάλα;
» Μ ένα της λόγο ρωτικό
» Πόσα κακά μεγάλα
» Επρόφτανε; και μ' έκαμνε
» Το βίο μου να τρώγω!»

» Απέθανα· κ' εγλύτωσεν
» Από εμέ κ' εκείνη.
» Απέθανε· Καλογραιά
» Επήγε 'ς τη Βονίλα(17).
«'Σ την εκκλησιά κ' ενδύθηκε
» Σε μαύρα ράσου φύλλα.
» Από την λίμνη 'γλύτωσε
'Σάν την Κυρά Φροσύνη.»

« — Άλλο τίποτ', Αλή-Πασσά,
«'Σ τον κόσμο τ' έχεις κάμει; —
» — Ω, το χειρότερο κακό
» Μου ήταν η ασεβεία.
» Τούρκαλος ήμουν και καμμιά
» Δεν 'πίστευσα θρησκεία,
» Ούτε Ραβίνο, ούτε Παππά,
» Ούτε και τον Ιμάμη.»

« Ούτε Μωάμεθ, και Χριστό,
» Ούτε Μωσή. Εγώ μόνο
» Ενόμιζα ότι ήμουνα
« Θεός του κόσμου όλου.
» Ποτέ δεν 'πήγα σ' εκκλησιά
» Και 'ς το τζαμί καθόλου
» Δεν επροσκύνησα παρά
«'Σ τον κόρο και 'ς το φόνο.»

« Ποιος άλλος απετόλμησε
» Να 'βρίση το Θεό του (18);
» Ποιος άλλος την θρησκεία του,
» Την πίστιν του να ρίξη
«'Σ τους σκύλους. Και 'ς τα φονικά,
«'Σ τα αίματα να πνίξη,
» Να πνίξη, τη λατρεία του
» Προς τον ανώτερό του.»

« Επίστευα ότι Θεός
» Ήμουνα της Ηπείρου,
» Και ο Χριστός 'ς τα Γιάννινα.
«'Σ τον κόσμο άλλος Μεσσίας
» Ότι η Χάμκω τη 'μορφή
» Πήρε της Παναγίας,
» Και ότι δεν θ' απέθνησκα,
» Θα ζω μέχρις απείρου.»

« Πλην τώρα, τώρα πίστεψα,
» Ότι ένας υπάρχει,
» Και θα υπάρχη. Ένας Θεός.
» Του κόσμου, Παντοκράτωρ,
» Ύψιστος, Παντοδύναμος
» Άγιος Πανδαμάτωρ
» Ότι αυτός θα διοική
» Τον κόσμο και θα άρχη!»

« Κι' αμέσως ο πανάθλιος
» Με δακρυσμένο 'μάτι
» Εσήκωσε τα χέρια του
«'Σ τον ουρανό και λέγει:
» Θεέ! ... Μεγαλοδύναμε! ...
» Ποιος άνθρωπος δεν φταίγει;
» Να με σχωρέσης, ένανε
» Φρικτό σου 'παναστάτη.»

« Το ξεύρω ότι Σ' έβρισα
» Και ότι τ' όνομά Σου.
» Πανάγιε, το 'πάτησα
» Μετανοιωμένος τώρα
«'Βρίσκομ' εδώ 'ς την Κόλασι.
» Την άχαρη τη χώρα.
» Συχώρησέ με!. . . Έσπλαχνος
«'Σ τα κλαϋματά μου στάσου!»

« Και Σε και τη Μητέρα Σου,
« Και Σε και τον Υιό Σου
» Σας έβρισα, Σας έκαμα
» Μηδαμινούς 'μπροστά μου.
» Τώρα σ' αυτή την Κόλασι,
» Και 'ς τα μαρτύριά μου
» Το μετανοιόνω· Λάτρης Σου
» Γένομαι ο εχθρός Σου!»

« Ελέησόν με, Κύριε! ...
» Άλλο δεν είχε κρίνει,
Κι' ακούετ' ένα βρονταριό,
'Φάνηκε μια μαυρίλα,
Κ' ύστερα φλόγ' ανάλαμψε.
Τι κρύα ανατριχίλα!...
Κι' ακούσθηκε: «&Αλή-Πασσά!..
» Καλά παθαίνεις! ..»
Σβύννει.


Επάνω

Αί αναμνήσεις

Νυξ είναι. Βρέχει. Παγερός
Βορράς μυκάται πέραν.
Μελάγχολος υπέρ ποτε,
Μολύβδου βαρυτέραν,
Εστήριξα την κεφαλήν
Εις χείρα νωχελή.

Τον ασθενή μου κάλαμον
Εις την μεμβράνην πάλλω,
Και αναμνήσεις παιδικάς
Προτίθεμαι να ψάλω.
Κελάδησον τα έπη μου,
Ω Μούσα! ευμελή.

Αλλοίμονον! Ως ο βορράς
Εκ' εις τα δένδρα πνέει,
Ως το νερόν του ρύακος
Χόρτων εν μέσω ρέει,
Και ο χρόνος τανυσίπτερος
Και φθίνει και περά.

Και ως η ναυς, η πλέουσα,
Υδραύλακας αφίνει
Ούτως ο χρόνος προχωρεί,
Αφίνων, ως εκείνη,
Τας αναμνήσεις ίχνη του
Μυθώδη, ζοφερά.

Ήτο Αυγή· και έλαμπον
Του έαρος τα κάλλη.
Αστέρες, άλλοι έσβεννον,
Κ' εφεγγοβόλουν άλλοι.
Και, ως σαπφείρινος στοά,
Η στέγη τ' ουρανού

Διέλαμπε, το δώμα της
Νέφος ουδέν σκιάζον,
Μόνον το φως του λυκαυγούς
Εφαίνετο λευκάζον,
Και υπ' αυτό ελεύκαζε
Κ' η άκρα του βουνού.

Εκ των ανθέων, πανταχού,
Ανέβαιν' ευωδία.
Τα κελαδήματα πτηνών
— Η θεία υμνωδία —
Ηκούοντο, κ' η πρωινή
Η αύρα δροσερά

Έπαιζε, ψιθυρίζουσα
Εις τα πλατέα φύλλα
Των πλαταμώνων, κ' υπ' αυτά
Κρυμμέν' η Φιλομήλα,
Έψαλλε, κελαδήματα
Τονίζουσ' αλγηρά.

Ρύαξ, γοργός, κατέβαινεν
Από κρημνώδους βράχου,
Μετά μεγάλου φλοισβισμού,
Ροής πολυταράχου,
Και κάτω, κάτω έπιπτε
Με μέγαν πλαταγμόν.

Πέραν δ' αυτού, εις φύλλωμα
Μηλέας κυρτοκλάδου,
Οι λιγυροί ηκούοντο
Λυγμοί καλλικελάδου
Τρυγόνος, ήτις έχυνε
Ρεμβώδη στεναγμόν.

Μακράν που, τάπης, χλοερός
Ως σμάραγδος ηπλούτο.
Εκεί, όπου τ' ολόγυμνον,
Βουνόν εταπεινούτο,
Και όπου βράχοι μέγιστοι
Υψούντο γηραιοί.

Εκεί, των βράχων μεταξύ
Καλύβη αχυρίνη
Εφαίνετο, και παρ' αυτήν
Εφλοίσβει ψυχρά κρήνη.
Την κρήνην πέριξ σταύλοι τρεις
Εκύκλουν αραιοί.

Μάνδρα των σταύλων κάτωθεν
Εκτείνετο ευρεία.
Εντός αυτής εβέλαζον
Μικρά, λευκά, αρνία.
Πλησίον των μητέρων των.
Και προς το χλοερόν.

Εξήρχοντ' οροπέδιον.
Ενώ εις τον αιθέρα
Γλυκείας έχυνε φωνάς
Ποιμένος η φλογέρα.
Κ' είς άλλος πέραν,
Έψαλλε· το δ' άσμα θλιβερόν.

Εγώ, παρά τον ρύακα.
Μετά του Βασιλείου
Καθήμεν' υπό την σκιάν
Πτελέας παχυσκίου,
Των νεαρών μας καρδιών
Ηνοίγομεν ρεμβοί

Τας θύρας· περί παιδικών
Συνωμιλούμεν χρόνων,
Ενώ η όψις της Αυγής,
Άνωθεν των δρυμώνων,
Της πανσελήνου ήρχιζε
Το φέγγος να θαμβοί.

Μοι διηγείτο μυστικώς
Τον τότε έρωτά του
Μετά νεάνιδος ξανθής.
Ωραίας παραστάτου·
Και εξεθείαζεν αυτής
Τα κάλλη τα αβρά.

Προς άγγελον ουράνιον
Αυτήν παρομοιάζων.
Κ' ενίοτε, ενίοτε
Βαρύαλγος στενάζων,
Αντήχει εις τ' απόκρημνα
Του ρύακος πλευρά.

Εξαίφνης τότε, πόρρωθεν,
Φωνής ηκούσθη ήχος
Οξύς, κ' εκ στήθους φλογερού
Εξήρχετο ο στίχος:
« — Είναι σκληρά, ως σίδηρος,
» Της νέας η καρδιά! — »

Κ' εφάνη προσερχόμενος
Ρέμβος τις νεανίας,
Μέλος και ούτος της τριπλής
Εκείνης μας φιλίας.
Είναι η φωνή του Περικλή,
Εκείνου η λαλιά.

Έψαλλεν ο ταλαίπωρος,
Κ' εμέμφετο βαρέως,
Νεάνιδα αναίσθητον
Κ' εστέναζε βαθέως,
Με δακρυσμένον, θολερόν,
Ρεμβώδη οφθαλμόν.

Συνωφρυώθη αιφνηδόν
Το γαύρον μέτωπόν του,
Έπαυσε ψάλλων. Έγεινεν
Ωχρόν το πρόσωπόν του,
Κ' εκτύπα η καρδία του
Τον έσχατον παλμόν.

Αλλοίμονον! Ως ο βορράς
Εκ' εις τα δένδρα πνέει,
Ως το νερόν του ρύακος
Χόρτων εν μέσω ρέει,
Και ο Χρόνος τανυσίπτερος
Και φθίνει, και περά.

Και, ως η ναυς, η πλέουσα,
Υδραύλακας αφίνει,
Ούτως ο Χρόνος προχωρεί
Αφίνων, ως εκείνη,
Τας αναμνήσεις ίχνη του
Μυθώδη, ζοφερά.

Υπέρ ποτε ωμίλησα,
Λίαν εκτεταμένως,
Και σας ζητώ, ω φίλοι μου,
Συγγνώμην επομένως·
Α!...είναι ακατάσχετος
Των πόνων η ορμή!...

Είναι έν φάσμα νύκτιον.
Είναι υπνοβασία.
Όνειρον είναι η τρυφερά
Των νέων φαντασία!
Των ηδονών αντίληψις
Είναι σφοδρά, θερμή!...


Επάνω

Το όνειρον 

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟΝ

     ΛΥΡΙΚΟΝ
     « Όταν το σώμα καθεύδη.
     » Ο νους εγρηγόρει...»
                                            (Ιπποκράτης)


                         ΑΦΙΕΡΟΥΤΑI ΤΑΙΣ ΝΕΑΝΙΣΙΝ

          Εις σας! νεάνιδες, εις σας! ω τρυφεραί παρθένοι,
           Αφιερώ το έργον μου αυτό, το Ποίημά μου.
          Δέξασθε, ω ωραίαι μου, αυτό· και τ' όνομά μου,
          Πάντοτε ανεξάλειπτον 'ς το στόμα σας ας μείνη!. . .

Νύχτωσε ο Μάρτης· κ' έφεγγε

Του Απριλιού η πρώτη.
Έφεγγε 'μέρα ζηλευτή,
'Σάν μια παρθένα λατρευτή,
Που την χρυσόν' η νιότη,

Κοντά 'ς το γλυκοχάραγμα,
Που τα βουνά γελούνε,
Πέφτει της νύχτας η δροσιά,
Κ' αρχίζουν όλα τα πουλιά,
Να γλυκοκελαϋδούνε.

Σε μιας μυρτιάς το ρίζωμα
'Κοιμώντανε μια κόρη,
Λευκή, 'σάν κρίνος, γαλανή.
Πούχε την κόμη καστανή,
Και κάτασπρα εφόρει.

Έν αηδόνι έξαφνα
'Ψηλά της, 'ς το κεφάλι.
Μέσα 'ς τα φύλλα τα πυκνά,
Αρχίνησε γλυκά, γλυκά.
Κι' αρμονικά να ψάλλη.

'Σ το λάλημα του αηδονιού
Ξυπνάει λαχταρισμένη
Η κόρη. Γύρω, 'ςτά κλαδιά,
Κυτάει, και μες απ' την καρδιά
Έν «Αχ!..» βαρύ της βγαίνει.

« Αχ!.. Τι τρομάρα 'φώναξε
» Τι όνειρο που είδα!...
«'Σ τη βρύσι πήγαινα νερό
» Να πάρω 'λίγο, δροσερό·
» Και 'πήγαινα μ' ελπίδα»

« Μ' ελπίδα για να τον ευρώ
«'Σ τα στήθηα να τον σφίξω,
» Και 'ς ένα φίλημα γλυκό
«'Σ το στόμα του το ερωτικό,
» Τον έρωτα να πνίξω.»

« Τον έρωτα, που μ' έβαλε
» Τη φλόγα 'ς την καρδιά μου,
» Που μ' άναψε τα τρυφερά,
» Τα στήθηα μ' άσβεστα πυρά·
» Και καιν τα 'σωθικά μου.»

« 'Σ το δρόμο μ' όλα τα κλαριά
» Βογγούσαν 'σάν να λέγαν:
» — Άχαρη! .. 'πέθανεν, αυτός,
» Ο φίλος σου, ο λατρευτός —
» Και τα πουλιά να κλαίγαν.»

« Να κλαιν, με μαύρα δάκρυα,
» Και να 'μοιρολογάνε·
» — 'Πέθανε! — Μ' έλεγαν κι' αυτά,
» Και κλαίγαν 'μοιρολοστικά,
» Αντί να κελαϋδάνε.»

« Φθάνω 'ς τη βρύσι· η άμοιρη
» Δεν πρόφθασα 'ς το ένα,
«'Σ το ένα δέξιο της πλευρό
» Για να κυτάξω, και νεκρό
» Τον είδα· Ωιμένα!...»

« Ω! 'σάν τρελλή ερρίχτηκα.
«'Στά στήθηα του απάνω.
» Τα ξεθλυκόνω. Τι να ιδώ;
» Αχ!..αίμα αρχίνησα ζεστό
» Σ τα χέρια μου να πιάνω.»

« Προσπάθησα η δύστυχη,
» Πνοή για να του δόσω
«'Σ το στόμα του με τα φιλιά,
» Δεν 'μπόρεσα ουδέ λαλιά
» Για να του ξεστομώσω.»

« Τον ψάχνω τότε 'ς την καρδιά...
» Ωχ! έπαυσε να πάλλη!
» Τον 'φώναξα δεν με λαλεί,
» Τον 'κάλεσα δεν με καλεί,
» Τότ' έγεινα άλλη για άλλη.

« Αχ!..τότε τον κατάλαβα.
» Πώς ήτον σκοτωμένος.
» Τον άφησα 'ς την ερημιά.
» Και τρέχω ναύρω το φονιά·
» Μα ο φονιάς κρυμμένος.»

« 'Κεί, 'σάν τρελλή που έτρεχα
» Έν φάντασμα 'μπροστά μου,
» Αρχίνησε με ανθρωπινή,
» Και 'σάν εκείνου την φωνή
» Να μ' είπη τ' όνομά μου.»

« Ανθούλα! μ' είπε, 'σάν τρελλή
«'Στήν ερημιά τι τρέχεις;
» Ποιόνε ζητάς 'ς την ερημιά; —
» — 'Σ εμέ, του λέγω, γνωριμιά
» Πούθ' έλαβες; πού θ' έχεις; — »

« Μου λέγει; — Είμαι η σκιά
» Του εραστού σου Φώτου
» Μ' εσκότωσεν ο Δημητρός,
«'Κειός ο μεγάλος μου εχθρός,
» Απάνω 'ς το θυμό του.»

« — Ο Δημητρός! — εφώναξε, —
» — Η ζήλια μ' απαντάει,
» Τον εκατάντησε φονιά,
» Και το μαχαίρι 'ς την καρδιά.
» Μου έμπηξε 'ς το πλάι — »

« — Ποια ζήλια; — τον ηρώτησα.
» — Η ζήλια απ' την αγάπη,
» Πούχα 'ς σένα, Ανθή, εγώ
» Μου λέει και δάκρυ ένα γοργό
» Του γλύστρησε απ' το μάτι.»

« 'Σ το λόγο του λιπόθυμη
» Πως έπεσα μου 'φάνη·
» Κ' εξύπνησα λαχταριστή.
» Για δες ιδέα ζαλιστή
» Ονείρατα που φκιάνει.»


Επάνω

Ο καλόγηρος της Κλεισούρας και του Μεσολογγίου

Α'.

Ω, πού με φέρεις, μάγισσα και πλάνα φαντασία!
...............................................
Μη, μη με πας 'ς τα Γιάννινα! Εκεί με κυνηγούνε
Οι Τούρκοι να με πιάσουνε, το αίμα μου να πιούνε.
Άφσε μ' εδώ, 'ς τα ελεύθερα βουνά, 'ς την Αιτωλία.

Νάτην η ράχη Αλιτσά· κάθομαι 'ς την κορφή της,
Με ζώνει το θυμάρι της και το κοντό κλαρί της·
Βλέπω από 'δώθε του Ζυγού τα δασωμένα ράχια·
Πέρα του Βάλτου τα βουνά όλο γκρημνούς και βράχια·
Η λίμναις τ' Αγγελόκαστρου και τ' Αγρινιού εκεί κάτω·
'Σάν νάνε ασήμι αστράφτουνε κατακαμπίς χυμένο
Το Μεσολόγγι δείξε μου τώρα.... ω, νάτο — νάτο,
'Σ ένα καστέλι χαμπηλό 'ς την άκρα εκεί κλεισμένο·
Νάτην εκεί κ' η Κλείσοβα και τάλλα τα νησιά του,
Και τώμορφο τ' Αντιλικό νάτο κι' αυτό σιμά του.
Να κ' η Κλεισούρα η 'ξακουστή 'ς τα πόδια μου προστά μου
Βλέπω απ' απάνω, απ' την κορφή, τον τρίσβαθο βυθό της,
Κι' ανατριχιάζω ολάκερος, λυγώνεται η καρδιά μου.
Παρέκει ένα 'ρημόκλησο φαίνεται 'ς το πλευρό της,
Θαμμένο μέσ' τα χώματα και καταχαλασμένο.
Ποιος ξέρει ποιος το χάλασε, ποιο χέρι αφωρισμένο!
Δεν έχει ούτ' ένα 'κόνισμα, ούτε καντήλα μία,
Μέσα του δεν ακούγεται η θεία λειτουργία,
Και δεν μυρίζουν γύρα του τα μοσχολίβανά του·
Μόνο την άνοιξι γλυκά λαλούν εκεί τ' αηδόνια,
Και χύνουν τ' αγρολούλουδα μοσχοβολιαίς περίσσαις
Και μουρμουρίζουν τα κλαριά, και τραγουδούν η βρύσαις,
Και αιώνια το φωτίζουνε της νύχτας τ' άστρα αιώνια.
Άλλον καιρό ήτον κι' αυτό 'ς τα νειάτα, 'ς τη ζωή του.
Μέσ' 'ς τα κλαριά του ανάμεσα ασπρούδιζε η μορφή του,
Είχε καμπάνα 'ς τ' ώμορφο 'ψηλό καμπαναριό του,
Κάθε διαβάτης έκαμνε περνώντας το σταυρό του·
Νυχτόημερα το φώτιζαν τότες χρυσά καντήλια,
Ασημωμέναις έλαμπαν η 'λίγαις του εικόνες,
Και γέροντας καλόγηρος ανάδευε 'ς τα χείλια
Πότε τροπάρια και ψαλμούς, πότε γλυκούς κανόνες,
Και πότε τ' αργυρόχρυσο κουνώντας θυμιατό του
Μ' ευλάβεια του θυμιάτιζε το θόλο τον κυρτό του.

Ήτον εκείνος ο καιρός καιρός του &εικοσιένα!& . . .
Πούν' τα χρόνια τώρ' αυτά! χρόνια χαριτωμένα,
Χρόνια εκείνα λεβεντιάς, ανδρειωμένα χρόνια,
Χρόνια που κάθε όνειρο, κάθε χρυσή ελπίδα,
Και κάθε δάκρυ έλαμπε για μια. . . . για την Πατρίδα!
Χρόνια, που εμείς τα θάψαμαν σκληρά, σε καταφρόνια.
Την άσπρη φουστανέλλα μας την έλυωσε 'σάν χιόνι
Ο ήλιος ο Ευρωπαϊκός, κι' αν κάπου—κάπου ασπρίζη,
'Σάν χιόνι ασπρίζει σε βουνού λακκιά που δεν το 'γγίζει
Καμμιά αχτίδα του ηλιού και βρίσκεται δεν λυώνει.
Πούν' τα τραγούδια τα εθνικά, τα κλέφτικα τραγούδια!
'Σταίς ερημιαίς που φύτρωσαν χάνονται, σαν λουλούδια.
Πούν' τα τσαρούχια! Ιδέτε τα! τάχομαι πεταγμένα.
Τα φλωροκαπνισμένα μας τάρματα κρεμασμένα
'Στού Παρνασσού, 'ςτού Όλυμπου, 'ςτού Πίνδου τα πρινάρια
Σκουριάζουν τώρα 'ς ταις βροχαίς, και μόνο ανάρηα — ανάρηα
Κανένα αναταράζεται ξυπνάει 'ς τον Ψηλορείτη!
Άκου .... και τώρα εβρόντησε. Για σου, καϋμένη Κρήτη!
Ταράξου συ και δείξε τους 'ς τη Δύσι, 'ς την Ευρώπη,
Πώς όλοι δεν κοιμώμαστε, . . . φυλάει καραούλι
Ο γέρω-Ψηλωρείτης σου, αν Πίνδος και Ροδόπη
Κοιμώνται, αν το γέρικο κοιμάται ακόμα Σούλι . . .,
Αχ, δεν κοιμάται . . . 'ρήμαξε!! .
Εκείναις ήτανε χρονιαίς ελληνικαίς αλήθεια·
Τότ' έβραζε ζεστή καρδιά 'ς ανδρειωμένα στήθηα!



Β'.



Μούσα, 'ς εκείνα φέρε με τα τιμημένα χρόνια.
...................................................
Παίρναν ν' ανθίζουν τα κλαριά, να λυώνουνε τα χιόνια,
Καθάριος, ασυγνέφιαστος ο ουρανός να λάμπη.
Τα πλοία, οι βράχοι, η λαγκαδιαίς, βουνά μαζύ και κάμποι
Με χόρτα να στολίζωνται και μ' ώμορφα λουλούδια,
Και το ξανθό βοσκόπουλο γλυκά να λέη τραγούδια·
Γλυκά κ' η πέρδικες λαλούν, και πλειο γλυκά τ' αηδόνια,
Κι' απ' τα μακρυά τους χειμαδιά, γυρνούν τα χελιδόνια.
Απρίλης ήταν, άνοιξι, Θεού χαρά, γλυκάδα,
Και χρόνια, αλήθεια χαλασμού, χρόνια για την Ελλάδα,
Αλλά και χρόνια ελευθεριάς με κλέφταις, με ξεφτέρια.
Άπλωσε η νύχτα το βαθύ σκοτάδι της 'ς τη φύσι,
Και 'σαν διαμάντια ελάμπανε 'ς τον ουρανό τ' αστέρια,
Το φεγγαράκι χαρωπό φωτάει το 'ρημοκκλήσι,
'Στά κορφοβούνια του Ζυγού από βραδύς βγαλμένο·
Φυσάει τ' αγέρι της νυχτιάς 'ς τα φύλλα μυρωμένο,
Κεκείνα σειούνται, κ' οι ίσκοι τους 'ς της εκκλησιάς τους τοίχους,
Διαβαίνουν 'σάν φαντάσματα· καίν' μέσα τα καντήλια,
Κι' ο γέροντας Καλόγηρος με τα χλωμά του χείλια
Ψαίλνει για τον Εσπερινό με λυγωμένους ήχους.
.............................................
Σταυροκοπιέται· απόψαλε και βγαίνει 'ς την αυλή,
Θωράτε τον. Παράκαιρα τον γέρασαν οι πόνοι.
Τ' ανδρειωμένο του κορμί, πούνε σκυφτό πολύ.
Η πίκραις του το λύγισαν, οι πόνοι όχι οι χρόνοι.
Οι ίδιοι πόνοι αυλάκωσαν βαθειά το μέτωπό του,
Που απ' το φως του φεγγαριού 'σαν κορυφή φωτίζεται,
'Σάν κορυφή 'ψηλού βουνού, κι' ασπρίζει 'ς τον λαιμό του
Ξέπλεγη και 'ς τους ώμους του η πλεξίδα κυματίζεται.
Κι' ανάμεσ' από τα κλαριά φαίνεται 'ς το φεγγάρι
'Σάν να τινάζη γέρικο τη χαίτη του λιοντάρι.
Το 'μάτι του χύνει αστραπαίς ας είνε γερασμένο·
Κι' όταν αναστενάζουνε τα λάσια του τα στήθηα.
'Σάν να μουγγρύζη ακούγεται σύγνεφο φορτωμένο.
Ποιος ξέρει τι να κρύβεται και 'ς αυτουνού τα βύθηα,
Τι πίκρα, τι παράπονο! Πάντα κρυμμένος πόνος
Μέσ' 'ς την καρδιά είνε κρυφό μαχαίρι, είνε φόνος·
Κι' αυτός δεν έχει σύντροφο να του το 'μολογάη,
Όταν τον συνεπαίρνη αυτό κ' έτσι να του περνάη·
Κ' αν τα πλατειά του κάποτε δακρύζουν βλέφαρά του,
Όχι, δεν ξεθυμαίνουνε τα στήθηα κ' η καρδιά του,
Ιδέτε τον, δεν κάθεται, μέσα 'ς τα δένδρα 'μπήκε·
'Σ ένα 'ποκάτω έσκυψε, κάτι 'ς αυτό θα βρήκε·
Ακόμα δεν σηκώθηκε· ιδέτε τον,....τι κάνει;
Μη το μακρύ του χύθηκε του δόλιου κομπολόγι;
Μήνα παράδες τώπεσαν; μην' τώπεσε λιβάνι;
Τον βλέπω...να σφογγίζεται κι' ακούω μοιρολόγι.
Κλαίει! Τι κλαίει αυτός εκεί; Καλόγηρος να κλαίη!
Και τίνος το βλαμμένο αυτό το μοιρολόγι λέει;..
Ακούω·.. λόγια καθαρά: — Ελένη μου, παιδιά μου,
Αγαπημένα Γιάννινα! — Ω, τι ακούν' τ' αυτιά μου!..

..................................................
..................................................
..................................................

Μεμιάς φωναίς κι' αλαλαγμός από το Μεσολόγγι.
Και μια μεγάλη αναλαμπή, οπού βουνά και λόγγοι

Λάμπουνε 'σάν να καίγονται, τον κόβουνε το κλάμα
Του γέρου του Καλόγηρου. Μα κ' αν ορθός πετιέται
Και βλέπει προς την Κλείσοβα, ό,τι από 'κεί 'γροικέται
Κανένα δεν του φαίνεται παράξενο και θιάμα,



Γ'.



Αμέτρητα ο Κιουταχής σέρνει μαζύ του ασκέρια,
Και κατηβαίνει απ' τα βουνά του Πίνδου 'ς την Ελλάδα
'Σάν μαύρα σύγνεφα βαρηά, που σβύνουνε τ' αστέρια
Και κάθε αχτίδα φεγγαριού και κάθε αντηλιάδα,
'Σάν σύγνεφο που ανοίγει
Τους τρίσβαθους τους κόρφους του κι' ό,τι κι' αν εύρη πνίγει,
Και του Μεχμέτ Αλή πασά ο νιος απ' το Μωρηά,
Ο Ιβραήμ ο Αραπάς, πηδάει 'ς τη Στερηά,
'Σάν κύμα της πατρίδας του, της Μπαρμπαριάς το κύμα.
Που όθε περνάει ατέλειωτον λάκκον ανοίγει, μνήμα.
Μα κάπου—κάπου βρίσκεται 'ς του πελάου το στρώμα
Κάθε θεόχτιστο κοντρί, κανένας μέγας βράχος,
Βράχος θαλασσομάχος,
Που κάθε κύμα πώρχεται με αφρισμένο στόμα
Για να πνίξη 'ς το βυθό το σχίζει, το σκορπάει,
Και ξεγδαρμένο, σκέλεθρο, κομμάτια αυτό βογγάει.
Ο βράχος μένει ατάραχος, ορθός, ξεσκεπασμένος.
'Σάν νάνε στοιχειωμένος,
Κι' ορθό βαστάει το μέτωπο, 'περήφανο, αγριεμένο

Το Μεσολόγγι το μικρό, κ' εκείνο στοιχειωμένο,
Ατάραχο 'ςτά Τούρκικα τα κύματα βαστιέται.
Χουμάει τ' ασκέρι απάνω του, τσακίζεται, σκορπιέται.
Χούμησε ως τώρα τρεις φοραίς, και πάλι τώρα, πάλι
Για να χουμήση εσήκωσε ολόρθο το κεφάλι.
Είνε πασάδες τώρα δυο κι αμέτρητα τ' ασκέρια.
Ο Ιμβαήμ κι ο Κιουταχής. Μα και το Μεσολόγγι
Κρύφτει 'ς τα μετερίζια του, 'σάν σε σπηληαίς, ξεφτέρια.
Και κάπου—κάπου ακούγονται και κανονιώνε βόγγοι.
Τώρα το κύμα είνε τρανό, είνε βαρειά η μαυρίλα·
Το Μεσολόγγι είνε μικρό. Εκείθε ανατριχίλα.
Κ' εδώθε φόβος πλημμυρεί κ' ελπίδα την καρδιά.

Από στερηά και πέλαγο το ζώνουν ολονένα,
Πώς ζώνουν τ' Άστρο σύγνεφα βαρηά και πυκνωμένα,
Κι' από τα παλληκάρια του γερεύουν τα κλειδιά.
Άστρο κ' εκείνο ήτανε τότες για την Πατρίδα,
Για την Ελλάδα έλαμπε χρυσή εκείνο ελπίδα.
Χρόνος ακέρηος πέρασε που τώχουνε κλεισμένο,
Και τον γυρεύουν τα κλειδιά, το θέλουνε δεμένο.
Όσο κι αν έχης 'ς τη σπηληά κλεισμένο το λιοντάρι,
Δεν τώχεις και 'ς τα χέρια σου. Και τ' άξιο παλληκάρι,
Που πολεμάει για του Χριστού την Πίστι, για Πατρίδα.
Όσο που νοιώθει 'ς την καρδιά αίμα και μια ρανίδα,
Δεν σου τη δίνει την τιμή, που είνε...τάρματά του
Κ' ένα κοτρώνι να βρεθή αν τύχη από 'μπροστά του·
Όσο που 'λίγο να κρυφτή, είνε με μιας λιοντάρι,
Που αν 'δή, κλεισμένο 'ς τη σπηλιά, την υστερνή του ώρα.
Χύνεται 'σάν την αστραπή, κι αλληά 'ς εκειόν που πάρη!

Εκείνοι που φυλάγουνε το Μεσολόγγι τώρα
Έχουνε τείχια γύρα τους και αίμα 'ς την καρδιά τους.
Αίμα καθάριο, ελληνικό, που δίνει 'ς τα ποδάρια
Φτερά, τσιλίκι 'ς την καρδιά, και σαν θεριά, λιοντάρια,
Σπιθοβολάει θεόφοβη η φλογερή 'ματιά τους.
Ένα δεν έχουν μοναχά, ένα στερεύοντ' όλοι, ....
Ψωμί, μπαρούτι, βόλι.
Τώρα τους σώθηκε η τροφή κ' έχουν ακέρηον μήνα,
Όπου με πείνα πέρασαν. Πείνα! .. Συ ξέρεις πείνα,
Ω Ήπειρός μου, τι θα 'πή, που πέντε τώρα χρόνια
Κοντά μέσ' 'ς τ' άλλα της πικρής σκλαβιάς σου καταφρόνια
Κι' από την πείνα δέρνεσαι· κι ακόμα ποιος το ξέρει
Ως πότε θε να την βαστάς!.. Ας σ' έχουν 'ς το λαιμό τους
Αυτοί που ακόμα σε κρατούν 'ς το Τούρκικο το χέρι
Κάθε βαρειά σου στεναξιά να πέση απανουθειό τους
Βαρειά κατάρα 'γκαρδιακή! Και κάθε μοιρολόγι,
Οπού για σένα κλαίμ' εμείς, τα έρμα τα παιδιά σου,
Μέσ' 'ς την καρδιά τους σάρακας να γίνη να τους τρώγη!
Αχ! πότε, μάνα μας γλυκειά, την τρυφερή αγκαλιά σου
Ασπροντυμένη, ελεύθερη, μάνα, 'ς εμάς θ' ανοίξης,
Να μας φιλήση ελεύθερο το ολόγλυκό σου στόμα,
Κ' ελεύθερη την ώμορφη θωριά σου να μας δείξης!..
Πότε θα ιδούμε ανθόστρωτο το ιερό σου χώμα!
Πότε τη γαλανόλευκη θα ιδώ να κυματίζη
'Σ το Σούλι και 'ς τον Πίνδο μου, τάστρα 'ψηλά να 'γγίζη
Ναρθούμε, 'ς τη σημαία σου να μαζωχτούμε όλοι,
Και να κινήσωμε, γλυκειά μανούλα, για τη Πόλι!..
Πεινάς! Ο κόσμος τώμαθε, και όμως τα παιδιά σου

Πεθαίνουν ολονένα,
Πεθαίνουν...πεινασμένα!

Άλλα τους λόγγους πήρανε και τα 'ψηλά βουνά σου,
Και 'σάν τ' αγρίμια ζούν' εκεί 'ς τα σπήληα 'ς τα λιθάρια,
Και με τομάρια ντύνονται, τρέφονται με χορτάρια.
Στο Μεσολόγγι έφαγαν μπαρούτι για ψωμί.
Αλλά δεν δίνουν τα κλειδιά, δεν δίνουν την τιμή.



Δ'.



Χρόνος ακέρηος πέρασε, που τώχουνε ζωμένο.
Και του γυρεύουν τα κλειδιά, το θέλουνε πεσμένο.
Το Μεσολόγγι αν πέση,
Πρέπει η Ελλάδα ολάκερη τα μαύρα να φορέση.
......................................................
Αν δείχνει ακόμα αταραξιά, 'περφάνεια 'ς τον οχτρό του,
Με την καρδιά του τρώγεται, το δόλιο, μαραζιάζει,
Γιατ' όσο η 'μέραις απερνούν αυξαίνει το κακό του.
Του κόσμου ταις κακομοιριαίς η πείνα του σωριάζει.
Και το θερίζει ο θάνατος άσπλαχνα κάθε 'μέρα·
Νεκροταφείο έγεινε κι' αρρώστεια πέρα — πέρα.
Το Μεσολόγγι...κλάψτε το! θα πέση, δεν βαστάει,
Και κλάψετε μαζύ μ' αυτό και την Ελλάδα ακέρηα·
'Σ ολίγο μόνη μέσα του η Δόξα θα γυρνάη,
Η Δόξα, η αθάνατη 'σάν τα λαμπρά τ' αστέρια.

— Ψωμί, μπαρούτι, βόλι,
Ψωμί! — φωνάζουν όλοι

Και δυο τους μένουν μοναχά, δυο απόφασαις να κάνουν.
Ή να τα δώσουν τα κλειδιά, ή όξω να χουμήσουν,
Κ' όσοι σωθούνε να σωθούν κι' οι άλλοι να πεθάνουν
Απ' του οχτρού τους το σπαθί, σκλάβοι παρά να ζήσουν.
Το παλληκάρι το καλό δεν δίνη τάρματά του,
Το Μεσολόγγι το ιερό δεν δίνει τα κλειδιά του.
Εσείς! εσείς που κλείσαταν λεοντάρι 'ς τη σπηληά,
Δεν παραδίνεται, θα βγη, κι' αλληά 'ς εσάς αλληά!
Νύχτα θα βγουν. Ω, τι βραδειά, τι νύχτα ήτον εκείνη!
'Σ τ' αστέρια απάνου έφταναν τα κλάματα κ' οι θρήνοι
Εδώ χωρίζει ο γέροντας πατέρας το παιδί του,
Εκεί ο νηός την ώμορφη την αγαπητική του,
Αλλού η μανάδες παίρνουνε 'ς τους ώμους τα μικρά τους,
Κλαίγουν αυταίς το χωρισμό, σκούζουν και τα παιδιά τους
Κ' είν' όλοι 'ς ταις γιορτιάτικαις ντυμένοι φορεσιαίς τους,
Λες και σε γάμο 'κίνησαν, λες παν' σε πανηγύρι.
Τ' αστέρια μέσ' 'ς τα σύγνεφα κρύβουνε ταις θωριαίς τους,
Και κλαίγει τώρα ο ουρανός πώλαμπε 'σάν ζαφείρι.
Βγαίνουν. 'Μπροστά-'μπροστά κινούν τα γυναικόπαιδά τους,
Και 'πίσω-'πίσω η λυβεντιά ζωμένοι τάρματά τους.
Απ' ταις γυναίκες κι' απ' ταις νηαίς, νηαίς 'σάν Μαϊού λουλούδια,
Πολλαίς τ' αντρίκια εντύθηκαν και πάνε...με τραγούδια!
Τέτοιαις γυναίκες θέλω εγώ το χώμα μας να βγάζη,
Νάνε 'ς τον έρωτα γλυκειαίς, λεβένταις 'ς το τσαπράζι!
Η νηαίς πάνε μαζύ με νηούς. Α! τι χαρά, τι ζήλεια,
Με της πατρίδας τον οχτρό, μέσ' 'ς τ' ασκεριού τη μέση,
Ο νηός να πολεμάη,
Και νάχη πλάι — πλάι
Την κόρη της αγάπης του, κι' αν βαρεθή, κι' αν πέση.
Να τόνε κλαιν τα μάτια της, να τον φιλούν' τα χείληα!!
Νάτην, αρχίζει η &έξοδος&. 'Ξυπνούν' του οχτρού τ' ασκέρια,
Και η φωναίς κι ο αλαλαγμός ακούγονται 'ς τ' αστέρια.
Όσοι γλυτώσαν, γλύτωσαν. Τους άλλους σκοτωμένους
Μέσα 'ς τα Τούρκικα κορμιά, αγνώριστους, θαμμένους,
Θε να τους κλάψη αύριο η αυγή με τη δροσιά της.
Το Μεσολόγγι έπεσε, και όλη κινδυνεύει
Να πέση τώρα η Ελλάς· με την απελπισιά της
Άγρια και με το φόβο της 'μερόνυχτα παλεύει.
Το Μεσολόγγι το πατεί, το παίρνει ο Τούρκος τώρα·
Ελάτε να του κλάψωμε την υστερνή του ώρα!

Οι γέροντες, που με τους νηούς να παν' δεν ημπορούσαν,
'Σ το Μεσολόγγι απόμειναν. Ως τώρα δα θωρούσαν
Την &έξοδο& απ' τα τείχηα του κ' έκαναν το σταυρό τους·
Ύστερα, 'σάν τα Τούρκικα τ' ασκέρια, τον οχτρό τους,
Είδαν 'σάν κύμα να χυθούν 'ςταίς θύραις τους, 'στά τείχηα,
Και 'σάν αγρίμια να πηδούν, να κρέμωνται απ' τα 'νύχια,
Τρέχουν κατά τη θάλασσα, και 'ς του πελάου την άκρη
Μέσα σε πύργο πούχανε μπαρούτη σωρειασμένη
Κλειούνται με μιας και σταίνουνε χορό, 'σάν ανδρειωμένοι,
Σαν νάτανε 'ς τα νειάτα τους, δίχως καϋμό και δάκρυ,
Του απελπισμένου αυτού χορού είνε ο Καψάλης πρώτος.
Τ' Άγραφα που τον γέννησαν ομοιάζει το κορμί του,
Και την κορφή του Πίνδου μου η άσπρη κεφαλή του,
Κρατεί 'ς το χέρι του δαυλί με φλόγα. Κάθε κρότος
Που όξω απ' το πύργο ακούεται, το χέρι εκείνο φέρνει
Μέσ' 'ς της μπαρούτης το σωρό, και το χορό του φέρνει...
Όξω απ τον πύργο αλαλαγμός· ήρθ' ο οχτρός, πλακώνει
Μέσ' 'ς της μπαρούτης το σωρό το χέρι εκειό σιμώνει,
Το χέρι εκειό με το δαυλί, το χέρι του Καψάλη.
Με μιας αστράφτει και βροντά. 'Σάν από μέθη, ζάλη,
Τρικλίζει ο πύργος τρεις φοραίς και μέσ' 'ςτά 'μεσουράνια
Τινάζεται 'σάν σύγνεφο, και φέρνει εκεί κουρμπάνια
Τους γέρους τον Μεσολογγιού και των Τουρκών τ' ασκέρια
Απ' τη μεγάλη αναλαμπή λάμπουν βουνά κι' αστέρια!
Το Μεσολόγγι η χαραυγή τωύρε ταχιά πεσμένο,
Κ' είδε το μισοφέγγαρο 'ςτά τείχηα του στημένο.



Ε'



Εκείνον τον αλαλαγμό κι' όλη την λάμψι εκείνη
Απ' της Κλεισούρας το μικρό εκείνο ερημοκκλήσι
Αγροίκησε ο Καλόγηρος κ' είχε με μιας γνωρίση
'Σ το Μεσολόγγι τη βραδειά εκείνη τ' είχε γίνη.
Με μιας πετιέται 'ς την κορφή και το τηράει και κλαίει
Και τέτοια αναστενάζοντας λόγια θλιμμένα λέει:
— Αφωρισμένος τρεις φοραίς οποίος έβαλε χέρι
'Στ' αστέρι της Πατρίδας μας, 'ςτού Γένους μας τ' αστέρι!
Στρέψου και γύρα κύταξε, φτωχό μου Μεσολλόγι,
Το πέσιμό σου πώς το κλαίν' βουνά, ουρανός και λόγγοι·
Κ' ημείς οι δόλιοι πούχαμαν 'ς εσένα κάθε ελπίδα
Σε κλαίμε, γέροι και παιδιά, σε κλαίει όλ' η πατρίδα.
Τη θέσι σου σου ζήλεψε, σου ζήλεψε τα νηάτα,
Κι' αυτή η Μοίρα η φθονερή και σ' άλλαξε τη στράτα,
Κι' αντίς να ξαναπαινεθής, να διώξης τον οχτρό σου,
Σον 'τοίμασε το θάνατο αυτή, το πέσιμό σου.
Μ' αν πέφτης, πέφτεις ένδοξο, 'σάν παλληκάρι πέφτεις,
'Σάν το λιοντάρι 'ς τη σπηληά, 'σάν 'ς το λημέρι ο κλέφτης,
Που αμέτρητοι τον έχουνε ολόγυρα ζωμένα,
Κ' εκείνο αποφασίζεται, χουμάει απελπισμένο.
Όχι! δεν πέφτεις άδοξο· θα το γνωρίζουν όλοι,
Πως σώλειψε τόσον καιρό ψωμί, μπαρούτι βόλι.
Φτάνει, φτωχό, που βάσταξες κι' ως τώρα την ανδρειά σου
Αλλά και τώρα πώπεσες έπεσες 'σάν ανδρείο.
Ας έρθουν τώρα να σε βρουν οι Τούρκαι έρμο, κρύο,
Και ας γλυτώση ο Θεός τα έρμα τα παιδιά σου.
Αχ! γιατί ακόμα μια φορά, γιατί να μη 'μπορώ
Να σε γλυτώσω ο άμοιρος! Αστέρι μου λαμπρό,
Γιατί να σβύση σήμερα 'ς τα νέφια των οχτρών σου!
Γιατί να μη βρεθώ κ' εγώ απόψε 'ς των παιδιών σου
Την ένδοξη την &έξοδο&, οπού θα να ξυπνήση
Απόψε από τον ύπνο της Ανατολή και Δύσι!
Γιατί να μη βρεθώ κ' εγώ 'ς το πλάι του Ζαβέλα!
Γιατί αχ! ράσο να φορώ και όχι φουστανέλλα!
Γιατί λιοντάρι εγώ βουνού να κόψω μοναχός μου
Τα 'νύχια, την ανδρεία μου! Γιατί ναρθώ να ζήσω
Καλόγηρος, αγνώριστος και ταπεινός, να κλείσω
Τα μάτια μου 'ς την ερημιά εδώ μακρυά του κόσμου!.,
Αγαπημένα Γιάννινα, πώς σας πονώ μακρυά σας!
Βουνά του Πίνδου μου 'ψηλά, με τα πολλά κλαριά σας,
Με τα τρανά τα πεύκα σας ταις γέρικαις οξειαίς σας,
'Ζήλεψα τα λημέρια σας, τους ίσκιους, ταις δροσιαίς σας!
Τη λίμνη τ' Αγγελόκαστρου όσαις φοραίς κυτάζω.
Τα Γιάννινα — τα Γιάννινα θυμούμαι, και χτικιάζω.
Αχ πότε, πότε ελεύθερα να σας πατήσω πότε,
Και τότες ας σβυσθώ με μιας, ας αποθάνω τότε!
Εδώ, μακρυά σας, έχασα την δόξα, την ανδρειά μου.
Έχασα την γυναίκα μου, έχασα...τα παιδιά μου! —

Κ εσώπασε ο Καλόγηρος. Οι 'γκαρδιακοί λυγμοί του
Και τα πολλά τα δάκρυα τώπνιξαν τη φωνή του,
Και δίχως λόγο και 'μιλιά έσκυψε 'ς ένα βράχο,
Κ' έκλεγε κι' αναστέναζε. Δάκρυα ευλογημένα!
Δάκρυ' απ' τα φυλλοκάρδια του, απ' την ψυχή βγαλμένα!
Δάκρυα πικρά, οπού κ' εγώ 'ς την ξενητειά μου τάχω
Για μόνη μου παρηγοριά όσαις φοραίς θυμούμαι
Τη σκλάβα την πατρίδα μου! Πόσαις φοραίς κοιμούμαι
Κ' εγώ με τέτοια δάκρυα 'ς τα 'μάτια μου πηγμένα!
Δάκρυα, οπού καθένας μας χύνει μακρυά 'ς τα ξένα!
Ξανασηκώθηκε ορθός. Το 'μάτι του απ' το δάκρυ
Λουσμένο, λάμπει γαλανό 'σάν ουρανός τ' Απρίλη
Ύστερ' από βαρειά βροχή. Γονάτισε 'ς την άκρη
Του βράχου κ' έγνεψε 'ψηλά. Δεν του 'μιλούν τα χείλη,
Μιλάει η καρδιά του, η ψυχή,
Μιλάει του Παντοδύναμου, 'μιλάει τα λόγια εκείνα,
Οπού τα λένε προσευχή,
Αγνά 'σάν τα τριαντάφυλλα, αθώα 'σάν τα κρίνα.
Ήταν εκείν' η προσευχή για όλο μας το Γένος.
Και τόσος του ήταν 'ς την καρδιά, ο πόνος σωρειασμένος
Οπού τον έκοψ' ίδρωτας. Τον ίδρωτα σπογγίζει,
Και πάλι ορθός τα θλιβερά τα λόγια του αρχίζει:
— Τη μέρα εκείνη, ο άμοιρος, πώς την θυμούμαι ακόμα!
Σε πόσους τη μολόγησε το γέρικό μου στόμα!..
Τον άγριον τότε Αλή πασά τα Γιάννινα βαστούσαν,
Που 'ς τη βαρειά φοβέρα του κ' οι κλέφταις προσκυνούσαν.
Ήμουν μικρός, πολύ μικρός. Αγνάντια 'ς την Καστρίτσα
Ο κόμος 'πανηγύριζε. Η μάνα μου η Ζωίτσα
Πήρε κ' εμένανε μαζύ. Βραδειά — βραδειά γυρνάμε,
Κι' απ' όξω από τα Γιάννινα 'ς τον Πλάτανο περνάμε.
Εκείνο που είδα, 'τρόμαξα! 'Σ τον Πλάτανο 'ποκάτω
Ένα κορμί πελώριο, παλληκαριά γιομάτο,
Το 'τσάκιζαν με τα σφυριά τρεις γύφτοι χλωμιασμένοι.
Μάνα, της λέω, για κύταξε ο κλέφτης πώς πεθαίνει.
Ποιος ξέρει πόσους 'ς τ' άγρια ξεγνύμνωσε βουνά του!
Τώρα για ιδέ το τέλος του, κύταξε τα στερνά του. —
— Σώπα, παιδί μου, μη το λες, μου είπε απ' αγάλια εκείνη.
Αυτός ποτέ δεν 'κούστηκε ν' αρπάζη, να ξεγδύνη.
Γύρνα και κύτα' τα βουνά τον κλαίν 'σάν βασιληά τους,
Και 'σάν αδέρφι τους πιστό η βρύσαις, τα κλαριά τους.
Κανένας κλέφτης 'σάν αυτός κόσμο δεν ξεγυμνώνει . . . —
— Πώς τόνε λένε μάνα μου: — Τον λένε Κατσαντώνη·
Μη σου ξεφύγη από τον νου το ένδοξο όνομά του.
Ποτέ δεν επροσκύνησε τον Τούρκο. Τάρματά του
Είνε βαμμένα μ' αίματα Τούρκικα μολυσμένα. —
Κ' οι Τούρκοι ... τι κάνουνε; Αδέρφια μας πλασμένα
Κι' αυτοί δεν είνε απ' τον Θεό; Τι φταίνε, τι του κάνουν;
— Άκουσε· δεν πιστεύουνε οι Τούρκοι τον Χριστό μας,
Και μας τον βρίζουν άκοπα· αρπάζουνε το βιο μας,
Μας δέρουνε, μας τυραννούν, θέλουν να μας βυζάνουν.
Το αίμα μας 'σάν σφάλαγκες. Μας έχουν σαν σκυλιά τους
Οι Τούρκ' ημάς τους Χριστιανούς για κάθε θέλημά τους,
Και μοναχή φροντίδα τους είνε για να μας σβύσουν.
Αυτοί, που Κλέφταις λέμ' εμείς, που διάλεξαν να ζήσουν.
'Στα κορφοβούνια, 'ς τα κλαριά, και 'ς τ' άγρια στενορρύμια
Με τα θεριά, μ' αγρίμια·
Αυτοί, οπού φωλιάζουνε σε τρίσβαθα λημέρια.
Κ' έχουν συντρόφους τους αετούς, τ' αηδόνια, τα ξεφτέρια,
Δεν 'βάσταξαν να ζήσουνε 'ς τους Τούρκους σκλάβοι δούλοι.
Και παν' απάνου 'ς τα βουνά 'ς τον Πίνδο και 'ς το Σούλι
'Σ τα βράχια, 'ς τα ελάτια,
Που έχει η Ελευθεριά τ' άσπρα της τα παλάτια.
Και 'ς το 'Βαγγέλιο, 'ς το Σταυρό είνε βαρηά ωρκισμένοι
Κι' όλοι αποφασισμένοι
Ή να την διώξουν την Τουρκιά ή όλοι να 'ποθάνουν.
Εκείνοι ζουν' ελεύθεροι κι' όλα ... για μας τα κάνουν.
Για 'μας ολάκεραις περνούν νυχτιαίς, ακέρηα χρόνια,
Μέσα 'ς το κρύο, 'ς ταις βροχαίς, 'ς τα κρύσταλλα, 'ς τα χιόνια.
Για 'μας πολλαίς φοραίς πεινούν, για μας ζουν' 'ςτά βουνά,
Για 'μας γυρίζουν θάλασσαις, πέλαγα σκοτεινά.
Για 'μας, παιδί μου, το κορμί εκεί του Κατσαντώνη
Από των γύφτων τα σφυριά τσακίζεται 'ς τ' αμώνι.
Τον Κατσαντώνη μη ξεχνάς. Κ' όλους να τους θυμάσαι,
Κι' όσαις φοραίς 'ς το στρώμα σου θα πέφτης να κοιμάσαι,
'Σ την προσευχή σου που θα λες, παιδί μου, 'ς το Θεό μας
Λέγε δυο λόγια και γι' αυτούς, να ζήσουν παρακάλα
Εκείνον που τους έρριξε 'ς τον κόσμο για καλό μας.
Έχουν να κάνουν θαύματα για μας αυτοί μεγάλα!
Κι όσο σ' αυτόν τον ψεύτικο τον κόσμο μας θα ζήσης,
Τον Τούρκο, τον αντίχριστο, ποτέ μην αγαπήσης! —
Κι απ' τότε ως που μεγάλωσα κάθε χειμώνα βράδυ,
Ενώ απ' όξω η αστραπαίς έσχιζαν το σκοτάδι
Κ' έβρεχε κ' έρριχνε 'ψηλά 'ς τα κορφοβούνια χιόνι
Και δεν ακούγονταν ψυχή ούτε η φωνή του γκιώνη,
Μ' έπαιρνε η μάνα ς' τη φωτιά κι' άρχιζε να μου λέη
Ά, όχι τα συνήθηα
Που λεν γρηούλαις 'ς τα μικρά παιδάκια παραμύθια·
Μώλεγε λόγια, που κι' αυτή διηγώντάς τα να κλαίη.
Για το Βλαχάβα μώλεγε του Ολύμπου το θρεφτάρι,
Το Γρίβα του Ξερόμερου το δράκο το λιοντάρι,
Τ' αδέρφια τ' αξεχώριστα τους Κατσικογιανναίους,
Και για της Μάνιας τα παιδιά, τους Κολοκοτρωναίους.
Για τον Ανδρούτσο μώλεγε, για το Βλαχοθανάση,
Της Αλαμάνας το στοιχειό το Διάκο το Θανάση,
Τον Κούρμα τον πελώριο, τον Πάνο Μεϊτάτη,
Για το μικρό Χορμόπουλο, και για το Σπαθογιάννη·
Και για του Βάλτου το θεριό το Χρήστο το Μιλιώνη·
Για του πελάγου το πουλί μώλεγε τον Κατσώνη,
Διά της Κασσάνδρας το Σταθά, το γέρο Μπουκουβάλα,
Το Ζήτρο τον ανήμερο, τον άγριο Κώστα Πάλλα,
Το Χρήστο Γρίβα τον αετό της Λάμιας, το Λαμπέτη,
Για τον χαμένον αδελφό του Διάκου Μασσαβέτη,
Και για τον πάτερ-Σαμουήλ της Κιάφας μας τ' αστέρι.
Για το Μαλάμο μώλεγε της Λάμαρης ξεφτέρι,
Για του Ζαβέλλα τα παιδιά, του Βότσαρη τη 'Λένη
Τη Μόσχο και τη Λιάκενα τη μπαρουτοθρεμμένη·
Για το Γυφτάκη μώλεγε, και για το Μητρομάρα,
Τον Καλιακούδα, τον Λουκά, και για τον Νικοτσάρα.
Και, μια τρισκότειδη βραδειά, μια Κυριακή, μια σκόλη,
Μου είπε πώς μας πήρανε την ώμορφη την Πόλι.
Μα μου είπε και μια ελπίδα,
Μου είπε πως θε ν' αναστηθή η έρμη μας Πατρίδα·
Μου είπε πώς πάλι θα να ιδή μέσ' 'ς την Αγιά-Σοφιά της
'Τον Κωνσταντίνο με χρυσή κορώνα, βασιληά της.
Ως τότε δεν τον ήξερα εγώ τον Τούρκο, αλήθεια.
Τα λόγια αυτά της μάνας μου μ' άναψαν μέσ' 'ςτά στήθηα
Άσβεστη φλόγα, κ' έλεγα πότε να μεγαλώσω
Τα κλέφτικα τα άρματα 'ς τη μέση μου να ζώσω,
Να πάω να ζήσω 'ς τα βουνά, μ' αγρίμια να φωλιάζω,
Με τ' άλλα τα κλεφτόπουλα να πολεμώ να σφάζω.
Κ' όταν από το σπήτι μας εκείνο το μικρούλι
Μώδειξε η μάνα τα βουνά του Πίνδου και το Σούλι,
Ταις ανοιξιάτικαις βραδειαίς 'σάν τώρα, με φεγγάρι
Που αποσταμένη έγερνε αυτή 'ς το μαξυλάρι,
'Σ το παραθύρι μας εγώ με 'ξάγρυπνα τα 'μάτια
Κύταζα πέρα τα βουνά, των κλέφτων τα παλάτια,
Κι' αγάλιαζα βαθηά — βαθηά οπού 'σάν θείο χέρι
Το μυρωμένο τους λεπτό με χάιδευε αγέρι.
Και έτσι όλα πέρασα τα χρόνια τα μικρά μου.
Έτσι μας μεγαλώνουνε η μάναις η 'δικαίς μας
Εμάς εκεί 'ς την Ήπειρο με όλαις ταις σκλαβιαίς μας,
Μ' όλα τα καταφρόνια μας. 'Περήφανα βουνά μου.
Αχ, πότε ακόμα μια φορά θε να σας αγναντέψω
Απ' τα καϋμένα Γιάννινα! Πότε θα συντροφέψω,
Βουνά μου, ακόμα μια φορά τα πεύκα τα ψηλά οας.
Πότε θα πιώ απ' τα κρύα σας τ' αθάνατα νερά σας!
Έπρεπε, 'σάν τον έλατο τρανός, να ζήσω τώρα
Πέρα 'ς εκείνα τα βουνά, 'ς τη σκλαβωμένη χώρα,
Και όχι 'σάν τον ταπεινό το μαύρο κυπαρίσσι,
Τώρα να ζω καλόγηρος 'ς αυτό το 'ρημοκκλήσι...
Ποιος ήμουν...και ποιος έγεινα! — Και πάλι ο γέρως πάλι
Έσκυψε πάλι κλαίγοντας 'ς το βράχο το κεφάλι.



ς'.



Ποιος ήταν και ποιος έγεινε; Ήταν απ' τ' άγιο χώμα.
Τότες όλοι τον ήξεραν και τον θυμούνται ακόμα
Τον Κωσταντή 'ς τα Γιάννινα, τον πρώτο κυνηγό τους,
Οπού κανένα απάτητο δεν άφηκε βουνό τους.
Κ' ήταν ένας ωμορφονιός, των κοπελλών η τρέλλα,
Χρυσό καμάρι των γονηών, των Τούρκων πάντα φέλα.
Τα πρώτα του τα γράμματα τάμαθε 'ς τον Ψαλλίδα.
Τα λόγια του τούταν για την Πατρίδα.
Τώδειχνε η μάνα του συχνά συχνά τα κορφοβούνια
Και των κλεφτών τ' αράδειαζε τα έργα. Και 'ς την κούνια
Ακόμα που τον βύζανε μικρό 'σάν τ' Αγγελούδια
Τον ύπνο του νανούριζε με κλέφτικα τραγούδια.
Χαρά 'ς το τέτοιο το παιδί που έτσι μεγαλώνει!
Αξίζει η πατρίδα του για να το καμαρώνη.
Από μικρούθε 'ςτ' άρματα συνήθεισε το χέρι,
Κι' όταν λεβέντης έγεινε ήταν αετός-ξεφτέρι.
'Στή λίμνη εκεί την ώμορφη ή γύρα 'ς τα βουνά της
Θα νάβρισκε τον Κωνσταντή συχνά κάθε διαβάτης
Να κυνηγάη πέρδικες, παπιά και περιστέρια
Και των κλεφτών τον ήξεραν ακόμα τα λημέρια,
Οπού ζαρκάδια, αγριόχοιρους, αλάφια κυνηγούσε
Ή με τ' αρκούδια πάλευε ή λύκους ξεκοιλούσε.
'Σ τα Γιάννινα είν' ώμορφαις. Ο Κωνσταντής 'ς τη νηότη
Αγάπησε· κ' ήταν αυτή η ύστερη και πρώτη
Αγάπη και γυναίκα του. Του γέννησε η 'Λένη
Αγγέλους δυο, και πέρναγαν ζωή χαρητωμένη.

Της Ρούμελης την όχεντρα, το γέρο τον Αλή
Τον ξέγραψε ο Σουλτάνος του, τον είπε φερμανλή,
Κεφάλι σήκωσε ο Αλής, και την Αρβανιτιά του
Μαζεύοντας 'ς τα Γιάννινα γύρευε τα χαρτιά του.
Δεν τον ακούει ο αφέντης του, τον έχει αφωρεσμένον,
Και στέλνει ασκέρια αμέτρητα που τον βαστούν κλεισμένον
Και θέλει το κεφάλι του φερμένο 'ς το σιντόνι,
Στέλνει πασάδες τον Χουρσήτ με τον Ομέρ Βρυώνη.
Κι' ο Αλή-Πασάς τόσο καιρό δεν δίνει τα κλειδιά του
Κλεισμένος μέσ' 'ς το κάστρο του 'σάν λύκος 'ςτή φωλιά του.
Μια 'μέρα αγνάντια 'ς το νησί ακούστηκαν τουφέκια,
Φωναίς πολλαίς, αλαλαγμός, σάλπιγκες, τουμπελέκια·
Εσκότωσαν το γέρω Αλή. Πήραν το κάστρο απάνου.
Πήρανε και τα Γιάννινα τ' ασκέρια του Σουλτάνου.
Τότες ακούσθη κ' η βροντή απ' την Αγία Λαύρα,
Κ' εφάνηκαν μέσ' 'ςτά βουνά σύγνεφα 'λίγα μαύρα,
Κι' απώνα βουνό 'ς άλλο
Πετούν, πυκνώνουν, γίνονται ένα βαρύ, μεγάλο,
Που απ' άκρη 'ς άκρη τη βαθειά τη φοβερή μαυρίλα
Απλώνει 'ς την Ελληνική τη χώρα. Ανατριχίλα!
Επανεστάτησε ο Γκιαούρ! Κλεισμένος 'ς το χαρέμι
Τ' ακούει ο Σουλτάν Μαχμούτ και ρυάζεται και τρέμει,
Και τα πυκνά τα γένεια του τινάζει με λαχτάρα.
Φωτιά, προστάζει και σφαγή και γύμνια και τρομάρα!
Φεύγουν οι δόλιοι χριστιανοί πώς φεύγουν τα πουλιά,
Όταν θολούρα τα βαρεί αλάργα απ' τη φωληά,
Και μέσ' 'ςερμιαίς βαθειαίς γυρνούν και κρύβονται 'ςτά βράχια.
Οι κάμποι μένουν έρημοι, καίγονται χόρτα αστάχυα.
Ρήμαξαν και τα Γιάννινα, φεύγουν η φαμηλιαίς,
Και καταφύγι 'ς των βουνών βρίσκουνε ταις σπηληαίς,
Εκεί, 'ς τον Πίνδου ταις κορφαίς, 'ς άγρια ξηρά βουνά,
Και μέσ' 'ς τα &σκέμπια& ανάμεσα, σε βράχους, σε στενά,
'Σάν αδερφάκια ασπρίζουνε τα δυο κεφαλωχώρια
Συρράκου—καλαρύταις
'Σ τους βράχους του μεγάλοι αετοί φωληάζουν και πετρίτες.
Το σύνορο τα χώρισε, και ζούνε τώρα χώρια.
Οι πλειότεροι απ' τα Γιάννινα ηύραν εδώ κρυψώνα·
Εδώ τον πρώτο πέρασαν του χαλασμού χειμώνα.
Εδώ ο Κώστας έφερε κι' αυτός την φαμηλιά του,
Τη μάνα, τον πατέρα του, τη Λένη τα παιδιά του.
Εδώ κ' εγώ 'γεννήθηκα, εδώ τον ήλιο είδα,
Αυτά τα βράχια τα 'ψηλά έχω εγώ πατρίδα.
Όταν ο Απρίλης έχυσε τα χνώτα τα ζεστά του
Κι' ο Πίνδος ξεφορτώθηκε τα χιόνια τα πολλά του,
Ανέβηκαν και 'ς τα βουνά τα Τούρκικα σ' ασκέρια
Και πήραν σβάρνα τα χωριά για κλέφτικα λημέρια.
Η Καλαρύταις χάλασαν, και το Συρράκου αντάμα,
Και του Μεσολογγιού κ' εδώ ακούσθηκε το κλάμα.
Όσοι γλυτώσαν έφυγαν γυμνοί και τρομαγμένοι
Προς των Τζουμέρκων τα βουνά. Οι Τούρκοι λυσασμένοι
Αχόρταγοι τους κυνηγούν ακόμα κ' εκεί πέρα.
Εδώ ο Κώστας έχασε τον γέρο τον πατέρα.
'Σ το Βουργαρέλι οι χριστιανοί, οι Τούρκοι από κοντά τους.
Οι Αγραφιώταις παρεκεί φυλάγουν τα βουνά τους.
Εδώ οι Τούρκοι σταματούν· εδώ δεν κυνηγούνται
'Σαν έφτασαν οι χριστιανοί, όσοι έμειναν σκορπούνται
'Σ το Βάλτο, 'ς το Ξηρόμερο, άλλοι 'ς το Καρπενήσι.
...................................................
Γλήγορος απ' τα Γιάννινα ο 'Μέρ είχε κινήση
Την Επανάστασι μιας να σβύση 'ς την Ελλάδα.
Και σέρνει ασκέρια αμέτρητα πεζούρα και καβάλα.
Διαβαίνει το Μακρύνορο, διαβαίνει τη Φλωριάδα,
Και χύνεται 'ς τα χειμαδιά του Βάλτου τα μεγάλα
'Σάν τ' Άσπρου τα πολλά νερά θολά, κατεβασμένα
Κι' όπου περνάει αφίνει ερμιά, κι' αυλάκια στερφεμένα
Κι' ολούθε σκλάβους παίρνει
Κι' αρμάθες 'σάν ο Χάροντας 'ς τ' ασκέρια του τους σέρνει.
Κατά τ' Αγρίνι κάτω
Βρίσκει του Πίνδου του Σουλίου τον κόσμο το φευγάτο·
Βρίσκει τον Κώστα πούχ' εκεί τη φαμηλιά του φέρει
Και παίρνει τη γυναίκα του και τα παιδιά του παίρνει.
Να φύγη ο Κώστας δε 'μπορεί και πέφτει προσκυνάει.
Τον ξέρει από τα Γιάννινα για πρώτον 'ς το κυνήγι
Και με τους άλλους σκλάβους του ο 'Μέρης δεν τον σμίγει,
Μόνο να κυνηγάη
Για το σουφρά του τον κρατεί και τον καλοταγίζει.



Ζ'.



'Σ το Μεσολόγγι σταματά ο 'Μερ-πασάς, κ' ελπίζει
Ότι ολόκερη κρατεί τη Ρούμελη 'ς το χέρι
Και γλήγωρα για το Μωρηά τ' αμέτρητό του ασκέρι
Λαίμαργο θα κινήση.
Το όνειρό σου το χρυσό γρήγωρα, Ομέρ, θα σβύση·
Το δρόμο σου αν δε σώκοψε ως τώρα ένα τουφέκι,
Το Μεσολόγγι το μικρό που άφωνο τώρα στέκει
Θα να σου γίνη μνήμα·
Ανέλπιστη τ' αγέρωχο θα να σου κόψη βήμα.
Σέρνει ο Βρυώνης τέσσερες χιλιάδες Αρβανίταις,
Και τετρακόσιοι μοναχά είναι οι Μεσολογγίταις.
Ο Μάρκος Βότσαρης μαζύ, της Κιάφας ο αετός,
Τριάντα πέντε του Σουλιού συγύριζε ξεφτέρια,
Ολομερίς σαλεύονται του Ομέρ-πασά τ' ασκέρια,
Και σκώνεται μεσουρανίς πυκνός ο κουρνιαχτός.
Άξαφνα βρέθηκε μια αυγή κλειστό το Μεσολόγγι.
Μαύριζε γύρα η Αρβανιτιά, 'σάν να το ζώνουν λόγγοι.
Κλειέται με μιας κ' η θάλασσα· κι' ο &Μέρης& μανιωμένος,
'Σάν λύκος λυσσασμένος,
Γρήγωρα θέλει τα κλειδιά. Τ' αρνιούνται οι κυκλωμένοι.
Είνε το πρώτο κλείσιμο, δεν είναι πεινασμένοι,
Και δεν τους λείπει τίποτα, έχουν μπαρούτι-βόλι,
Έχουν καθάρια τη ματιά, είνε λιοντάρια όλοι.
Για να γελάσουν τους οχτρούς, για να τους παντεχένουν
Αμέτρητους, αμέτρητα σπαθιά 'ς τους τοίχους στένουν,
Και τουφεκίζουν όλοι τους μια εδώ, μια εκεί, μια πέρα,
'Σάν νάχουν τα προχώματα πιασμένα πέρα-πέρα.
Με λίγαις 'μέραις 'ς το γιαλό καράβια ' 'ξαγναντίζουν,
'Λίγα καράβια Ελληνικά κι' οι Τούρκοι αναμερίζουν.
Η θάλασσα είνε ελεύθερη. Το Μεσολόγγι κράζει:
— Έλα να πάρης τα κλειδιά, πασά! — Ο 'Μέρ φρυμάζει,
Και καρτερεί 'σάν όχεντρα πότε να βρη καιρό
Για να χουμήση άξαφνα. Ξεγέλασμα πικρό!. .
Το Μεσολόγγι. Ομέρ-πασά, δεν το φυλάν' οι τοίχοι,
Τ' ανδρεία στήθηα το φυλάν και η καλή του τύχη.



Η'.



'Ξημέρωναν Χριστούγεννα. 'Σ τα παγωμένα αθέρια
Λάμπουν χρυσά τ' αστέρια,
Και 'ς το φεγγάρι που έτοιμο να βασιλέψη σκύβει
Πέρα 'ς του Βάλτου τα βουνά — που καταχνιά τα κρύβει —
Ασπρίζουν του Ζυγού η κορφαίς η χιονοσκεπασμέναις,
'Σάν νάν' 'ψηλά φαντάσματα, 'ψηλαίς καμαρωμέναις
Ως 'ς τ' άστρα, λες κι' απόκρυφα μ' αυτά συνομιλούνε.
Ανάρηα-ανάρηα τα Ζυγά την Πούλια ακολουθούνε
Και περασμένη τη 'μισή τη νύχτα σημαδεύουν.
Σβυέται ο Σταυρός μεσουρανίς· οι Δράκοι βασιλεύουν.
Σε 'λίγο το φεγγάρι
'Σάν βασιλέψη τρίβαθο σκοτάδι θε να πάρη.
Πόσο το χειμωνιάτικο είν' άγριο το σκοτάδι!
Κι' αν ξενυχτίσης 'ς το βουνό, 'ς το λόγγο, ή λαγκάδι
Διπλή σου χύνουν 'ς την καρδιά, διπλή ανατριχίλα
Το κρύο κ' η μαυρίλα.
Τη νύχτα εκείνη εδιάλεξε ο 'Μέρ για το σκοπό του.
— Απόψι αγρύπνια ολονυχτίς, λέει 'ς το σύμβουλό του,
Κ' ύστερ' απ' τα μεσάνυχτα, 'σάν το φεγγάρι φύγη,
Την ώρα που των Χριστιανών η εκκλησιά ανοίγει
Και πάνε τα Χριστούγεννα αυτοί να λειτουργήσουν
Και 'ς τα προχώματα 'ψηλά κανένας δε θα μείνη.
Τη νύχτα, λέγω, εκείνη
Τ' αμέτρητα τ' ασκέρια μας άξαφνα να χουμήσουν
Κι' ως 'ς την αυγή να στήσουμε, πατώντας τον οχτρό μας,
'Σ τους τοίχους του Μεσολλογγιού το μισοφέγγαρό μας. —
Ο λόγος δίνεται με μιας 'ς τ' ασκέρια πέρα-πέρα,
Και με φωναίς χαρούμεναις γιομίζουν τον αγέρα.



Θ'.



Το φεγγαράκι λίγο τι να βασιλέψη θέλει
Και ώμορφα χαμογελά και φέγγει 'σάν να στέλλη
'Σ τη γη μας καλονύχτισμα. 'Σ τη λάμψη του η φύσι
Φαίνεται πούναι 'ς όνειρα, σε ύπνο βυθισμένη,
Η λίμνη του Μεσολογγιού αστράφτει αγρυπνισμένη,
Γιατί τ' αγέρι το τρελλό θέλει να την φιλήση,
Κι' όσαις φοραίς το χέρι του απάνω της απλώνει,
Πεισμώνει αυτή κι' ανάλαφρα το μέτωπο ζαρώνει.
Καθάρια τα νερά της
Σωπαίνουν όλα. Μοναχά σε κάθε ακρογιαλιά της
Με κάνα λιανολίθαρο παίζουν ή με λουλούδι
Και μουρμουρίζουν, 'σάν παιδιά, κάνα γλυκό τραγούδι.
Άξαφνα απ' τ' Αντιλικού τώμορφο τ' ακρογιάλι
Ένα μονόξυλο μικρό μ' ένα πανί προβάλλει.
Τραβάει προς του Μεσολογγιού το κάστρο, κι' από πέρα
'Σάν απ' τη λίμνη φαίνεται να βγαίνη 'ς τον αθέρα
Άσπρο πελώριο φάντασμα. Ανοίγουν τα κουπιά του
Σαν τα φτερά του γερακιού. Σε μια κι άλλη μεριά του
Της λίμνης τ' άσπρα τα νερά τα δόλια δεν προφταίνουν
Να το 'ρωτήσουν τι του φταίν' κ' άγρια τα ξεσχίζει.
Βογγούν, φωνάζουν, σκούζουνε και μεριασμένα μένουν
Κ' εκείνο φεύγει και πετά και σχίζει, πάντα σχίζει,
'Σάν νάθελε σε μια στιγμή εκεί που πάει να φθάση.
Μέσα του το γραμματικό καθάρια το Θανάση
Βλέπω του καπετάν Μακρή. Γιατί; γιατί και συ,
Θανάση, δεν ακούγεσαι; Πού είνε η χρυσή
Φωνή σου απόψε που συχνά τη λίμνη χαιρετούσε
Κ' η λίμνη σε χαιρότουνε και σου χαμογελούσε;
Γιατί 'σάν δίχως όρεξι καταμεσίς ξαπλώνεσαι
Κ' ακουμπισμένος 'ς τους σκαρμούς τα μάτια στηλωμένα
Έχεις 'ψηλά 'ς τον ουρανό, 'σάν τ' άστρα ένα-ένα
Ν' αναμετράς; Για το μικρό χωριό σου μη σε πόνεσε
Μήνα για τον πατέρα σου τ' αδέρφια σου Θανάση; ..
Ω μη! μη συκλετίζεσαι. Κ' η μέρα σου θα φθάση
Να ιδής και την πατρίδα σου να ιδής και τους δικούς σου
Όπως τους θες ... ελεύθερους. Με τέτοιους λογισμούς σου
Μη την πικραίνης την καρδιά, ω μη! μη την ραγίζης.
Θανάση, ξύπνα· κάτσε εκεί που πάντα συνειθίζεις
Και το γλυκό σου πάρε μας, Θανάση, το τραγούδι,
Οπού τ' ακούγουν τα βουνά και χαίρουν, καμαρώνουν,
Τ αγρίμια κ' ημερεύουνε, τα δέντρα χαμπηλώνουν,
Και χύνει μόσχο-ανασασμό του βράχου το λουλούδι
Γιατί σε τέτοια συλλογή κάθε χαρά να πνίξης;
Η λίμνη πώς σε καρτερή τα χείληα σου ν' ανοίξης!!
Και τι γλυκότερο απ' αυτό! Τη λίμνη να περνάς
Με τέτοια ώμορφη βραδειά,
Που τα κουπιά σου 'ς τα νερά μονάχος να γυρνάς,
Και το γλυκό τραγούδι σου να βγαίνη από τα χείληα...
Τι θέλγητρο!-τι ζήλια!
Χαρά 'ς αυτόν που βάσανα δεν έχει 'ς την καρδιά!
Κ' εγώ θυμούμαι ταις βραδειαίς αυταίς 'ς την ξενητειά μου
Που με τραγούδια με χαραίς εφτέρωνε η καρδιά μου
'Στη λίμνη των Γιαννίνων μου, 'ς τη λίμνη αλήθεια εκείνη
Που κάθε μια νυμφαία της και κάθε καλαμιά της
Κρύβει Νεράιδες ώμορφαις, κ' εις κάθε ακρογιαλιά της
Με τραγουδάκι ερωτικό κάθε της κύμα σβύννει·
Κ' εκείνο τώμορφο νησί με το μικρό βουνό του,
Με μοναστήρια 'ς τη κορφή, 'ς τα πλάγια, 'ς το ριζό του,
Με ταις βαθειαίς του ταις σπηληαίς,
Τα κάτασπρα τα σπήτια του μέσ' ς τα κλαριά χωμένα
Κλαριά γιομάτα χλωρασιά και πάντα φυλλωμένα,
Πώχουν αμέτρηταις φωληαίς
Πουλιά μικρά γλυκόλαλα λογιών-λογιών χιλιάδες,
Κ' εμπρός τα πλάγια του βουνού γιομάτα πρασινάδες . . .
Πατρίδα μου! πώς απ' τον νου εγώ να σε ξεγράψω!
'Σάν σας θυμούμαι, Γιάννινα, αχ πώς, πώς να μη κλάψω;



Ι'.



Ακόμα ο Γραμματικός κάθεται ξαπλωμένος·
Ακόμα δείχν' η όψι του πούνε συλλογισμένος.
Αχ! νάξερα τον πόνο σου, Θανάση μου, τον τόσο,
Και να μπορούσα ο δύστυχος να σου τον βαλσαμώσω!
Άξαφνα-άξαφνα μεμιάς κόβει τη συλλογή του,
Και: — Στάσου, κράτα τα κουπιά! — κράζει του καϊκτσή του.
— 'Στό δώθε του Μεσολογγιού, του λέει, τ' ακραγιάλι
Έν' άσπρο-άσπρο και μικρό απ' τη στερηά προβάλλει. —
— σώπα, θα νάνε φάντασμα, — αυτός τ' απολογέται.
— Όχι. Πώς κυματίζεται δε βλέπεις, πώς κουνιέται;
Κ' είνε γερμένο προς εμάς. Σημαία ή μαντύλι.
Τράβα να πάμε προς εκεί: αν είνε Τούρκ' ή φίλοι
Θα τους ιδούμε από μακρά. — Γυρνάει το καΐκι
Κι' αυτός το σπρώχνει προς εκεί. Μεριάζει από τα φύκη,
Κ' έρχεται 'ς την ακρογιαλιά, και τα κουπιά μαζώνει.
Βλέπουν εκείθε 'ς το γιαλό άνθρωπο να σιμώνη,
Και τ' άσπρο το μαντύλι του κουνώντας τους φωνάζει:
— Παιδιά! Αν είστε χριστιανοί, ελάτε· μη σας σκιάζει
Η παρουσία μου εδώ. Απ την αυγή γυρνάω
Απ' όξω του Μεσολογγιού, τάχα πως κυνηγάω.
Έν' από σας για νάβρω,
Έν' αδερφό μου χριστιανό για να του 'πω χαμπέρι,
Πικρό χαμπέρι, μαύρο,
Που το φυλάγουν μυστικό 'ς του Ομέρ-πασά τ' ασκέρι.
Παιδιά! Για όνομα Θεού, μη, μη φοβάστε, ακούτε.
Το Μεσολόγγι ο Θεός δε θε να χάση ακόμα.
Ούτε να πέση η Ρούμελη, ούτε ο Μορηάς μας ούτε.
Και τώφερε το μυστικό και 'ς το δικό μου στόμα.
Αδέρφια, μη, μη σκιάζεστε τον χριστιανόν εμένα.
Αν βρίσκωμαι με τους οχτρούς, αχ! μώχουν σκλαβωμένα
Τα τέκνα, τη γυναίκα μου. Απόψε πριν χαράξη
'Σάν το φεγγάρι 'ς τα βουνά 'ς τη δύσι του αράξη,
Την ώρα που τη Γέννησι, αδέρφια, του Χριστού μας
Θα να σημαίνουν η εκκλησιαίς, τ' ασκέρια του οχτρού μας
'Σ το Μεσολόγγι άξαφνα ακέρηα θα χουμήσουν,
Για νάβρουν τα προχώματα έρμα, να το πατήσουν.
Γιατί πιστεύει ο 'Μέρ-πασάς, τώμαθε από προδόταις,
Πως θάνε οι φυλαχτάδες σας 'ς ταις εκκλησιαίς μας τότες.
Σύρτε και πέτε τους εσείς 'ς την εκκλησιά μην 'πάγουν,
'Σ τα τείχηα να φυλάγουν.
Σύρτε και πέτε τους, παιδιά· γιατ' ο Θεός με στέλλει.
Το Μεσολόγγι να χαθή δεν θέλει Αυτός, δεν θέλει! —
Είπε και το μαντύλι του κουνώντας 'ς τον αέρα
Εχάθηκε μέσ' 'ςταίς λακαίς και μέσ' 'ςτά σχίνα πέρα.
Με μιας μ' αυτόν βασίλεψε και το φεγγάρι 'ς τα βουνά.
Του Βάλτου κ' έγειναν με μιας βουνά, λαγκάδια σκοτεινά.
Ποιος ήταν αυτός πούφερε το μυστικό χαμπέρι
Απ' του Ομέρ τ' ασκέρι;
Πέτε τον σεις, 'ψηλά βουνά, βρυσούλαις και λαγκάδια.
Σεις, που τον συντροφεύετε τόσαις αυγαίς και βράδυα!
Πέτε τον σεις βράχοι κλαριά, του Ομέρη τον προδότη.
Τον Κώστα το Γιαννιώτη!



ΙΑ'.


Ξημέρωναν Χριστούγενα. Η εκκλησιαίς σημαίνουν
Κουνιούνται τα καμπαναριά, και η φωναίς που βγαίνουν
Απ' το βαθύ και διάπλατο κάθε καμπάνας στόμα
'Μοιάζουν Χειρουβεικούς ψαλμούς, 'σαν το απ' ουράνιο δώμα
Χιλιάδες τα Χριστούγεννα να τραγουδούν αγγέλοι·
Και κάθε αχτίδα από 'ψηλά που κάθε αστέρι στέλλει
'Μοιάζει αγγελική ματιά. Θρησκεία! γλυκειά μάνα,
Τι ώμορφη δίνεις εσύ λαλιά και 'ς την καμπάνα,
Και πόσο εκείνη η λαλιά σαλεύει την καρδιά μας!
Πόσαις εκείνος ο σταυρός απ' τα καμπαναριά μας,
'Σ την αντηλιάδα χύνοντας τόσαις χρυσαίς αχτίδες,
Χύνει βαθηά μας, 'ς την ψυχή, γλυκαίς χρυσαίς ελπίδες!
Κ' η δυο εκείναις χαραυγαίς που αγγέλλοι κατηβαίνουν
Μέσ' απ' τον ουρανό 'ψηλά κ' έρχονται και σημαίνουν
Χριστούγεννα κι' Ανάστασι, ω! τι μυστήριο χύνουν,
Τι χαραυγούλαις είν' αυταίς, πόση ζωή μας δίνουν!
Λάμπουνε, τ' ασυγνέφιαστα τα ουράνια 'σάν ζαφείρια·
'Σάν μάτια π' αγρυπνήσανε φέγγουν τα παραθύρια·
Χαρούμεναις και σιγαλαίς 'μιλιαίς σμίγονται γύρα.
Και από κάθε θύρα,
Που ανοίγεται, βγαίνουν μορφαίς γελούμεναις λουσμέναις.
Γλυκαίς καλοντυμέναις.
Κρατούν 'ς τα χέρια τους κηριά, λαμπάδες. 'Στή ματιά τους
Λάμπ' η χαρά που 'νοιώθουνε βαθειά μέσ' την καρδιά τους
'Ξημέρωναν Χριστούγεννα. Θύραις ολούθε ανοίγουν
Κι' ολούθε τώρα οι χριστιανοί 'ςταίς εκλησιαίς μας σμίγουν
'Στό Μεσολόγγι μοναχά, απόψι διακρίνω
Μέσα 'ς ταις εκκλησιαίς ερμιά, και η ερμιά εκείνη
Βαρύ κρυφό παράπονο κατάκαρδα μου αφίνει
Που ένα δάκρυ φλογερό δίχως να νοιώσω χύνω
Και μου ραγίζεται η καρδιά και δυο μεγάλοι βόγγοι
Με πνίγουν μέσ' ς'τα στήθηα μου. Καϋμένο Μεσολόγγι!
Ήταν γραμμένο εκεί 'ψηλά, φτωχό, να μη γιορτάσης
Φέτος εσύ Χριστούγεννα 'ς την εκκλησιά! Να πιάσης
Τα μετερίζια πρέπει συ αρματωμένο απόψι
Και την πορειά του Ομέρ-πασά τη φοβερή να κόψη
Το φλογερό τουφέκι σου, το χώμα σου να σπάση
Το κύμα αυτό που ολάκερη βουλιέται να σκεπάση
Την έρμη την Ελλάδα μας! Και θε ναρθούνε χρόνια
Που θα γιορτάσης με χαρά, με δίχως καταφρόνια
Χριστούγεννα κι' Ανάστασι!..

Μέσ' 'ς το σκοτάδι το βαθύ της νύχτας, του Ομέρη
Κινάει απ' το στρατόπεδο τ' αμέτρητο τ' ασκέρι
Με μια 'περήφανη χαρά, μ' ένα χρυσό όνειρό του
'Σ το Μεσολόγγι πώς θα 'μπή. Με τον αλαλαγμό του
Σμίγονται που κ' οι θλιβεροί καμμιάς καμπάνας ήχοι,
Καμπάνας του Μεσολογγιού. Σιμώνει ο οχτρός τα τείχη
Άξαφνα, ανέλπιστα, με μιας 'σάν σύγνεφα αστράφτουν
Και μέσ' 'ς τα μαύρα χώματα χίλια κουφάρια θάφτουν.
Πέντε φοραίς ως την αυγή ρίχνεται με τ' ασκέρι
'Σ τους τοίχους του Μεσολογγιού ο 'Μέρης λυσσασμένος
Και πέντε γύρισε φοραίς 'μισός και 'ντροπιασμένος.
Το Μεσολόγγι απάτητο τωύρε τ'ς αυγής τ' αστέρι.
Τώμαθε η άλλη Ελλάδα,
Κ' εσήκωσε 'περήφανο-'περήφανο το φρύδι.
'Σάν θυμωμένο φίδι,
Και χύνεται μέσ' 'ςτήν Τουρκιά κι' αλλού της καίει αρμάδα
Αλλού της καίει τα χωριά· κι' απ' άκρη 'ς άκρη ανάφτει
Μεγάλη η Επανάστασι, σπαθί ολούθε αστράφτει.
Κ' αλύσια κόβονται βαρηά και πέφτουν και βροντούνε
'Σάν να χτυπιούνται απ' αστραπή και 'σάν να ξεψυχούνε
Χίλιαις χιλιάδες δαίμονες ....



ΙΒ'.



'Στα κοφοβούνια του Ζυγού 'ς τα κρούσταλλα 'ς τα χιόνια
Και 'ς έρμα ανάμεσα κλαριά παμπάλαια-αιώνια
Ο Κώστας κάθεται και κλαίει ζωμένος τάρματά του,
Κι' αναστενάζοντας βαρηά, 'σάν νέφιο φορτωμένο,
Φωνάζει τη γυναίκα του, φωνάζει τα παιδιά του,
Είνε το μοιρολόγι του πικρό, φαρμακωμένο,
Και μόνη μια παρηγοριά, βαθειά τόνε γλυκαίνει,
Η δόξα του Μεσολογγιού. Ο 'Μέρ-πασάς μαθαίνει
Του κυνηγού την προδοσιά και 'ς την απελπισιά του.
'Σάν πήρε ο Κώστας τα βουνά, του σφάζει τα παιδιά του.
Τώπαν του Κώστα 'ς τα βουνά και τάρματα πετάει
Και 'ς της Κλεισούρας το μικρό το ρημοκλήσι πάει
Και γίνεται καλόγηρος, ντύνεται ράσα μαύρα
Και της καρδιάς του την πολλή θέλει να σβύση λάβρα
Με δάκρυα νύχτα-'μέρα,
Μ' αναστενάγματα βαρηά που καίνε τον αγέρα.
Ω, πόση νοιώθη αλάφρωσι ο πεζοδρόμος πόση
'Σάν από βράχια και βουνά και λαγκαδιαίς γλυτώση.
Και 'ς το μικρό καλύβι του το βράδυ-βράδυ φθάση!
Κι' ο άνθρωπος, ταξειδευτής του κόσμου, 'σάν περάση
Ταις τόσαις του κακοτοπιαίς, τα τόσα του τα πάθηα,
Ω, πόση βρίσκει αλάφρωσι 'ς της Εκκλησιάς τα βάθηα
'Στά βάθηα του μοναστηριού! Ω, πόση η πονεμένη
Ψυχή βρίσκει ανάπαυσι 'ς εσένα αφιερωμένη,
Θρησκεία! Όταν, τα βάσανα του κόσμου, ανεμοζάλη,
Κατάστρατα τον άνθρωπο χτυπάει και παραδέρη,
Πόση, θρησκεία, 'σάν 'ς εσέ το λογισμό του φέρη,
'Βρίσκει γλυκειά παρηγοριά 'ς την ιδική σου αγκάλη!
Πόσαις φοραίς το χέρι σου, που λίβανα μυρίζει,
Τα πικραμένα δάκρυα μας 'σάν μάνα τα σφογγίζει!
Και τα γλυκά τα λόγια σου και τα ζεστά φιλιά σου
Πώς μας κοιμίζουνε γλυκά 'ς τη μητρική αγκαλιά σου!
Παντού, Θρησκεία, εσύ
Μάνα μας γίνεσαι παντού κ' ελπίδα μας χρυσή!
Καλόγηρος ο κυνηγός. Κλεισμένα 'ς την κασέλλα
Τα τρώει ο σκόρος τα πισλιά, την άσπρη φουστανέλλα.
Τα φλωροκαπνισμένα του τσαπράζια, τάρματά του
Παραιτημένα σκούριαζαν 'ς τους τοίχους κρεμασμένα.
Κάποτε ρίχνει απάνω τους καμμιά κρυφή 'ματιά του.
'Σάν θυμηθή τα χρόνια του εκειά τα περασμένα.
Θυμάται και τα Γιάννινα τ' αγαπημένα τότε,
Και πότε κλαίει τα νηάτα του και την πατρίδα πότε.

Κοιμήσου 'ς το ελεύθερο, Καλόγηρε, το χώμα
Κι' ουράνια τον ύπνο σου όνειρ' ας νανουρίζουν!
Τάρματα ίσως τάθελες κι' αυτού να τάχης στρώμα·
Ποιος ξέρει σε τι μαύρη γη, πατέρα, να σαπίζουν!
Κοιμήσου. Τώρα χειμωνιά την Ήπειρό μας δέρνει
Και κρύο, ξέρα, παγωνιά 'ς τα χώματά της σπέρνει.
Όταν κ' εκεί η ελευθεριά την άνοιξι 'ξαπλώση
Και το χορτάρι το χλωμά 'ς το χώμα της φυτρώση.
Θάρθω να σε ξεθάψω 'γώ και τάγια λείψανά σου
Θα να τα πάω 'ς τα Γιάννινα· εκεί θα να τα θάψω
Κι' απάνω από το μάρμαρο του τάφου σου θα γράψω
Μαζί με τ' όνομά σου
Το μέγα σου κατόρθωμα. Κ' οι Ηπειρώταις όλοι
Ξεχωριστή θα στήσωμε για σε γιορτή και σχόλη.
Ξεχωριστό μνημόσυνο για σε και λειτουργία.
.........................................
Ω! που με φέρεις μάγισσα και πλάνα φαντασία!


Επάνω

Το νεραιδόπαιδο 

Ψηλά 'ς το Νεραϊδόρρεμμα, που από το βράχο απάνου
Πέφτει αφρισμένο το νερό και σκούζει και βογγάει
Και φκιάνει λίμνη και γιαλό, και θεριωμένο εκείθε
Πηδάει ταις πέτραις σαν στοιχειό και χάνεται 'ςτά πεύκα,
Εκεί ο Γιαννούλας φύλαγε μια νύχτα με φεγγάρι,
Να 'ρθούν τα 'λάφια 'ς το νερό να λαφοκυνηγήση.

'Σ τον ουρανό μεσάνυχτα δείχνει ο Σταυρός κ' η Πούλια.

Φυλάει αυτός ακοίμητος.

Πότε γλυκοκυττάζει
Ψηλά τ' αστέρια τ' ουρανού, πότε κατά το ρέμμα,
Που μέσ' 'ς το φως του φεγγαριού σαν νάν' ασήμι αστράφτει,
Κ' εις κάθε φύλλο από δεντρί και χόρτο που κουνιέται
Γυρίζει το τουφέκι του, στηλώνη τη ματιά του .....
Κι' ουδ' ένα 'λάφι εφάνηκε, ουδέ κάν' άλλο αγρίμι,
Απ' τη σπηληά π' ανοίγεται παρέκει από το ρέμμα,
Ξανθαίς Νεράιδες και Ξωθιαίς αυτήν την ώρα βγαίνουν.
Λούζουνε τ' άσπρα τους κορμιά στο ρέμμα το καθάριο,
Κι' απ' την πολλή την ωμορφιά κι' απ' τη μοσχοβολιά τους
Μοσχοβολάει το νερό και λάμπει ο τόπος γύρα.
Απλώνουν τα μαντήλια τους σταις πέτραις να στεγνώσουν,
Και 'ς το σιαδάκι σταίνουνε χορό και τραγουδάνε.

Η Κάλλω σέρνει το χορό, η πρώτη των Νεράιδων,
Και τραγουδάει η δεύτερη κι' ακολουθάν η άλλαις.
Πάει ο χορός στρωτός-στρωτός και το τραγούδι αγάλια:
— Όλαις η κόραις τον γιαλού, η ώμορφαις Νεράιδες,
Όλαις μαραίνουν λεβεντιαίς, μαραίνουν παλληκάρια,
Και δεν φοβούνται γηρατειά και δεν φοβούνται χάρο.

Κ' εμένα μ' εβαλάντωσε, με μάραν' η αγάπη,
Μ' εμάραν' ένας κυνηγός κ' ένας καλός λεβέντης,
Με το γραμμένο του κορμί με τη γλυκειά φωνή του.

Σαν βγαίνει τ' άστρο της βραδειάς, παίρνει της ράχαις δίπλα
Και σταίνει βίγλαις 'ς τα βουνά και κυνηγάει αγρίμια.
Έστησ' εμένα ξώβεργες τα νειάτα τ' ανθηρά του.

Πέφτουν 'ς ταις βίγλαις του τυφλά του κυνηγιού τ' αγρίμια,
Έπεσε και 'ς τα βρόχια του ανύποπτ' η καρδιά μου.
Αχ! νάταν τρόπος να τον 'βρώ καμμιά βραδειά 'ς τα πλάια,
Και να μπορούσα η δύστυχη να τον 'μιλήσω ολίγο! . . . .

Κρυμμένος 'ς τα χαμόκλαδα 'κουρμένεται ο Γιαννούλας
Με την καρδιά του ανήσυχη, όμως βουβός 'σάν πέτρα.
Ακούει τα 'παινέματα, τα λόγια της Νεράιδας,
Ακούει την αγάπη της και το παράπονό της,
Και μίαν απόκρυφη χαρά 'ς τα σωθικά του νοιώθει.
Ήξερε αυτός από μικρός ότι όποιο παλληκάρι
Αρπάξη τ' ολομέταξο μαντήλι της Νεράιδας,
Εκείνη αφίνει τα νερά, τον παίρνει από κατόπι,
Και γίνεται γυναίκα του και γίνεται 'δική του.

Βάνει ο Γιαννούλας φυλαχτό μπαρούτι και λιβάνι
Και πάει 'ς της πέτραις της οχθιάς κι αρπάζει το μαντήλι
Και ροβολά 'ς τη λαγκαδιά και χάνεται 'ς τα πεύκα.
Νοιόθει η Νεράιδα την κλεψιά και 'ς το χορό που σειέται
Κοντοκρατάει το χορό και κόβει το τραγούδι.

— Μ' εκλέψανε!

λαχταριστά και ξαφνικά φωνάζει
Και παίρνει τον κατήφορο 'ς του κυνηγού τα πόδια.
Σαν ωργισμένος άνεμος, σαν σίφουνας, σαν μπόρα
Κ' η άλλαις την ακολουθάν και φτάνουν τον Γιαννούλα,
Μ' αυτός βαστάει το φυλαχτό, μπαρούτι και λιβάνι,
Και να τον πιάσουν δεν μπορούν, ούτε να παν σιμά του.
Φωνάζουν, σκούζουν ξέμακρα, το φυλαχτό να ρίξη,
Κάποτε με γλυκόλογα, κάποτε με φοβέραις.
Φωνάζει η Κάλλω, η ώμορφη, φωνάζει κ' η κλεμμένη,
Φωνάζει με παράπονο, με κλάμμα και με αγάπη.
Του κάκου· εκείνος τώξερε, τώμαθε από γρηούλαις.
Που αν έπεφτε 'ς τα χέρια τους θάχανε τη ζωή του,
Κι' ούτε γυρίζει να ταις 'δή, ούτε και κοντοστέκει,
Μόν' ροβολάει μονανεπνιάς και χάνεται στα πεύκα.

Πέρασε η νύχτα. Της αυγής η ουράνια η δροσούλα
Ραίνει τους βράχους, τα κλαριά, τα χόρτα, τα λουλούδια.
Ξανθό το γλυκοχάραγμα προβάλλει απ' ταις κορφούλαις,
Κι' ανάρηα-ανάρηα αρχίζουνε τ' αστέρια, το φεγγάρι

Ο κυνηγός που ροβολά με ταις Νεράιδες πίσω
Φτάνουν ως το χωριό σιμά.

Προβαίνει η χαραυγούλα,
Κ' ήρθεν η ώρα που ξυπνούν και του χωριού τα ορνίθια
Και φεύγουν η Καλόγνωμαις. Το γνοιάστηκαν η άλλαις,
Και γίνοντ' άφανταις με μιας και μένει η ερωτεμμένη.

Χρυσώνεται η ανατολή . . . . να και λαλεί τ' ορνίθι ....
Στέκει ο Γιαννούλας . . . αγκαλιά και τη Νεράιδ' αρπάζει
Και τήνε φέρει 'ς το χωριό.......................

Τέσσαρα χρόνια πέρασαν χαριτωμένο ταίρι.
Κι' εβλάστησε απ' το γάμο τους πεντάμορφο αγγελούδι . . . .

Μ' άλλαξε κι' όλας ο καιρός. Ήρθαν και μαύρα χρόνια·
Κ' έπρεπε τώρα ο κυνηγός 'ς τα ξένα να γυρέψη
Ψωμί για τη γυναίκα του, ψωμί για το παιδί του.
Κρεμάει στον τοίχο τ' άρματα και φεύγει, πάει 'ς τα ξένα.

Μια Κυριακή και μια γιορτή στολίζετ' η Νεράιδα
Να πάη κι' αυτή 'ς την εκκλησιά, να βγη και 'ς το σεργιάνι
Κ' εκεί που βγάζει τα χρυσά 'πώνα σεντούκι απ' άλλο
Ξανοίγει το μαντήλι της και κάμει πώς το δένει.
Αλησμονεί τον άντρα της με μιας και το παιδί της
Και παίρνει δίπλα τα βουνά, ταις λαγκαδιαίς, τα πλάγια.
Πάλι Νεράιδα γίνεται, πάλι τη νηότη παίρνει
Και με ταις άλλαις σμίγεται 'ς ταις τρίσβαθαις σπηλιαίς τους.

Ο λόγος βγαίνει 'ς το χωριό κι' απλώνεται 'ς τον κόσμο.

Τάκουσε μέσ' 'ς την ξενητειά ο δόλιος ο Γιαννούλας
Κι' από την πολλή τη πίκρα του πέθανε εκεί, 'ς τα ξένα!

Ο γυιός του τώρ' ανδρειεύθηκε, και περπατάει τη νύχτα
Με του Γιαννούλα τ' άρματα αλαφοκυνηγώντας
Κι' ούτε Νεράιδες σκιάζεται ούτε Ξωθιαίς φοβάται,
Γιατ' είνε Νεραϊδόπαιδο κ' έχει Νεράιδας αίμα.

Χωρίς ν' αρπάξη απ' τα μαλλιά δεν άφηκε Νεράιδα,
Χίλιαις ως τώρα φίλησε κι' αγκάλιασε άλλαις τόσαις.

Χαρά 'ς τον όπου 'ς αγκαλιαίς δροσολογιέται τέτοιαις,
Χαρά 'ς τον που μ' αθάνατα τέτοια φιλιά κοιμάται!...


Επάνω

Τραγούδι του πιστικού

— Βάρε, Στρατή, τα πρόβατα κι' ανέβαστα 'ς τη ράχη.
Και μη σουράς παράωρα, μη τραγουδάς τη νύχτα,
Γιατί ξυπνάει ο Δράκοντας 'ς της ποταμιάς τα δέντρα,
Ξυπνάει της βρύσης το Στοιχειό και του βουνού η Νεράιδα,
Και της σπηλιάς η Μάγισσα κ' έρχονται και μας πνίγουν.

— Πατέρα, πώς να μη σουρώ, πώς να μη τραγουδήσω,
Πώχω μαράζι 'ς την καρδιά και πόνο, που με τρώει,
Και που μου κλέβει τη χαρά, τα νειάτα, νύχτα-μέρα.
Κ' ένα τραγούδι, θλιβερό, μου φέρνει μέσ' το στόμα,
Τραγούδι που το τραγουδώ, πατέρα, κι' αλαφρώνω,
Κι' ούτε το Δράκο σκιάζομαι, ούτε και τη Νεράιδα,
Ούτε της βρύσης το Στοιχειό και της σπηλιάς τη Λάμια.
Πατέρα, πώς να μη σουρώ, πώς να μη τραγουδήσω; . . . .

— Πες μου τον πόνο σου, Στρατή, κ' εγώ θα σου τον γειάνω.

— Αν μου τον γειάνης, θα με ιδής ν' αντρειευθώ και πάλι,
Πάλι να πάρω τη χαρά, τα νειάτα, πούχα πρώτα,
Και νύχτα δεν θα τραγουδώ παράωρα 'ς τα πλάια
Το θλιβερό τραγούδι μου οπού ξυπνάει τους Δράκους.

— Πες μου τον, γυιόκα μ', πες μου τον, κ' εγώ θα βρω βοτάνι.

— Πατέρα μου, μια Κυριακή και μια καλήν ημέρα.
Σίντα λαλούν η πέρδικαις και χαιρετούν τον ήλιο.
Τα πρόβατα 'ς της ρεμματιάς το πλάι σαλαγώντας
Είδα την κόρη του Σταθά, την χαϊδεμμένη Ρήνα
Ντυμένη 'ς τα μεταξωτά, ντυμένη 'ς το χρυσάφι,
Να κατεβαίνη απ' το χωριό, να πάη κατά τ' αμπέλια.
'Στόν ήλιο αστράφταν τα φλουριά κ' έλαμπ' η ωμορφιά της.
Και μ' ένα καλημέρισμα, και μια γλυκειά ματιά της,
Μου τάραξε τα σωθικά και μ' άναψ' έναν πόθο.
Κι' όσο που ζω δίχως αυτή και δεν τη συχνοβλέπω
Μου κλέβει ο πόθος τη χαρά, τα νειάτα νύχτα-μέρα.
Και το τραγούδι το θλιφτό 'ς το στόμα μου ανεβάζει.

— Βάρε, Στρατή, τα πρόβατα κι' ανέβαστα 'ς τη ράχη,
Και μη σουράς παράωρα, μη τραγουδάς την νύχτα.
Κ' η Ρήνα, η κόρη του Σταθά, είνε ταχυά δική σου.

Ο πιστικός χαράημερα και με τ' αηδόνια τώρα
Αρμέει και βγάζει απ' το μαντρί 'ς τα πλάϊα το κοπάδι,
Και κάθεται 'ς ένα τσουγγρί και λέει γλυκό τραγούδι.

Το λέει με τη φλογέρα του, το λέει με τη φωνή του.


Επάνω


Ο ήλιος κι η νύκτα

Πρώτα 'ςτήν πλάση απλώνονταν σκοτάδι πέρα-πέρα.
..............................................
Του Κάτου-Κόσμου βασιληά μοναχογιός ο Ήλιος,
Με πλούσια ολόχρυσα μαλλιά, με γαλανά τα μάτια,
Με περηφάνεια κ' ευμορφιά και λεβεντιά περίσσια,
Πήρε μια αυγούλα τ' άρματα και τα λαγωνικά του,
Και για κυνήγι επρόβαλε 'ςτόν Κόσμο τον Απάνου.
Βγήκε κι' ο Κόσμος έλαμψε. Κι' όπου διαβαίνει ο Ήλιος,
Όπου προβάλλει απόπερα, λαμποκοπούν τα βράχια,
Καθάριος, καταγάλανος ο ουρανός γελάει,
Κάμποι, βουνά χρυσώνονται, ανοίγουν τα λουλούδια,
Τα πλάγια χορταριάζουνε, φυσάει γλυκά τ' αγέρι,
Φέγγουν, αστράφτουν τα νερά, φουντώνουνε τα δέντρα.
Λαλούν 'ςτά φύλλα τα πουλιά κ' οι πιστικοί 'ςτά πλάγια.
Κι' ο Κόσμος τον θιαμαίνεται και τον καλοτυχίζει.

— Χαρά 'ςτόν όπου εγέννησε τέτοιο παιδί 'ςτόν Κόσμο,
Χαρά 'ςταίς χώραις που περνά, 'ςτούς τόπους που διαβαίνει!

Όλον το Κόσμο εγύρισεν ο Ήλιος όλη μέρα.
Περνάει κάμπους και βουνά και δάση και ποτάμια.
Κι' όσα θεριά τον έβλεπαν του κυνηγιού, κι' αγρίμια,
Απ' την πολλή τη λάμψι του και το βαρύ το βρόντο
Τρομάζανε κι ολόφοβα κρύβονταν 'ςταίς σπηλιαίς των,
Και μοναχά 'σάν πήρανε μέσ' 'ςτά ζερβά τ' απόσκια
Ένα ζαρκάδι εσκότωσε σε κρουσταλλένιο αυλάκι....

Του Κόσμου η άκρη ήταν εκεί και τα στερνά βουννά του.

'Σ ένα σιαδάκι του βουνού, ανάμεσα 'ςτά δέντρα,
Βρυσούλα ολόδροση έχυνε το κρύο το νερό της.
'Σ τα πέτρινα πεζούλια της, πούχαν φυτρώσει χόρτα.
'Εκάθονταν μια λυγερή με το σταμνί 'ςτά χέρια.
Αμίλητη κυττάζει
Του Κόσμου το ξημέρωμα, δίχως ούτ' ένα γέλοιο
Γλυκό 'ςτά κοραλλένια της τα χείλη να χαράζη.
Λες κ' έτσι ατέλειωτο όνειρο τήνε κρατεί δεμένη ....

Ο Ήλιος βγήκε 'ςτήν κορφή. Του Κόσμου είδε την άκρη,
Και πήρε τον κατήφορο 'ςτά δέντρα αγάλια-αγάλια.
Σέρνοντας τα σκυλιά μπροστά, 'ςτόν ώμο το ζαρκάδι.
Αποσταμένος κάθεται να πιή νερό 'ς τη βρύσι.
Η κόρη πούταν ντροπαλή ξυπνάει απ' τ' όνειρό της,
Και με την όψι κόκκινη, με χαμηλά τα μάτια,
Από τα πόδια ως την κορφή τόνε κυττάζει μ' έγνοια,
Κι' όσο που τον θιαμαίνεται δεν τον ζηλεύει τόσο.
'Στό πρόσωπο, 'ς την εμμορφιά και 'ςτήν φεγγοβολιά του
Έννοιωσε πούν' αρχοντογυιός κι' από γενηά μεγάλη.
Γυρεύει αυτός λίγο νερό. 'Στη βρύσι η κόρη απλώνει,
Παίρνει νερό 'ςτά χέρια της και του το πάει 'ςτο στόμα.
Ο Ήλιος πίνει και γλυκά, 'ς τα μάτια την τηράει.
Η κόρη ήταν μελαγχροινή, ήταν και μαυρομάτα,
Είχε και φρύδια ολόμαυρα γραμμένα με κοντύλι,
Είχε και ολόμαυρα μαλλιά, και φορεσιά είχε μαύρη.
Ο Ήλιος πίνει και γλυκά 'ςτα μάτια την τηράει.
Κι' αντίς εκείνο το νερό, το κρύο, το βουνίσιο,
Να του δροσίση την καρδιά, γλυκά ν' αναγαλλιάση,
Του χύνει φλόγα και φωτιά, τα σωθικά του ανάφτει,
Κι' όταν να φύγη εκίνησε 'ςτα δέντρα ροβολώντας,
Βαθηά-βαθηά αναστέναξε και πήρε ένα τραγούδι,
Τραγούδι όχι κυνηγιού, . . . τραγούδι της αγάπης!

Πέρασε κάμποσος καιρός. Συχνά τον Ήλιο τώρα
Όχι ο καϋμός του κυνηγιού, άλλος καϋμός τον φέρει
'Στού Απάνου-Κόσμου τα βουνά. Κάθε λαγκάδι τώρα
Και κάθε δάσος που περνά δεν τα 'ρωτά για αγρίμια,
Ρωτά για την αγάπη του, την μαυρομμάτα κόρη.
Κι' όταν 'ςτόν τόπο της περνά και ροβολά 'ςτή βρύση
Πάντα την βρίσκει μοναχή, και κάθεται σιμά της,
Και πίνει από τα χέρια της το κρύο νερό της βρύσης.

Πέρασαν μήνες, πέρασαν. Κάθε γλυκειά βραδούλα
Οι δυο τους ανταμώνονται. Την αγαπάει ο Ήλιος·
Η κόρη τον θιαμαίνεται μονάχα, κ' η καρδιά της
Νοιώθει καμάρι απάντεχο, χαρά μεγάλη, ουράνια,
Που δίνει με τα χέρια της νερό 'ς αρχοντοπαίδι.
Ο Ήλιος όσο την τηρά, τόσο ο καϋμός του ανάφτει
Που μέσ' 'ςτά φυλλοκάρδια του κρυμμένον τον φυλάει.

Σκιάζεται για να της τον 'πή· σκιάζεται, και δεν ξέρει
Πως φαρμακώνει την καρδιά ο πόνος ο κρυμμένος! ...
Μια μέρα την εκύτταξε που εμάζευε λουλούδια,
Κ' εστόλιζε τα στήθηα της και τα μαλλιά της γύρω·
Κι' όταν αυτή ξεμάκρυνε και πήγε 'ςτο χωριό της,
Ο Ήλιος επερπάτησεν όλον αυτόν τον τόπο.
Κι' όσα λουλούδια εύρε μπροστά κι' όσα καλά βοτάνια,
Τα ράντισε με δάκρυα του και με θερμά φιλιά του.

Ήρθε την άλλη την βραδειά η λυγερή να μάση·
Κ' εκεί που γύρω 'ςτά μαλλιά, 'ςτά στήθηα, 'ςτο κορμί της
Τα κάρφωνε ένα ένα
Διαμάντια γίνονται με μιας, και λάμπουν σαν αστέρια,
Κ' ένα μεγάλο κ' έμμορφο πούχε 'ςτο μέτωπό της
Χύνει περίσσιο γύρω φως και λάμπει σαν φεγγάρι.
Και παίρνει η φήμη τα χωριά, και παν να την ιδούνε·
Κι' όσοι την βλέπουν, νηοί και νηαίς, μαραίνονται από ζήλεια...
Κι' ο Ήλιος, — σαν την κύτταξε ντυμμένη με τ' αστέρια,
Τον αποπήρε ο πόνος του κ' η φλόγα της καρδιάς του
Κ' άπλωσε χέρι απάνου της και τσ' είπε λόγια αγάπης...
Η κόρη πούταν φρόνιμη και καλοαναθρεμμένη,
Τον μάλωσε βαρηά βαρηά και τούπε με φοβέρα,
Να μην απλώση απάνου της, να τραβηχθή μακρυά της,
Τι μαραγκιάζει ο κόρφος της, χαλάει η εμμορφιά της,
Και σαν το μάθη η μάνα της, θε να τον καταριέται...
Και φεύγει μ' άδειο το σταμνί.

Ο Ήλιος απ' αλάργα
Την ακλουθάει με την ματιά, και με καϋμό της λέει,
Πως θα τον κάμη η αγάπη της βαρη' άρρωστος να πέση.
Και σαν το μάθη η μάνα του, η μάγισσα η μεγάλη
Και ξακουστή βασίλισσα, θε να της κάμη μάγια.
Γυρίζει η κόρη 'ςτο χωριό, της μάνας της το λέει:

— Γλυκειά μανούλα, για νερό 'ςτή βρύση που με στέλνεις
Κάθε βραδειά πεντάμορφος λεβέντης μ' ανταμώνει,
Που ροβολάει απ' τα βουνά αλαφοκυνηγώντας.
Είδες!.. .σαν βγαίνει 'ςταίς κορφαίς όλος ο Κόσμος λάμπει,
Και σαν παρθένα νηόνυμφη η Πλάση ξημερώνει
Μ' ανθούς, με χόρτα, με δροσιαίς, μ' αηδόνια στολισμένη·
Κι' αυτός σαν φεύγει, μάνα μου ο Κόσμος σκοταδιάζει.
Μούπε πως είνε βασιληά και μάγισσας αγόρι...
Αποσταμένος κάθονταν 'ςτήν βρύση 'λίγην ώρα.
Νερό μονάχα εγύρευε· τώδινα εγώ 'ςτά χέρια,
Έπινε με χαμόγελο, κ' εχάνονταν 'ςτά δέντρα.....
Απόψε επαραθάρρεψε και μούπε ... λόγια αγάπης.
Εγώ τον μάλωσα βαρηά, κι αυτός μ' απολογήθη
Και μούπε με παράπονο πώς άρρωστος θα πέση,
Και σαν το μάθη η μάνα του, θε να μου κάμη μάγια...
Κρύψε με, μάνα μου βαθειά και πρόλαβε τα μάγια.

— Καταραμένο το νερό που τωδινες, παιδί μου,
Κάθε βραδειά! ... Τα στήθηα του αντί να του δροσίζη,
Του τάκαιγε κατόκαρδα, κ' ήταν η φλόγα ... αγάπη!
Είνε της μάγισσας παιδί, κ' είν' ακουστός ο Ήλιος,
Που τόπον απερπάτητο τη μέρα δεν αφίνει...
Όπου αν κρυφτής θε να σε βρη...Θε μου! νεράιδα κάμ' την,
Νάχη τη μέρα 'ςτά νερά — κατάβαθα παλάτια.
Κι' όταν αυτός θα χάνεται, να βγαίνη αυτή 'ςτήν Πλάση!...

Έτσι νεράιδα εγίνηκε του Ήλιου η αγάπη,
Ο Ήλιος είχε και ταχυά κάποια κρυφήν ελπίδα,
Κ' έρχεται, τρέχει 'ςτά βουνά, ψηλά του Απάνου-Κόσμου,
Για ναύρη την αγάπη του να της μιλήση πάλι.
Κι' όλον τον Κόσμο σαν γυρνά και σαν διαβαίνει ολούθε,
Και δεν την βρίσκει πουθενά, ούτε σιμά 'ςτήν βρύση,
Καρδοκαμένος ροβολά 'ςτό έρμο του βασίλειο·
Κ' η λύπη του σαν σύγνεφο περνά 'ςτό μέτωπό του...

Η Νύκτα μένει 'ςτά νερά, νεραϊδωμένη κόρη.
Κι όταν ο Ήλιος χάνεται απ' τον Απάνου-Κόσμο,
Προβάλλει αυτή μυριώμορφη γλυκειά, καμαρωμένη,
Και περπατεί τα ρέμματα, ταις ποταμιαίς, τα πλάγια...
Λαμποκοπάν 'ςτά στήθηα της και 'ςτό κορμί της γύρω
Τα μαγεμμένα λούλουδα, χρυσά χιλιάδες άστρα,
Και μέσ' 'ςτό μέτωπο ψηλά, σαν βασιλίσσης στέμμα,
Το πλειό μεγάλο λούλουδο, τώμορφο το φεγγάρι.
Όπου πατούν τα πόδια της τα λούλουδα ανασαίνουν,
Κ' εκείνοι οι μοσχοανασασμοί μυρώνουνε τ' αγέρια,
Όπου πετούν ανάλαφρα και την φιλούν 'ςτό στόμα.
Όπου περνά, γλυκά-γλυκά την χαιρετά τ' αηδόνι
Κρυμμένο μέσα 'ςτά κλαδιά, την χαιρετά τ' αυλάκι,
Την χαιρετά ο πιστικός 'ςτή λυγερή φλογέρα,
Την χαιρετά κι' όποιος πονεί και ξαγρυπνά για αγάπη.


Επάνω


Τραγούδι του θερισμού

— Πάρετε, απόσκια, πάρετε, να πάψη το 'λιοπύρι.
Να 'βγη τ' αγέρι απ' ταις σπηλιαίς να χύση τη δροσιά του.
Να ξανασάνη η αργατειά, κι' η ώμορφαις θερίστραις
Να βγάλουν τα μαντήλια τους να δείξουν τοις θωριαίς τους,
Να ταις γνωρίσω από μακρυά, να ιδώ πού νάναι η Πούλια
Η Πούλια η αγάπη μου με τα γλυκά τα μάτια·
Να καρτερέσω ολημερίς, ως που να πάρ' η νύχτα,
Να πάη 'ς την βρύσι για νερό, 'ς την αργατειά να φέρη,
Να την ευρώ κατάστρατα να την γλυκοφιλήσω,
Και να της 'πω τον πόνο μου, τον πόνο της καρδιάς μου.
Γιατί δυο χρόνια την τηρώ 'ς τα μάτια της μ' αγάπη,
Κι' ακόμα δεν της τώδειξα, και δεν της τώπα ακόμα.

Πήραν τ' απόσκια 'ς τα ριζά κ' ετσάκισε το κάμμα,
Βγήκε τ' αγέρι απ' ταις σπηλιαίς κ' εδρόσισε τον κάμπο,
Κ' η αργατειά ξανάσανε, κ' η ώμορφαις θερίστραις
Έβγαλαν τα μαντήλια τους, κ' ελάμψαν η ωμορφιαίς τους
Μέσα 'ς τα στάχυα τα χρυσά σαν νάτανε Νεράιδες.

Αράδ' αράδα εις κάθε μια ρίχνει το μάτι ο Λάμπης
Και δεν γνωρίζει πουθενά την ώμορφη την Πούλια,

Και καρτεράει ολημερίς, όσο που πήρε η νύχτα,
Και τριγυρίζει 'ς τα κλαριά, τα μονοπάτια πιάνει,
Διαβαίνει απ' ταις νεροσυρμαίς, περνάει κι' από τη βρύσι,
Παίρνει μια-μια ταις θημωνιαίς, τ' αλώνια αράδ'-αράδα,
Κι' ολούθε βλέπει νηούς και νηαίς·...την Πούλια δεν την βλέπει.

Ταχυά ξημέρωσε γιορτή. Τ' απόγιομα 'ςτ' αλώνια
Στήσαν η λυγεραίς χορό, κι ακούει ο δόλιος Λάμπης
Στ' άλλα τραγούδια ανάμεσα που λέν' η νηαίς μπροστά του,
Της Πούλιας τ' αρραβώνιασμα!..................


Επάνω


Ο χορός της Λαμπρής

Σήμερα γιορτή μεγάλη, σήμερα Λαμπρή.
Σφάζουν σήμερα και ψένουν φυλαγμέν' αρνιά.
Ράβουνε καινούργια ρούχα και στολίζονται·
Κι' όθε απαντηθούν φιλιούνται και αγκαλιάζονται.
Σήμερα 'ςτά μεσοχώρια όλα αστράφτουνε
Εμμορφάδες και στολίδια, κι' όλ' αντιλαλούν
Από τα γλυκά τραγούδια που χορεύουνε.
Ροβολούν τα παλληκάρια, λεβεντόπαιδα
Μ' άρματ' αργυρά 'ςτή μέση και με χαϊμαλιά,
Ροβολούν κ' η μαυρομμάταις, ρούσαις κ' έμμορφαις,
Λυγεραίς σαν κυπαρίσσια, σαν μηλιαίς γλυκειαίς,
Σαν Ξωθιαίς και σαν Νεράιδες, που λαμποκοπάν
'Στο λαχούρι, 'ςτό μετάξι και 'ςτό μάλαμμα.

Πιάνοντ' όλοι χέρι χέρι. Τα τραγούδια τους
Και ταις πέτραις ζωντανεύουν. Γύρου οι γέροντες
Καθισμένοι αράδα-αράδα τους κυττάζουνε
Και γλυκά τους καμαρώνουν και κρυφά κρυφά
Ζευγαρώνουν κάθε νηό με κάθε κόρη τους.

Κι' ο χορός και το τραγούδι πάν' αδιάκοπα.
Λυγεραίς και παλληκάρια σειούνται και λυγούν
Και 'ςτούς κύκλους όπου πλέκουν αγναντεύονται
Και κρυφά γλυκοτηριούνται και γνωρίζονται.
Κάθε κόρη τον καλόν της, κάθε νηός τη νηά,
Όλαις η ματιαίς ταιριάζουν, κι' όλαις η καρδιαίς
Ώρα μ' ώρα ζευγαρώνουν και κρυφομιλούν.
Κι' ο χορός και το τραγούδι παν' στρωτά-στρωτά.
Άξαφνα καινούργια λάμψι γύρου χύνεται,
Σιέται του χωριού το πλήθος, κυματίζεται,
Και σαν σύγνεφα μεριάζει και ξανοίγεται
Που περνάει λαμπροντυμένο τ' αστραπόβροντο,
Και διαβαίνει ανάμεσά του κι' όλο χαιρετά
Λυγερή καμαρωμένη και περίμορφη.
Η περίσσια η εμμορφιά της τα ξανθά μαλλιά,
Τα ολογάλανα τα μάτια, το περπάτημα,
Η χρυσαίς η τραχηλιαίς της και το μάλλαμα,
Χύνουνε 'ςτό χοροστάσι λάμψι ξαφνική.
Άλλοι λεν: η Δημοπούλα, η Μήτρω η έμμορφη,
Πήρε πρόσωπο τον ήλιο, τ' άστρα μάτια της,
Κι' άλλοι: πήρε το φεγγάρι, τον αυγερινό.

— Αχ! κ' εγώ λεβέντης νάμουν, χωριατόπουλο,
Να με παίρναν 'ςτο χορό τους και να χόρευα.
'Στο πλευρό της Δημοπούλας της περίμορφης!


Επάνω

Η φλογέρα

— Ήσυχα πούναι τα βουνά, ήσυχοι πούναι οι κάμποι
Ήσυχαις πούναι η λαγκαδιαίς και τα κλαριά κι' η βρύσαις,
Ήσυχαις πούναι κ' η σπηλιαίς! Κι αυτά τα νυχτοπούλια
Γρήγορ' απόψε κούρνιασαν τα μαύρα και δεν σκούζουν.
Και συ φλογέρα μου, γιατί, γιατί δεν ησυχάζεις;
Τ' έχεις καϋμένη, και βογγάς και κλαις κι' αναστενάζεις,
'Σ όλην αυτή την ερημιά, 'ς όλην αυτή τη νύχτα,
Και λες τραγούδι φλίβερο και παραπονεμένο,
Και τον αντίλαλο ξυπνάς 'ςταίς λαγκαδιαίς, 'ςτά δάση,
Ξυπνάς κι' από τον ύπνο της την ώμορφη την πλάσι;...
Ξύλο δεν ήσουν άλλαλο κι' ανώφελη βεργούλα,
Κ' εγώ ο μαύρος σου χάρισα ακέρηα την ψυχή μου;
Σώδωκα αθάνατη φωνή και πόνο και γλυκάδα,
Που σε ζηλεύουν σαν σ' ακούν ακόμα και τ' αηδόνια.
Τ' έχεις, φλογέρα, και μου κλαίς και μου παραπονιέσαι;
Μη προμαντεύης θάνατο, μη προμαντεύης χάρο;
Μη μ' εμπεζέρισες κ' εσύ και θέλεις να μ' αφίσης;
Ή μήνα της αγάπης μου το χωρισμό θυμάσαι
Και κλαις και θες τον πόνο μου να μερασθής μ' εμένα;

Τ' έχεις, φλογέρα, πες μου το, πες μου το, μη σωπαίνης·
Τι κλαις μονάχη και ξυπνάς την πλάσι από τον ύπνο;
Και τον κρυφό τον πόνο μου ξυπνάς και την καρδιά μου,
Κ' αρχίζει τ' αναστέναγμα, αρχίζει και το κλάμα!
Φαρμακωμένη η δύστυχη μέρα με μέρα σβυέται,
Αφ' όντας την αγάπη μου τα μάτια μου δεν είδαν.
Σώπα, φλογέρα μη μου λες τραγούδι της αγάπης
Σώπα, και μη μου την θυμάς!... .Όχι, φλογέρα· πες το
Πες το, και μη την λησμονάς· κάλλιο να λησμνήσω
Όλον τον κόσμο, να χαθώ, να μαρανθή η καρδιά μου,
Με τώμορφό της τ' όνομα 'ςτό στόμα μου ας πεθάνω,
Παρά να την απαρνηθώ και να την λησμονήσω!...
Πες το, φλογέρα, μη σωπάς και πάρτο απ' την αρχή του.

— Μικρός κι' εγώ, κι' αυτή μικρή, δέκα χρονών ακόμα
Παιδιά απονήρευτα, μαζί εζούσαμαν 'ςτά πλάια,
Περιβοσκούσαμαν μαζί τα δύο μας τα κοπάδια
Και τα ποτίζαμαν μαζί 'ς της ποταμιάς το ρέμμα.
Μαζί εμεσημεριάζαμαν εις της σπηλιάς τον ίσκιο,
Μαζί 'ς τα δάση ετρέχαμαν κ' εκόβαμαν λουλούδια,
Και ταις νυχτιαίς περνούσαμαν μαζί σε μια καλύβα,
Μ' αγάπαγε σαν αδερφό, κ' εγώ σαν αδερφή μου.
Πόσαις φοραίς μέσ' 'ςτ' αυλακιού καθόμασταν το φρύδι,
Κ' επαίζαμαν με το νερό, πόσαις φοραίς 'ςτά χόρτα
Μ' έρριχνε σαν παλαίβαμαν, πόσαις φοραίς 'ς τα δάση
Σαν μάτωνε το χέρι μου αυτή μου το φιλούσε!...
Κι' αν δάκρυζαν τα μάτια μου κι' αν πόναγα ποτέ μου,
Αυτή μ' εσφόγγιζ' ελαφρά, κι' αδερφικά η καϋμένη
Με χίλια χάιδια και φιλιά μου πέρναγε τον πόνο.
Όμως εγώ δεν άπλωσα ποτέ να την φιλήσω.
Ποια απ' την ψυχή μου δύναμι, ποιο χέρι απ' την καρδιά μου
Αθώα κ' εγώ να την φιλώ μ' εβάσταγε, δεν ξέρω.
Με τέτοια αθώα φιλήματα, μ' αθώα παιγνίδια τέτοια.
Ημείς εμεγαλώναμαν και πέρναγαν τα χρόνια.
Εγώ 'παιρνα παλληκαριά κι' αυτή ωμορφιά και μάγια.
Ως πώφεξε μια χαραυγή, της άνοιξης μια μέρα,
Που εγνώρισα 'ςτά μάτια της και 'ςτό χαμόγελό της
Κάποιο μυστήριο αγνώριστο ως τότε 'ςτήν καρδιά μου.
Λαχτάρησα σαν νάπεσε 'ς τα σωθικά μου σπίθα.
Κι' όσο που η μέρες πέρναγαν γενόνταν φλόγα η σπίθα,
Κ' η φλόγα μ' έκαψε βαθηά, όμως με τέτοια γλύκα,
Οπ' άλλαξα με μιας ζωή· εθάμπωνε η ματιά μου
Από μια λάμψι, γκαρδιακή και παραδείσια λάμψι,
Σαν κύτταζα τα μάτια της· σαν μου χαμογελούσε
Έλεγα γη πως δεν πατώ, πως περπατώ τα ουράνια·
Τα αίματά μου επάγωναν σαν κάθονταν σιμά μου
Κ' έτρεμα σαν τον κάλαμο σαν μ' έπιανε απ' το χέρι·
Και τα τραγούδια των πουλιών για εμέν' αλλάξαν τότες,
Άλλαξε το μουρμουρητό της λαγκαδιάς, της βρύσις.
Άλλαξε τ' αναστέναγμα, τ' αγέρα μέσ 'ς τα δέντρα,
Άλλαξαν κ' η μοσχοβολιαίς των λουλουδιών για εμένα
Άλλαξε της Αυγής το φως, της νύχτας το σκοτάδι,
Άλλαξαν τη φεγγοβολιά, τ' αστέρια, το φεγγάρι,
Κ' η κόρη απ' τότες άλλαξε 'ς τα βάθηα της καρδιάς μου,
Κ' εκείνη η αγάπη η παιδιακή, πούχα γι' αυτήν, η αθώα
Έγεινε αγάπη της καρδιάς κι' όλο τον νου μου αγάπη·
Απ' τότες άλλαξες και συ, φλογέρα μου, τον ήχο.
Και δεν μου τραγουδάς γλυκά, πόνους, φλογέρα, χύνεις!

Μια μέρ' αυτή πάει 'ς το χωριό.. - Σαν έλειψε απ' εμπρός μου
Σκοτείνιασ' ουρανός και γη, ανατολή και δύσι.
Κ' έννοιωοα τότε αβάσταχτον, πάρα βαρύν τον πόνο.
Με συνεπήρε η φλόγα του και πέρασ' απ' τον νου μου
Σαν έρθη η κόρη την αυγή να της το μολογήσω...
Περνούν τρεις μέραις, - τρεις χρονιαίς για εμέ, - και δεν εφάνη.
Και μια φαρμακωμένη αυγή μώρχετ' ένας δικός της,
Και παίρνει το κοπάδι της και πάει κι' αυτός και φεύγει
Ακαρτεράω ακόμα εγώ, ναρθή μια μέρα η κόρη,
Για να της πω το ντέρτι μου, τον πόνο της αγάπης.
Είπα 'ς τ' αστέρια τ' ουρανού, 'ς της νύχτας το φεγγάρι,
'Στον ήλιο τον χρυσόλαμπρο, 'ςτ' αηδόνια και 'ςτ' αγέρι
Να μου την φέρουν μιαν αυγή, και δεν μ' ακούει κανένα.
Νυχτόημερα παρακαλώ Αγίους και Παναγία,
Τάζω ασημένια τάματα, και δεν μ' ακούν κ' εκείνοι.
Αν μου το έφερνες εσύ, σ' εχρύσωνα φλογέρα!..

Ξάφνου η φλογέρα εσώπασε και σβυέται το τραγούδι.
Τα φουντωτά κοντόκλαδα μεριάζουνε μπροστά του,
Και 'ς το γοργό αναμέριασμα κάποιο κορμί προβάλλει.
Μην είνε Λάμια του γιαλού και της ερμιάς Νεράιδα;
Μην είνε του βουνού Ξωθιά και Μάγισσα της βρύσης;...
Κόφτ' η φλογέρα τον ηχό κι' ο νηός ορθός φωνάζει:
— Αν είσαι του βουνού Ξωθιά και Μάγισσα της βρύσης,
Γύρνα και κρύψου 'ςτής σπηλαίς και κρύψου 'ςτά νερά σου,
Και μη πατάς τον τόπο μου, μην έρχεσαι 'ς εμένα,
Γιατ' έχω γκόλφι και σταυρό, κι αγάπη 'ςτήν καρδιά μου.
— Δεν είμαι Λάμια τον γιαλού και της ερμιάς Νεράιδα,
Ούτε και του βουνού Ξωθιά και Μάγισσα της βρύσις,
Μόν' είμαι η πρώτη αγάπη σου κ' αγάπη σου η αιώνια.
Φωτιά να κάψη τα φλωριά, τα γρόσια του γονιού μου,
Λύκος να φάη τα πρόβατα κ' εκείνον τ' αγριοπούλια.
Το χωρισμό σου δε φτουρώ, και δε βαστάω τον πόνο....
'Στήν αγκαλιά σου πάρε με, αν μ' αγαπάς ακόμα,
Κ' έλα να φύγουμε μακρυά, να πάμε 'ς άλλον τόπο.
Αχώριστοι να ζούμε οι δυο, με μια καρδιά, μια αγάπη.
Να περπατούμε της ερμιαίς, τ' απάτητά τα δάση,
Πούναι τα γάργαρα νερά, τ' αμάζευτα λουλούδια,
Που κελαϊδούν ανύποπτα η πέρδικες, τ' αηδόνια.
Από τον κόσμο να χαθή, να σβύση τ' όνομά μας,
Κι' ο κόσμος πάλι να χαθή, να σβύση απ' την καρδιά μας.
Κ' η ταιριασμένη αγάπη μας νάν' ένας κόσμος άλλος.
Να πάρουμ' από της μυρτιαίς, να πάρουμ' απ' της δάφναις.
Να πλέξουμε μια χαμηλή μόνο για εμάς καλύβα.
Αγαπημένοι, αχώριστοι, μονάχοι μας να ζούμε,
Κι' αν θα χαθούμε, πάλ' οι δυο μαζί μας να χαθούμε...
.....................................................
Κάποιος διαβάτης με καιρό διαλάλησε μια μέρα,
Ότι σ' απόκρυφην ερμιάν εύρε χρυσή φλογέρα.



Επάνω

Η κατάρα

— Μάνα, πάρ' της ευχαίς και τ' άγια λείψανα,
Τι δεν μπορούν να γειάνουν την αρρώστεια μου.
Δεν είν' ούτε από πόνον ούτε από Ξωθιαίς.
Τρεις χρόνους αγαπούσα κόρην ώμορφη,
Και λόγο δεν της πήρα, κι' ουδέ φίλημα.
Μια μέρα 'ςτό ποτάμι την απάντησα·
Της κρένω, δε μου κρένει, κι' ουδέ με τηρά,
Της ρίχνω ένα λουλούδι, δεν το δέχτηκε,
Της ρίχνω το μαντήλι, κρυφοθύμωσε...
Με συνεπήρε ο πόνος, μάνα, κι' ο καϋμός·
Πεζεύω, 'ςτά πλατάνια δένω τ' άλογο
Κι αρπαχτικά την πιάνω και την φίλησα.
Βαρειά μ' εκαταράσθη σαν μου ξέφυγε:
— Να ξηραθούν τα χέρια που μ' αγκάλιασαν,
Να μαραθούν τα χείλια που μ' εφίλησαν!...
Άκουσες την αρρώστεια, μάνα, γειάνε με.

— Φλόγα, φωτιά να πέση 'ς την καρδούλα της,
Να ζωντανέψ' η αγάπη η σιδερένια της,
'Στούς δρόμους να κινήση και 'ς τα τρίστρατα,
Ναρθή 'ς την αγκαλιά σου σαν θεότρελλη!...

Το λόγο δεν απόειπε, δεν απόσωσε.
Κ' επιάσθηκε η κατάρα, κ' ήρθε η λυγερή
Με ξανοιγμένους κόρφους, μ' απλωτά μαλλιά,
Κι' ολοβροντά την πόρτα σαν θεότρελλη.

Τ' αρρώστου η μάν' ανοίγει· κ' η θεότρελλη
'Στήν αγκαλιά του πέφτει και φιλεί και κλαίει.

Έγειανε ο νηός, κ' η κόρη πήρε πληρωμή
Καθάριο δαχτυλίδι κι' όλο μάλαμμα.

Επάνω

Η τραγουδίστρα κι ο βασιληάς

Μια λυγερή 'ς τον αργαλειό υφαίνει τα προικιά της.

Βάν' ασημένιον αργαλειό κ' υφάδια μεταξένια,
Βάν' σαΐταις μάλαμμα και φιλτισένια χτένια,
Κι' αγάλια-αγάλια ύφαινε και ψιλοτραγουδούσε.

Από το βρόντο τ' αργαλειού κι' απ' τον ηχό της κόρης
Ο ήλιος εσταμάτησε, δεν πάει να βασιλέψη.
Και καταριέται η εργατειά κ' οι ξενοδουλευτάδες
Κ' έρχονται και φωνάζουνε και λεν του βασιληά τους,
Ή να γιατρέψη το κακό που εγείνηκε 'ς τη χώρα
Κι' ο ήλιος εσταμάτησε, ή θε να τον σκοτώσουν.

Ο βασιληάς στέλνει ρωτά μια μάγισσα μεγάλη.

— Μάγισσα, ποιο είνε το κακό, που εγείνηκε 'ς τη χώρα,
Κι' ο ήλιος εσταμάτισε, δεν πάει να βασιλέψη;

— Κάνα κακό δεν έγεινε 'ς τη χώρα, βασιληά μου.
Μια λυγερή 'ς τον αργαλειό υφαίνει τα προικιά της,
Πώχει ασημένιον αργαλειό κ' υφάδια μεταξένια,
Πώχει σαΐταις μάλαμμα και φιλτισένια χτένια.
Κάθε που ρίχτει σαϊτιά λέει κ' ένα τραγούδι,
Κι' από το βρόντο τ' αργαλειού κι' απ' τον ηχό της κόρης
Ο ήλιος εσταμάτισε, δεν πάει να βασιλέψη.

Πάει και πέφτει ο βασιληάς 'ς της λυγερής τα πόδια
— Πάψε, κόρη, τον αργαλειό, πάψε και το τραγούδι,
Γιατ' απ' το βρόντο τ' αργαλειού κι' απ' τον γλυκό ηχό σου
Ο ήλιος εσταμάτησε, δεν πάει να βασιλέψη,
Και καταριέται η αργατειά κι' οι ξενοδουλευτάδες,
Κ' ήρθαν μέσ' ς τα παλάτια μου και σκούζουν και φωνάζουν
Ή να γιατρέψω το κακό, ή θα με θανατώσουν.

— Κι' αν πάψω εγώ τον αργαλειό, κι' αν πάψω το τραγούδι,
Ποιος θα μου υφάνη τα προικιά και τα μεταξωτά μου;

— Εγώ θα βάλω γλήγορα υφάντραις να τα υφάνονν.
Εγώ θα στείλω προξενιά, γυναίκα να σε πάρω.
Του παλατιού βασίλισσα, κυρά μου να σε κάμω.

Επάνω

Ο γάμος

— Του ποιου ν' το συμπεθεριακό, του ποιου 'ν' αυτό το ψίκι
Που κατεβαίνει απ' τα βουνά πεζούρα και καββάλλα
Με τα ψιλά τα φλάμπουρα, με τα διπλά παιγνίδια.
Με τα τραγούδια τα πολλά, με τα βαρειά τουφέκια.
Σαν να εσηκώθη ο βασιληάς κ' εσύναξε τ' ασκέρια
Κι' όλον τον κόσμο εκάλεσε να πάη να πολεμήση;

— Ο Φλώρος κάνει τη χαρά, παντρεύει τον υγιό του,
Τον γυιό του τον μονάκριβο, τον μοσκαναθρεμμένο,
Κι' όλον τον κόσμο εκάλεσε κι' όλο τ' αρχοντολόγι.
Τρεις χρόνους γράφαν τα προικιά και τρεις τ' απανοπρίκια,
Και τρεις οπού συντάζονταν κ' εκάλναγαν τον κόσμο.
Πάν' τα παιγνίδια από μπροστά τα βλάμπουρ' από 'πίσω.
Κι' αράδι' αράδ' από κοντά πάνουν οι συμπεθέροι.
Και μέσ' 'ςτό ψίκι ανάμεσα πάν' ο γαμπρός κ' η νύφη,
Καββάλλα 'ς άλογα ψαριά και χρυσοσελλωμένα.
Λάμπουν τ' ασήμια του γαμπρού και τα χρυσά της νύφης
Κ' η λαμπερή τους η ωμορφιά, σαν ήλιος, σαν φεγγάρι.
Δεξιά ζερβιά παίζουν νουνός και βλάμης τ' άλογά τους,
Κι' όλο κυττάν τα νηόγαμπρα κι' όλο χαμογελούνε.
Πάει ο γαμπρός σαν αητός, ορθός, καμαρωμένος,
Κ' η νύφη πάει σαν πέρδικα, γλυκειά, χαμηλομμάτα.
Ακολουθάν' οι νηοί κ' η νηαίς και βλέπουν και ζηλεύουν,
Κ' η ζήλεια βγαίνει απ' την καρδιά κ' ιδρώνει μέσ' 'ς τα μάτια,
Και σαν αχτίδα πέτεται απώνα μάτι 'ς άλλο
Κι' από μια 'ς άλληνε καρδιά, κ' εκεί γεννιέται αγάπη.
Κι' όσο που νάρθη άλλ' άνοιξι, κι' όσο να κλείση ο χρόνος
Απώνα γάμο δυο και τρεις και τρίδιπλοι φυτρώνουν.

Βγαίνει 'ςτήν πόρτα να δεχθή τη νύφη ο γέρω-Φλώρος
Και χύνει σίκλους στο κρασί, το ρύζι χούφταις χύνει.
Τήνει φιλεί 'ςτά μάγουλα, τήνε φιλεί 'ςτά μάτια,
Κι' εύχεται καλορροίζικα κ' εύχεται γεννητσούρια.

'Σταίς μαρμαρόστρωταις αυλαίς πεζεύει όλο το ψίκι.

Όξω το στρώνουν 'ςτό χορό και μέσα στεφανώνουν.
Και 'ςτά τραγούδια τα πολλά και 'ςτά πολλά τουφέκια,
Άλλοι χρυσαίς δίνουν ευχαίς κι' άλλοι καλωτυχίζουν:
— Χαρά 'ςτά δυο τα νηόγαμπρα, χαρά και 'ςτούς γονηούς
τους! . . .

Επάνω

Η ποδιά της Μαριώς

Πλέν' η Μαριώ 'στόν ποταμό, πλένει ταις φορεσιαίς της.
Κι' η ωμορφιαίς της λάμπουνε, κι' αστράφτουν 'στό κορμί της
Αράδες τ' ασημόκουμπα κι' αράδες τα γιουρτάνια,
Και 'ςτά καθάρια τα νερά τα πόδια της ασπρίζουν
Σαν νάναι με τριαντάφυλλα και γάλα ζυμωμένα.

Περνούν εκείθε πιστικοί και κυνηγοί διαβαίνουν,
Κι' άλλοι την λεν Λιογέννητη, άλλοι την λεν Νεράιδα.

Πέρασε κ' ένας σταυραετός, πέρασε απάνω-απάνω,
Και σαν να 'νοιάστηκε κι' αυτός την ωμορφιά της κόρης,
Χαμήλωσε ως τον ποταμό κ' αρπάζει την ποδιά της,
Τη λαχουριά της την ποδιά, τη χρυσοκεντημένη,
Πούχε ξομπλιάσει απάνω της τον ουρανό με τάστρα.
Και σκούζ' η άμοιρη Μαριώ και κλαίει την ποδιά της.

Ο σταυραετός μεσουρανίς χάθηκε μέσ' 'ς ταστέρια.

Με 'λίγες μέραις ύστερα ταράχτηκεν η χώρα,
Παγάνα πήραν τα χωριά τον βασιληά ανθρώποι
Και δείχνουνε 'ςταίς λιγεραίς ποδιά γεμάτη αστέρια,
Και 'ς όποιας πιάση το κορμί, κι' όποια την 'πή δική της,
Εκείνη θα την πάρουνε μαζή τους 'ςτό παλάτι.
Πέρασαν-πέρασαν χωριά του βασιληά οι ανθρώποι,
Δείχνοντας τη χρυσή ποδιά, κι' ούτε κ' ευρέθη κόρη
Να της ταιριάζει 'ςτό κορμί και να την 'πή δική της.
Και 'ςτής Μαριώς παν' το χωριό και δείχνουνε 'ςταίς κόραις
Αράδα-αράδα την ποδιά, και την γνωρίζουν όλαις.
Μέσα ςταίς άλλαις έρχεται και της Μαριώς η αράδα,
Και κοκκινίζει από χαρά και παίρνει και την ζώνει.

Τήνε γνωρίζουνε με μιας του βασιληά οι ανθρώποι,
Και τήνε παίρνουνε μαζή, την φέρνουν 'ςτό παλάτι

Παίρνουν αυτοί το τάμα τους, και ο βασιληάς την κόρη.

Επάνω

Το μαγεμμένο μαντήλι

ΤΏρα γλυκειά της χαραυγής όπου ξυπνάει η πλάσι,
Οπού γλυκαγκαλιάζεται το φως με το σκοτάδι.
Που γλυκοφέγγουν η κορφαίς, μαυρολογούν οι λόγγοι,
Που το φεγγάρι χάνεται, που αχνίζουνε τ' αστέρια,
Κι' ο λαμπερός ο Αυγερινός μονάχα τρεμουλιάζει,
Που πέφτει τ' ουρανού η δροσιά και λούζει τα λουλούδια,
Που ανοίγουν τα τριαντάφυλλα κ' η δάφναις ανασαίνουν,
Κ' η ανθισμένη αγράπελη από το βράχο σκύβει

Να ιδή 'ςτο ρέμμα τ' αυλακιού την τρυφερή ωμορφιά της.
Οπού ξυπνούν η πέρδικες και κελαϊδούν τ' αηδόνια! ...

Κι' ο Μήτρος με τη χαραυγή τα πρόβατα του βγάζει
Στα κορφοβούνια απ' τάρμεγμα να τα περιβοσκήση,
Αντιλαλούν η λαγκαδιαίς απ' τα λαμπρά κουδούνια,
Απ' τα βραχνά βελάσματα αχολογούν η ράχαις,
Και 'ςτ' αλαφρό τ' ανέβασμα του ζηλεμμένου Μήτρου
Φουσκώνει η φουστανέλλα του, βροντούν τα χαϊμαλιά του,
Κι' ο μεταξένιος του ο τσαμπάς τινάζεται σαν νέφιο
Οπού το δέρνει ο άνεμος και το χρυσώνει ο ήλιος.

Χαράημερα και του χωριού κινούν η μαυρομμάταις
Να παν' 'ςτή βρύσι για νερό. Περνούν, περνούν κοπέλλαις,
Έρχονται με χαρχάγελα και φεύγουν με τραγούδια.
Ύστερη απ' όλαις έρχεται η Αναστασιά της χήρας,
Με τα μακρυά της τα μαλλιά, με τα γλυκά τα μάτια.
Με το μεγάλο τόνομα και με το πλούσιο βιο της.
Διαβαίνει με περπάτημα σειστό, καμαρωμένο.
Και τα πουλιά που κελαϊδούν λες και την χαιρετούνε,
Τα δέντρα που φουρφουλογούν 'ςτής χαραυγής τ' αγέρι,
Λες και ξυπνούν, ξαφνίζονται 'ςτής λυγερής το διάβα,
Κι' αναμερώντας τα κλαδιά τώνα ρωτάει τ' άλλα
Ρωτάει ο γράβος το φτελιά, ο πεύκος το πλατάνι,
Το κυπαρίσσι τη ιτιά, κ' η λυγαριά τη δάφνη:

— Ποια νάν' εκείνη που περνά, μη νάν' καμμιά Νεράιδα;

Και σκύφτουν-σκύφτουν να την ιδούν κι' αυτή περνά και
[φεύγει.

Χαρά 'στη χήρα πώκαμε την τέτοια θυγατέρα,
Χαρά και 'ςτό μικρό χωριό οπού την καμαρώνει,
Χαρά 'ςτόν κι όποιος την χαρή και την κορφολογήση!

Ο Μήτρος την αγνάντεψεν απ' τα βουνά του απάνω
Και ροβολάει γλήγορα και 'ςτό στρατί την πιάνει.

— Ώρα καλή σου, Αναστασιά.

— Καλώς τον τον λεβέντη

— Κόρη, για δος μου φίλημα 'ς αυτά τα μαύρα μάτια.

— Πώς να σου δόσω φίλημα 'ςτά μαύρα μου τα μάτια
Που 'ς άλλον μ' έχει η μάνα μου από μικρή ταμμένη;

— Γιατί, καϋμένη Αναστασιά, γιατί περδικοστήθω;
Τώρα οπού εμεγάλωσες κι' άνθισε η ωμοφιά σου
Και χύνει μέσ' τα τρίστρατα τη μοσχομυρωδιά της,
Σ' άλλον να σ' έχουν τάξιμο, κ' εμέ να μ' απαριάσης
Οπού σε πρωταγάπησα από μικρή μικρούλα,
Κι' ούτε της βρύσης τώλεγα, ούτε της συντροφιάς μου,
Ούτε και της φλογέρας μου, του φεγγαριού, του ήλιου,
Μόν' 'ςτήν καρδιά, το φύλαγα σαν θησαυρό κρυμμένο,
Και με μια ελπίδα τώτρεφα, πότε να μεγαλώσης,
Πότε να δώση ο Απρίλης σου, ν' ανθίση η ωμορφιά σου,
Να σε ζηλεύουν κ' η Ξωθιαίς, 'ςτή βρύσι εδώ να σ' εύρω,
Για να σ' ανοίξω την καρδιά, να ιδής πούσαι κυρά της,
Και σ' είσαι 'ς άλλον τάξιμο κ' εμένα μ' απαριάζεις:

— Μήτρο, 'ςτά λόγια σου γραφτή ξανοίγω την καρδιά σου,
Μα 'ς άλλον μ' έχ' η μάνα μου από μικρή ταμμένη.

— Κόρη, για δος μου φίλημα 'ςτά μαύρα σου τα μάτια,
Κόρη, εγώ σ' αγάπησα, κ' εγώ θα να σε πάρω.

— Μήτρο, καϋμένε, μην το λες. Ρίξε τα μάτια 'ς άλλη.
.....................................................
— Τ' έχεις απόψε Μήτρο μου, και μου είσαι πικραμένος;

— Δόλια μανούλα μ', άσε με, πλειότερο μη με θλίβεις. . . .
Θα πάρω δίπλα τα βουνά, δίπλα τα κορφοβούνια.
Και θα χαλάσω τα χωριά, θα γίνω κλέφτης μάνα,
Κι' ας φάη λύκος τα πρόβατα και αυτά τα έρμα γίδια.

— Παιδί μου, ... Μήτρε μου; ... τι λες; ... τι βάνεις με
[τον νου σου;

— Ό,τι κι' αν λέω μάνα μου, εγώ θα να το κάμω.

— Μη σώκλεψαν τα πρόβατα, μη σ' άρπαξαν τα γίδια;
Μην Αρβανίταις πέρασαν και σ' έβρισαν, παιδί μου;

— Δεν κλέβουν πρόβατα από εμέ, ουδέ μ' αρπάζουν γίδια
Κι' ουδ' Αρβανίταις μάνα μου, κοτάν' για να με βρίσουν...

Μια κόρη μ' εβαλάντωσε, μια κόρη, ... ανάθεμά την!

— Και ποια είν' εκείνη πώρριξε του γυιού μου την αγάπη;

— Η ζηλεμμένη Αναστασιά κ' η μοναχή της χήρας.
Την αγαπούσ' από μικρή και τώκρυφτα βαθειά μου,
Ούτε 'ςτ' αστέρια τώλεγα, ούτε και 'ςτό τραγούδι,
Μόν' καρτερούσα μάνα μου, τόσον καιρό μ' ελπίδα.
Να μεγαλώση, να την βρω 'ςτό ξέφωτο μια μέρα
Να της ανοίξω την καρδιά και να τήνε φιλήσω ...
Σήμερα που την εύρηκα ναρχέται από τη βρύσι
Και της εγύρεψα φιλί 'ςτά μαύρα της τα μάτια,
Εκείνη μου τ' αρνήθηκε, και μούπε αλλού να στρέψω,
Γιατί την έχ' η μάνα της μικρούλ' αλλού ταμμένη ...
Γι' αυτό θα πάρω τα βουνά, θα πάω να γίνω κλέφτης,
Κ' εγώ, που την αγάπησα, εγώ θα να την πάρω.

— Αν τώβαλες κατάκαρδα και θέλεις να την πάρης
Μη παρατάς τα πρόβατα και πας παιδί μου, κλέφτης,
Τι θα χαθή το σπίτι μας, το βιο μας θα ρημάξη, ...
Κ' εγώ θα πάω 'ςτή μάνα της ταχυά να την γυρέψω,
Κι' αν δε θελήση η μάνα της νύφη να μου την δώση,
θα πάω 'ς την πρωτομάγισσα και μάγια θα της κάμω.

— Αν δεν την πάρω μάνα μου, γλήγορα θα με κλάψης
.................................................
— Για σου χαρά σου. Γεώργενα.
— Καλώς την την Γιαννούλα.

— Γιώργενα, την Αναστασιά, την ακριβή σου κόρη,
'Στόν ζηλεμμένον Μήτρο μου δε μου την δίνεις νύφη;

— Από μικρή, Γιαννούλα μου. την έχω αλλού ταμμένη.

— Ο γυιός μου την αγάπησε. Γιώργεν', από μικρούλα,
Κι' ο μαύρος εκαρτέραγε πότε να μεγαλώση
Να της ανοίξη την καρδιά και να την κάμη ταίρι.

— Γιαννούλα τώρα ο Μήτρος σου ας ρίξη αλλού τα μάτια.

— Δεν είν' αρρώστεια να διαβή να ξαναγειάνη πάλι,
Δεν είναι μιαν αντάμωσι για να την λησμονήση,
Γκρεμός δεν είναι και ραϊδιό και σκέπι να περάση,
Δεν είν' πελαγοποταμιά διά να διαβή από πέρα,
Δεν είναι μαύρο σύγνεφο να φυλακτή σ' απόσκιο,
Μόν' είναι ο πόνος της καρδιάς κι' ο πόνος της αγάπης,
Είναι καϋμός. Και σκιάζομαι να μη τον χάσω, η μαύρη.

— Γιαννούλα, εγώ την κόρη μου την έχω αλλού ταμμένη.

— Και ποιον θα ναύρης Γιώργενα, καλλίτερο απ' το γυιό μου
Πούναι λεβέντης ακουστός εις του χωριού τους άντρες,
Οπούναι και μοναχογυιός και καλοαναθρεμμένος;
Πού θα να βρης καλλίτερο απ' το δικό μας σπίτι,
Πώχουμε χίλια πρόβατα και δυο χιλιάδες χίδια,
Κοπάδια βοϊδογέλαδα κι' άλογα και φοράδια.
Πώχουμε χίλια στρέμματα αμπέλια και χωράφια.
Πωχουμε λόγγα πάρθενα, πώχουμε και λειβάδια.
Πώχουμε χούφταις το φλουρί και φόρτωμα τ' ασήμι;

— Το βιο σας να το χαίρεστε, κ' η κόρ' είνε δική μου.

— Άιντε, γυναίκα ανάποδη και όχεντρα οργισμένη,
Σου την γυρεύω με καλό, με το κακό την παίρνω! . . .
..................................

Πήγε 'ςτήν πρωτομάγισσα, που εμόνιαζε 'ςτό λόγγο,
Της μολογάει του Μήτρου της το πόνο, την αγάπη.
Της τάζει χίλια δυο φλουριά και της γυρεύει μάγια.

— Ακόμα χίλια δυο φλουριά, Γιαννούλα, θα ξοδιάσης,
Τον ακριβό το Μήτρο σου αν θέλης να μη χάσης.

— Δίνω και τρεις και τέσσερες ακόμα εγώ χιλιάδες.
..................................

Τρεις από τότε η μάγισσα βραδειαίς αράδ' αράδα,
— Κ' ήταν φεγγαρογιόμισμα, — κοντά 'ςτό μεσονύχτι
Έβγαινε πέρ' απ' το χωριό, κατά το Ξωθιονέρι,
Εκεί που ρίχνουν σαν περνούν ανάθεμα οι διαβάταις,
Κ' εμάζευε όλαις ταις ξωθιαίς, ταις στρίγλαις και ταις λάμιαις
Με σφύριγμα, που ετάραζε της ερημιάς τον ύπνο.
Χιλιάδες χάραις έταξε, και εγύρεψεν απ' όλαις
Μετάξι απ' της Πεντάμορφης Νεράιδας το κοκούλι,
Αίμ' από κόρη πάρθενη, και γλιώσσα από όφιο αστρίτη.

Ταύραν αυταίς και τάφεραν και πήρανε το τάμμα.
Με το μετάξι η μάγισσα ύφαν' ένα μαντήλι.
Τώβαψε με φειδόγλωσσαις και με παρθένας αίμα
Και τρεις φοραίς το ξόρκισε, τώκαμε μαγεμμένο.

— Έλα Γιαννούλα, πάρετο· κι' όποτε θέλει ο Μήτρος
Να πάρη την Αναστασιά, με δαύτο ας την εγγίξη.
..............................................

Είκοσι μέραις πέρασαν, σαν χρόνια για το Μήτρο,
Κ' έφτασε τ' Άι-Γιωργιού η γιορτή, το μέγα πανηγύρι,
Που χέρι-χέρι νηαίς με νηούς κρατιούνται και χορεύουν.
Η αράδα της Αναστασιάς εσύντυχε το Μήτρο.
Κρατιέται απ' το μαντήλι του, μαγεύεται, λιγώνει,
Του ρίχνει ολόγλυκειαις ματιαίς κι' από κρυφά του λέει:
— Πίσω απ' τον ήλιο, Μήτρο, ας πάη της μάνας μου το τάμμα,
Ας ζήση αυτή μονάχη της, κ' εγώ με σέν' αντάμα.


Επάνω

Τραγούδι κλέφτικο

Πότε θαρθή μιαν άνοιξι, θαρθή ένα καλοκαίρι,
Που λουλουδιάζουν τα κλαριά, που λυόνουνε τα χιόνια,
Για να ζωθούμε τάρματα και τα χρυσά τσαπράζια,
Να βγούμε κλέφταις, βρε παιδά, κλέφταις 'ςτά κορφοβούνια!

Μέσ' 'ςτήν ψηλότερη κορφή να στήσουμε λημέρι,
Νάχουμε τάστρα τ' ουρανού τ' αποβραδύς κουβέντα.

Κ' ημάς το γλυκοχάραγμα να πρωτοχαιρετίζη.
Ημάς ο ήλιος την αυγή 'σάν κρούη να πρωτοβλέπη.
Να μας ζηλεύουν οι αετοί, να μας ξυπνούν τ' αηδόνια,
Και μέσ' ςτά γάργαρα νερά και μέσ' 'ςταίς κρύαις βρύσες
Νεράιδες να μας νύβουνε, φιλιά να μας χορταίνουν.

Αράδ' αράδα τάρματα 'ςτά πεύκα θα κρεμάμε,
Και θε να σταίνουμε χορό. Και κάθε μας τραγούδι
Θάνε βροντή από σύγνεφο, φωτιά από αστροπελέκι.

Θα μας τρομάζουν τα θηριά, θα προσκυνούν οι κάμποι.

Πότε θαρθή μιαν άνοιξι, θαρθή ένα καλοκαίρι,
Να βγούμε κλέφταις, βρε παιδιά, κλέφταις 'ςτά κορφοβούνια.



Επάνω

Η πεντάμορφη

Ήταν δυο αδέρφια γκαρδιακά και πολυαγαπημένα,
Ο πρώτος κόρη αγάπησε ξανθή και μαυρομμάτα,
Κ' ήρθε καιρός κι' εσμίξανε κ' εβάλανε στεφάνια.
Μήνες και χρόνια πέρασαν, ακέρια χρόνια πέντε,
Κι' ο παντρεμένος θέλησε 'ςτά ξένα να μισέψη.
Κ' εκάλεσε τον αδελφό και χωριστά του λέει:

— Βουλιούμαι, αγαπημένε μου, 'ς τα ξένα να μισέψω,
Να διαπεράσω τα βουνά, να πάω σε ξένον κόσμο,
Και να γυρίσω με καιρό, με χρόνια και με μήνες
Με γρόσια στο δισάκι μου και λίρες 'ςτο κιμέρι.
Σ' αφίνω την γυναίκα μου την πολυαγαπημένη.
Να την κυττάς σαν αδερφή, σαν αδερφή δική σου.

Αγκαλιαστήκανε γλυκά κι' αδερφικά φιλιώνται
Κι' ο παντρεμμένος τάλογο ταχυά καββαλλικεύει,
Και διαπερνάει θάλασσαις και κάμπους και ποτάμια
Και διαπερνάει και βουνά και πάει μακρυά 'ςτά ξένα.

Δώδεκα χρόνια πέρασαν και δεκαπέντε μήνες.
Ο αφωρεσμένος του αδερφός κ' η σκύλλα του η γυναίκα
Γλυκά γλυκά αγαπήθηκαν και πέρναγαν μαζύ τους
Και λησμονήθηκε τ' αντρός και τ' αδερφού η αγάπη.

Και μέσ' 'ς τα δώδεκα ψηλά και μέσ' 'ς τους τόσους μήνες
Ο μισευμένος κίνησε απ' τα μακρυά τα ξένα
Να διαπεράσση θάλασσαις, κάμπους, βουνά, ποτάμια,
'Σ το πατρικό το σπίτι του με γρόσια να γυρίση.

Μια μέρα ένα Μαγιάπριλο κοντά 'ςτό μεσημέρι
Σφιχταγκαλιάζονταν οι δυο 'ςτό στρώμα οι αγαπημένοι.
Άξαφνα γλήγωρο άλογο 'ςτή θύρα σταματάει.
Βαρειά φτερνιέται τάλογο, πεζεύει ο καββαλάρης
Και κράζει τη γυναίκα του και ολοβροντάει τη θύρα.
Λαχταριστοί τινάζονται απ' το ζεστό το στρώμα
Και κατεβαίνουν 'ςτήν αυλή τον ξένον να δεχτούνε.
Χίλιαις αλλάζουν αγκαλιαίς, φιλήματ' άλλα τόσα.
Ο ένας κλαίει από χαρά, κ' οι δυο από φόβο αχνίζουν.

— Τ' είσαι καλή μου τόσο αχνή και τρέμεις σαν το φύλλο;

— Μήνες και χρόνια ολόκερα σε καρτερώ απ' τα ξένα,
Και το μαράζι της καρδιάς, της ξενιτειάς σου η πίκρα
Μώφερε αρρώστεια αγιάτρευτη και μ' έρριξε 'ςτό στρώμα
Ή άλλαις, είπα, αγάπησες 'ςτής ξενιτειάς τη χώρα
Κ' εμένα μ' αλησμόνησες την πολυαγαπητή σου,
Ή αρρώστησες και πέθανες χωρίς εγώ να μάθω.
Και δάκρυο, δάκρυο ψεύτικο, δάκρηο γιομάτο απάτη
Τα μαραμένα μάγουλα της σκύλλας αυλακόνει.

— Ούτε κι' αγάπησα καμμιά 'ςτής ξενιτειάς τη χώρα,
Ούτε λησμόνησα ποτές εσένα την καλή μου.
Μήνες και χρόμα επλούτενα, για να γυρίσω τώρα,
Με γρόσια 'ςτό δισάκι μου και λίρες 'ςτό κιμέρι,
Κι' αρρωστεμένη να σε βρω και να σε βρω 'ςτό στρώμα;
Φωτιά να κάψη τα φλουριά! κ' εγώ θα τα ξοδιάσω
Σ' όλον τον κόσμο, 'ςτούς γιατρούς, για εσέ, για την υγειά σου!

Και την εφίλησε γλυκά 'ςτά μάτια και 'ςτό στόμα.

— Ρώτησα εγώ χίλιους γιατρούς. Κι' αν θέλης για να γειάνω
Από τα Μήλα τα Χρυσά να πας και να μου φέρης.
Έφεξε η δεύτερη αυγή και πριν να δώση ο ήλιος
Καββαλικεύει τ' άλογο και φεύγει ο παντρεμμένος,
Και 'πήγε ναύρη τα Χρυσά τα Μήλα να τα φέρη,
Για να τα φάη η γυναίκα του να ξαναγειάνη πάλι.

'Στο δρόμο μάγισσα 'ρωτά, πούν' τα Χρυσά τα Μήλα.
Κ' η μάγισσα η καλόγνωμη γυρίζει και του λέει:

— Είνε τα Μήλα τα Χρυσά σε μακρυνό περβόλι,
Σε περιβόλι απάτητο, που το φυλάει ο Δράκος.
Χιλιάδες βασιλόπουλα, χιλιάδες παλληκάρια
Πήγαν να το πατήσουνε κ' εχάσαν την ζωή τους.
Αν έχης λιονταριού καρδιά και σιδερένια στήθεια,
Σύρε μέσ' στης Πεντάμορφης το μαρμαρένιο κάστρο,
Πέρα 'ς εκείνα τα βουνά που 'γγίζουνε τ' αστέρια.
Αραδαριά θα βρης εκεί τον κάμπο να γιομίζουν
Χιλιάδες βασιλόπουλα, χιλιάδες παλληκάρια.
Που πολεμούν με μάνιτα, που αμάχονται με δίψα,
Όποιος αξιώτερος φανή 'ςτό κάστρο να πηδήση
Την κόρη την Πεντάμορφη δική του να την κάμη.
Αν έχης λιονταριού καρδιά και σιδερένια στήθεια.
Κι' αν θα φανής αξιώτερος και μείνης μοναχός σου.
Θα κατεβή η Πεντάμορφη, 'ςτό κάστρο θα σε πάρη,
Κι' ό,τι γυρέψης, θα το ιδής φερμένο 'ςτήν ποδιά σου.

Χτυπάει εκείνος τ' άλογο και χάνεται 'ςτόν κάμπο.

Σαράντα είχε η Πεντάμορφη, σαράντα ακέρηα αδέρφια,
Σαράντα καββαλλάριδες, σαράντα παλληκάρια,
Που όταν κινούσαν, έτρεμαν βουνά μαζύ και κάμποι.
Κάποιο κυνήγι έναν καιρό ξανοίξανε μεγάλο,
Και μέσ' ςτο κάστρο επλάκωσαν χιλιάδες βασιληάδες.
Κ' επιάστηκαν σε πόλεμο, και επιάστηκαν σ' αμάχη,
Ποιος ζήση απ' όλους να ριχτή την ώμορφη ν' αρπάξη.

Ο παντρεμμένος έφτακε καββάλα 'ςτ' άλογό του.
Κ' εκεί που εκείνοι αμάχονται και ένας χτυπάει τον άλλον,
Βγάζει το δαμασκί σπαθί, οφίγγεται μέσ' 'ς τη σέλλα,
Κεντάει τ' αλόγου τα πλευρά και ρίχνεται 'ς τη μέση
Χτυπάει εδώ και σφάζει εκεί κι' ολούθε τάφο ανοίγει.
Φλογίστηκε 'ς τα χέρια του το δαμασκί σπαθί του,
Το πρόσωπό του εμαύρισε, άφρισε τ' άλογό του,
Κι' δω που ο ήλιος έγειρε και πάει να βασιλέψη,
Πέρα και πέρα εγιόμισε τον κάμπο από κουφάρια
Κ' η ρεμματιαίς πελάγωσαν απ' το πολύ το αίμα.
Με κλάυματα η Πεντάμορφη 'ςταίς θύραις κατεβαίνει:

— Για εσέ, λεβέντη ωμορφοννιέ, λεβέντη καββαλάρη,
Που μέσ' 'ς τα τόσα αίματα τόσα κορμιά έχεις θάψει,
Και σήμερα μ' εγλύτωσες από σκλαβιά μεγάλη,
Για εσένα ανοίγω σήμερα το κάστρο μου να ανέβης.
Πες μου, τι θέλεις, τι καλό μεγάλο να σου κάμω.

— Έχω γυναίκα ωμορφονιά, κ' είν' άρρωστη 'ςτό στρώμα
Όλον τον κόσμο αρώτησα κι' όλος ο κόσμος μου είπε,
Να φάη τα Μήλα τα Χρυσά να ξαναγειάνη πάλι

— Έλα 'ςτό κάστρο μου ψηλά να λούσω το κορμί σου,
Με μόσχο, με ροδόσταμμα. λεβέντη, να σ' αλείψω.
Να κοιμηθής γλυκά-γλυκά γιατ' είσαι αποσταμένος,
Και σαν ερθούν ταδέρφια μου τον κόσμου οι αντρειωμένοι,
Πέρνεις τα Μήλα τα Χρυσά και φεύγεις 'ς την καλή σου.

Κοιμάται.

Κ' η Πεντάμορφη 'ς τα παραθύρια βγαίνει,
Παίρνει 'ςτό χέρι αργόχειρο και γλυκοτραγουδάει.
Να κι' άξαφνα ξαγνάντεψαν τ' αδέρφια της 'ςτόν κάμπο,
Κι' απαρατάει τ' αργόχειρο και πάει και τους προφταίνει.

— Σωπάτε, μην τρομάζετε, λαχτάρα μη σας πήρε,
Κ' εκείνος που με γλύτωσε γλυκοκοιμάται απάνου.
Χιλιάδες βασιλόπουλα πλακώσανε 'ςτό κάστρο
Κ' επιάστηκαν 'ςέ πόλεμο, κ' επιάστηκαν 'ς αμάχη,
Όποιος γλυτώσει απ' όλους τους 'ςτό κάστρο να πηδήση,
Ν' αρπάξη εμένα και μακρυά δική του να με πάρη.
Κάθε που έπεφτε σπαθιά τα στήθεια μου περνούσε.
Μα εκεί που εκείνοι εμάχονταν, κ' ένας τον άλλο εχτύπα,
Σαν άγιος φανερώθηκε λεβέντης καββαλλάρης
Και με σπαθί 'ςτά χέρια τον ρίχνεται μέσ' 'ςτή μέση.
Σε κάθε που έπεφτε σπαθιά εφτέρωνε η καρδιά μου.
Κι' όσο που ο ήλιος έγειρε και πάει να βασιλέψη,
Πέρα και πέρα εγιόμισε τον κάμπο από κουφάρια.
Με μιας το κάστρο τ' άνοιξα, τον πήρα 'ςτά παλάτια,
Τον έλουσα, τον άλειψα ροδόνερο και μόσχο,
Και τώστρωσα να κοιμηθή γιατ' είνε αποσταμένος.
Γυρίστε, μην πεζεύετε· και για δική μου αγάπη
Θα πάτε πέρα, αδέρφια μου, 'στ' απάτητο περβόλι,
Πούναι τα Μήλα τα Χρυσά που τα φυλάει ο Δράκος,
Να πάρτε, να του φέρετε, γιατ' είνε παντρεμμένος,
Κέχει γυναίκα ωμορφονιά που είν' άρρωστη 'ςτό στρώμα.
Κι όλον το κόσμο αρώτησε, κ' όλος ο κόσμος του είπε:
Να φάη τα Μήλα τα Χρυσά να ξαναγειάνη πάλι.

Χτυπούν τ' αδέρφια τάλογα και χάνονται 'ςτόν κάμπο.
Φέρνουν τα Μήλα τα Χρυσά. Τα παίρνει ο παντρεμμένος
Καββαλλακεύει τάλογο και γέρνει 'ςτήν καλή του.

Μήνες μονάχα επέρασαν. Κ' ένα γλυκό βραδάκι,
Που μοναχή η Πεντάμορφη αγνάντευε απ' το κάστρο,
Τ' αγαπημένα αδέρφια της με πόνο ακαρτερώντας,
Να πηλαλάη έν' άλογο βλέπει μακρυά 'ςτόν κάμπο.
Απέρναγε σαν σύγνεφο οπού το διώχνει ο αγέρας,
Κι' όπως βογγάει το σύγνεφο εκείνο εχλιμιντρούσε.
Γοργό, αφρισμένο επλάκωσε σε λίγο μέσ' 'ς το κάστρο
Μ' ένα δισάκι απάνω του και δίχως καββαλλάρη.
Το γνώρισε η Πεντάμορφη και κατεβαίνει κάτου.
Αυτιάζεται, χτυπάει τη γη και χλιμιντράει εκείνο,
Σαν κάτι νάθελε να ειπή. Το ξεφορτώνει η κόρη,
Παίρνει, και το δισσάκι λυεί... και τι να ιδή!... λαχτάρα!...
κομμάτια ανθρώπινου κορμιού 'ςτά αίματα πνιγμένα,
Και 'ςτά κομμάτια ανάμεσα τώμορφο το κεφάλι
Του νηού που την εγλύτωσε!... Δέρνεται και μαδιέται…

Έκλαψε απαρηγόρητη τρεις 'μέραις και τρεις νύχταις.

Αράδιασε το λείψανο 'ς ολόχρυσο σιντόνι
Κ' εκάλεσε ένα γλήγορο χιονάτο περιστέρι
Αθώο, αθώο σαν κι' αυτή, το μόνο σύντροφό της
Και το επαράγγειλε πιστά, και τέτοια του 'μιλάει:

— Άνοιξε τα φτερούγια σου, μικρό μου περιστέρι,
Και θε να πας γι' αγάπη μου σε μακρυνό ταξείδι.
Θα διαπεράσης θάλασσαις, ψηλά βουνά και κάμπους,
Θα διαπεράσης σύγνεφα και θε να πας πουλί μου,
'Στά στοιχειωμένα τα βουνά που πάντα ανοιγοκλειούνε
Κι' οπού τ' αθάνατο νερό περνάει ανάμεσά τους.
Πέτα γοργό μέσ' 'ςτ' άνοιγμα, πάρε νερό και φεύγα.

Πετάει εκείνο και γοργό με το νερό γυρνάνει,
Και το σταλάζει ανάλαφρα 'ςτ' αραδιαστά κομμάτια.
Κ' εκεί που πέφτει το νερό, κολλούν και ζωντανεύουν.
Και ζωντανεύει ολάκερος ο νηός ο παντρεμμένος.
Ξυπνούν τα 'μάτια τα σβυστά, ανοίγουνε τα χείλη
Κι' απάνω τους χαμόγελο γλυκό-γλυκό χαράζει.
Χτυπάει η ακίνητη καρδιά, και το βουβό το στόμα
Παίρνει αλαφρόν ανασασμό κι' αρχίζει και 'μιλάει:

— Πόσο βαρηά εκειμώμουνα!... πού ήμουν και πού να είμαι;
Δεν είσαι συ η Πεντάμορφη με τα σαράντα αδέρφια;
Δεν είν' αυτό το κάστρο σου; δεν είν' αυτός ο κάμπος
Που μια φορά επελάγωσα με βασιληάδων αίμα;
Πού ήμουν όντας πλάγιασα, και τώρα πού ξυπνάω;

— Εξύπνησες 'ςτά χέρια μου... πού επλάγιασες για πες μου;

— Θυμούμαι, μα σαν όνειρο. Μια μέρα εκυνηγούσα
Με το μικρότερο αδερφό 'ςτής χώρας μας τα δάση.
Το μεσημέρι επλάγιασα ς' ένα φτελιά από κάτου
Κι' απ' τότες τώρα εξύπνησα 'ςτό κάστρο το δικό σου.
Ποιος μ' έφερε; Πεντάμορφη, μην όνειρο είνε ακόμα;

— Όχι! δεν είνε όνειρο, κι' ουδέ κοιμάσαι ακόμα
Σ' έφερε τ' άλογό σου εδώ κομμάτια 'ςτό δισάκι
Κ' εγώ, που μ' εξεγλύτωσες απ' τη σκλαβιά μια μέρα
Εγώ με την αγάπη μου και με τα δάκρυά μου,
Εγώ μ' αθάνατο νερό σ' ανάστησα, λεβέντη.
Τώρ' αρματώσου γλήγορα, ανέβα 'ςτ' άλογό σου
Και χτύπα το, σαν αστραπή 'ςτό σπήτι να φέρη.
Αγκαλιαστά να βρης εκεί 'ςτό στρώμα να κοιμώνται
Ο αφωρεσμένος σου αδερφός κ' η σκύλλα σου η γυναίκα,
Για να γλυτώσουν σ' έστελναν για τα Χρυσά τα Μήλα,
Που τα φυλάει ο Δράκοντας, να χάσης τη ζωή σου·
Και σαν εγύρισες μ' αυτά, σ' επήραν 'ςτό κυνήγι
Κ' εκεί σ' εσκότωσε ο αδερφός 'ςτόν ύπνο τον γλυκό σου,
Τώρ' αρματώσου γλήγορα κι' ανέβα 'ςτ' άλογό σου
Και σύρε εκεί και σκότωσε και κάμε τους κομμάτια.
Και γύρνα, την Πεντάμορφη γυναίκα σου να πάρης.

Επάνω

Η καπετάνισσα

Η Ρούσιω η καπετάνισσα, του Γέρω-Δήμου η νύφη,
Στα παραθύρια κάθεται, τους κάμπους αγναντεύει,
Κι' αναστενάζει απ' την καρδιά και με τον νου της λέει:

— Μάνα, μ' εκακοπάντρεψες και μ' έδωκες σε κλέφτη,
Που βρίσκεται 'ςτόν πόλεμο απ' την αυγή ως 'ςτό βράδυ,
Κι από το βράδυ ως 'ςτήν αυγή φυλάει 'ςτό καραούλι,
Και δεν τον είδα μία φορά να κοιμηθή σιμά μου,
Εγώ τουφέκια σκιάζομαι, τάρματα εγώ τα τρέμω,
Για να το ζώσω 'ςτό κορμί να πάω από κοντά του,
Κ' εχτίκιασαν τα στήθεια μου, εμάλλιασε η καρδιά μου,
Μαράθηκαν τα νειάτα μου κ' η εμμορφιά μου εχάθη.
Σαν τι τα θέλω τα φλουριά και τα βαρηά γιονρτάνια.
Σαν τι τα θέλω τα χρυσά κι' ασημωμένα ρούχα,
Σαν δεν κοιμούμαι μια φορά 'ςτό πλάι του καλού μου;
Νάμουνα κάλλια πιστικιά, κάλλια θερίστρα νάμουν,
Παρά η καπετάνισσα, του Γέρω-Δήμου η νύφη.
Για ιδές θερίστραις, πιστικαίς, ολημερίς γυρνάνε
'Στά ρέμματα, 'ςταίς λαγκαδιαίς, 'ςτούς κάμπους και 'ςτά πλάια
Με τον καλό τους 'ςτό πλευρό και με μικρά 'ςτά χέρια.
Κ' εγώ, κλεισμένη μοναχή 'ψηλά 'ςτά κορφοβούνια,
Τα λερωμένα του σκουτιά 'μπεζέρισα να πλένω.
Κι' ώρα την ώρα με καρδιά καταλαχταρισμένη
Τον καπετάνιο καρτερώ τόσαις βραδειαίς κι' αυγούλαις,
Πότε να τον ιδώ γερός ν' αφήση τα λημέρια,
Ναρθή 'ςτό σπίτι μια φορά, να κοιμηθούμε αντάμα!

Επάνω

Η Χιονούρα

Ανάμεσα τρεις ποταμιαίς και πέντε κορφοβούνια
Πύργος διπλοθεμέλειωτος και μαρμαροχτισμένος,
Και μέσα κόρη κάθεται με δεκαπέντε σκλάβους,
Κι' όλο αρμαθιάζει το φλουριά και τα μαργαριτάρια.

Αρμάθιαζε, ξαρμάθιαζε, τα κρέμαε 'ςτό λαιμό της.
Και 'ςτόν καθρέφτη εκύτταζε, κ' έλεγε με τον νου της.

— Μάτια μου μαύρα και γλυκά και ζαχαρένιο στόμα,
Κυπαρισσένιο μου κορμί κι' ολόχρυσα μαλλάκια,
Δαχτυλιδένια μέση μου κι' αφροπλασμένα στήθη.
Και συ λαιμέ μου κάτασπρε σαν του βουνού το χιόνι,
Σαν σας σταλάζω με φλουριά και με διαμάντια τόσα,
Μη για χορό συντάζεσθε, μήνα σε γάμο πάτε;...
Πέτε, πού ο γάμος γίνεται και πού ο χορός κρατιέται;
Πούναι κι' ο νηός που θα σας 'δή και θα σας αγαπήση
Κι' ακολουθώντας σας θαρθή να σας χαρή μια μέρα;
Εσάς σας χαίρεται η ερμιά. Πότε σας είδε ο κόσμος;...
Σας χαίρονται τάγρια βουνά, κ' έχετε συντροφιά σας
Τον πύργο τον σκοταδερό, της ποταμιάς το ρέμμα,
Τ' αγέρι, τ' άγρια πουλιά, τον ήλιο και τ' αστέρια.
Σας παίρν' η άνοιξ' η γλυκειά και λυόνουνε τα χιόνια,
Και λουλουδιάζουν τα βουνά και κελαϊδούν τ' αηδόνια,
Κι' ο κόσμος όλος χαίρεται κ' η πλάση αναγεννιέται,
Εσείς και τότε θλίβεστε, και κλαίγεστε για ταίρι.
Κλαίγεστε κι' όντας πέφτουνε τα φύλλ' από τα δέντρα
Κ' έρχεται το χινόπωρο κι' ο μαύρος ο χειμώνας,
Που η πλάση ξεστολίζεται, που χάνεται κι' ο ήλιος,
Που κατεβάζει ο πόταμος, που δέρνουνε τον πύργο
Τα φλογερά αστραπόβροντα, κ' η καταχνιαίς τα πλάια,
Τους κάμπους τ' ανεμόβροχα, και τα βουνά, η χιονούραις,
'Στους κάμπους ανεμόβροχο, και τα βουνά χιονούρα.

— Σεΐζη, σιάσε τ' άλογο,... πάρε καλίγωσέτο,...
Βάλτ' ασημένια πέταλα, καρφιά μαλαμματένια,
Βάλτου περίσσια την ταή, τη μεταξένια σέλλα,
Και τα βαρηά τα φάλαρα, τι θάγω μοναχός μου.

— Πού θε να πας, αφέντη μου, με τέτοιο κακοκαίρι;
Η μέρα παίρνει να σωθή κ' έρχεται η μαύρη νύχτα,
Ο κάμπος όλος έκλεισε και τα βουνά χιονίζουν.

— Σε σκιάζουν τ' ανεμόβροχα, σε σκιάζουν η χιονούραις,
Γιατί δεν έννοιωσες εσύ 'ςτά σωθικά σου ακόμα
Τη φλόγα εκείνη, τη γλυκειά, οπού τη λεν: — αγάπη,
Δεν έτυχε ποτές εσύ να περπατάς τη νύχτα
'Σ έρημα μέρη, αδιάβατα, 'ς απόσκια μοναχός σου,
Να ιδής της νύχτας της Ξωθιαίς, της ώμορφαις Νεράιδες,
Να λούζουνται 'ςτά ρέμματα με ζάρκα τα κορμιά τους,
Κι' απ' την πολλήν την ωμορφιά να λάμπη ο τόπος γύρα,
Και να μοσχοβολά η ερμιά απ' τη μοσχοβολιά τους.
Δεν έτυχε ποτέ να ιδής ξανθομαλλούσαις τέτοιαις
Να συγκρατιούνται 'ςτό χορό, να σειούνται, να λυγιούνται,
Κι' απ' τα γλυκά τραγούδια τους ν' αντιλαλή το ρέμμα. . .
Αχ! νάταν τρόπος μια απ' αυταίς απόψι να φιλήσω,
Κι' όλος ο κάμπος ας πνιγή και τα βουνά ας κλεισθούνε.

— Και τέτοια νύχτα εδιάλεξες να πηλαλάς 'ςτά δάση;

— Σώπα, σεΐζη, δε φτουρώ τη φλόγα της αγάπης.
Θα πάω απόψι, κι' ας χαθώ. Σέλλωσε τ' άλογό μου,
Το μαύρο πούναι γλήγορο και νυχτομαθημένο.
Πέρ' απ' τον κάμπο θα διαβώ και πέρ' απ' το ποτάμι,
Θα ν' ανεβώ μέσ' 'ςτό βουνό, τα δάση θα περάσω
Που κυνηγώ, θε να ριχτώ 'ςτό μέγα μονοπάτι,
Θα πέσω κάτω απ' το ραϊδιό, κ' εκείθε λάκα-λάκα
Θε να κατέβω ταις σπηλιαίς της ποταμιάς να πιάσω.
Απόψι πώχουμε βροχή κι' αγέρα και χιονούρα,
Δεν θε να βγουν 'ςτή ρεμματιά να παίξουν η Νεράιδες,
Θε να χορέψουν 'ςταίς σπηλιαίς, και κάποια θα φιλήσω.
Αχ!... να με φίληε, νάπεφτε κι' αυτή 'ςτήν αγκαλιά μου,
Βασίλισσα του παλατιού ν' αρχόνταν να την κάμω,
Κι' ας έβρεχε, κι' ας χιόνιζε, κι' ας χάνονταν ο κόσμος!...
'Στους κάμπους ανεμόβροχο και 'ςτά βουνά, χιονούρα.

Καββαλλακεύει τ' άλογο και χάνεται 'ςτά γνέφια.
Όσο τον κάμπο να διαβή τον έπιασε η χιονούρα.
Πιάνει κ' η νύχτα, η καταχνιά θολή κ' η νύχτα μαύρη.
Εχάθηκαν γη κι' ουρανός και μοναχά 'μπροστά του
Ανεμοστροβιλίζονταν η σπίθαις της χιονούρας.
Όσο να φτάση 'ςτό βουνό ρίχνει μια πήχη χιόνι,
Και χάν' τη στράτα τ' άλογο. Πλακώνει το σκοτάδι,
Περνούν τρεις ώραις, και βουνό δεν φαίνεται 'μπροστά του
Χιονούρα αδιάκοπη, βαρειά, κι' αγέρας ωργισμένος...
Κάποτε παίρνει ανήφορο, λέει κ' ηύρε το βουνό του,
Χτυπάει, φωνάζει τ' άλογο... Βιάζετ' αυτό, ανεβαίνει
Φυσάει με λύσσα ο άνεμος, και ρίχνει, ρίχνει, χιόνι,
Που όσο ν' ανέβη 'ςτήν κορφήν εσκέπασε το μαύρο.
Φυσομανάει και σαν στοιχειό παλεύει με το χιόνι.
Είναι σιμά μεσάνυχτα. Χιόνι πυκνό κι' αγέρας...
Το κορφοβούνι περπατεί. Κι' αυτό το έρμο δάσος
Ακόμα να μη φαίνεται, να μη μαυρίζη ακόμα;
Κάποτε ακούει φουρφούλισμα κλαριού και λέει πώς τωύρε
Παρέκει βλέπει ένα κλαρί, κι' άλλα παρέκει ακόμα,
Κι' όσο που πάει πληθαίνουνε, ως που είδε ακέρηο δάσος.
Ξαλαφρωμένο τάλογο φυσάει και χλημιντρίζει,
Σαν είδε που πατούνε γη τα φτερωτά του πόδια,
Και σχίζει σαν την αστραπή το πυκνωμένο δάσος.
Σπίθαις τα λιανολίθαρα πετούν 'ςτό πάτημά του.
Κ' οι κλώνοι, οπού μεριάζουνε 'ςτό διάβα του από 'πάνω.
Τινάζονται, σαν μυγδαλιαίς οπού τινάζουν τ' άνθη.

Ξάφνου το μαύρο στέκεται. Πεζεύει ο καββαλλάρης,
Κι' αγάλια αγάλια περπατάει εδώ κ' εκεί το δάσος.
Δεν είν' το δάσος πούξερε, το δάσος το δικό του.
Καββάλλα πάλι ρίχνεται, πάλι χτυπάει το μαύρο,
Κι' όσο απ' το δάσος να ξεβγή, να βρη το μονοπάτι,
Πήρε το γλυκοχάραγμα, κ' εξέπεσε η χιονούρα.
Άγνωστος τόπος άξαφνα ξαπλώνεται μπροστά του,
Βουνά με δάση, ποταμιαίς βαθειαίς και 'λίγος κάμπος.
Άσπρο το χιόνι εσκέπαζεν όλον αυτόν τον τόπο,
Κι' ανάμεσ' απ' ταις ποταμιαίς, απ' τα βουνά, απ' τον κάμπο.
Πύργος διπλοθεμέλιωτος και μαρμαροχτισμένος.
Χτυπάει τ' αλόγου τα πλευρά να κατεβή 'ςτόν κάμπο,
Γλυκά ροδίζ' η ανατολή. 'Σ ολίγο δίνει ο ήλιος.
Λαμποκοπάν η αχτίδες του 'ςτά χιόνια τα στρωμένα,
Λαμποκοπάν τα ρέμματα, λαμποκοπάει ο πύργος,
Κ' ένας βαθύς αντίλαλος, οπού ξυπνάει την πλάση,
Από τον πύργο τον ψηλό γλυκό τραγούδι φέρνει.

'Στόν πύργο κόρη κάθεται με δεκαπέντε σκλάβαις,
Κι' όλο αρμαθιάζει τα φλουριά και τα μαργαριτάρια.
Αρμάθιαζε, ξαρμάθιαζε τα κρέμαε 'ςτο λαιμό της,
'Στά παραθύρια ξέβγαινε και γλυκοτραγουδούσε.
Ξανοίγει γλήγορο άλογο 'ςτήν άκρη από τον κάμπο.
Γλυστράει 'ςτό χιόνι το στρωτό, σαν η αστραπή 'ςτά νέφια,
Κ' ένα ψηλό χλημίντρισμα βολαίς-βολαίς ξεχύνει.
Περνάει τον κάμπο, κ' έρχεται 'ςτής ποταμιάς τα δέντρα.
Φαίνεται μαύρο τ' άλογο και νηός ο καββαλλάρης,
Διαβαίνει και την ποταμιά και ρίχνεται 'ςτόν πύργο.
Ακούγεται το χνώτο του και η ποδοβολή του...
'Στό δάσος το χιονόστρωτο πούνε μπροστά απ' τον πύργο
Μπαίνει σαν φείδι και περνά, και σταματά 'ςτήν πόρτα.

Η κόρη απ' τα παράθυρα τρανή φωνή πετάει:

— Σκλάβαις και παρασκλάβαις μου!... 'ςτήν πόρτα κατεβάτε,
Εσείς πάρετε τ' άλογο κ' εγώ τον καββαλλάρη!


Επάνω

Αι λυγεραίς της ξενητειάς

Στρώστε, κορίτσια, το χορό, στρώστε και το τραγούδι
Γιατ' είμαι ξένος και θα ιδώ να πάω να μολογήσω.
Έμπα, Μαρούσω γαλανή, και πιάσου πρώτη-πρώτη,
Και τράβα το λεβέντικο 'ςτού Νάκα το τραγούδι.
Πάρε συ Λένη το Σταθά, συ Βάγγιω το Μηλιώνη,
Η κλειστοφρύδω η Αναστασιά το Γέρω-Πάλλα ας πάρη·
Η Φωτεινή τα Σάλωνα, την Ποταμιά η Φροσύνη,
Η ώμορφ' η Βασιλική το Μάλωμα του Ολύμπου.
Και συ Παναγιωτούλα μου, ξανθή και μαυρομμάτα,
Πάρε το πόδι τ' αλαφιού, του λουλουδιού τη χάρι.
Πάρε το μάτι του αητού και τ' αηδονιού το στόμα.
Και πιάσου τράβα το συρτό, και πες ένα τραγούδι,
Τραγούδι με παράπονο, της ξενητειάς τραγούδι.
Και μπαίν' η κόρη 'ςτό χορό και τραγουδάει και λέει:

— Σ' εχάρηκεν η ξενητειά δώδεκα ακέρηα χρόνια,...
Τώρα να φύγης ξένε μου, 'ςτό τόπο σου να 'πάγης.
Άλλοι σε καρτερούν εκεί· τώμορφο το χωριό σου.
Οι γκαρδιακοί οι φίλοι σου, οι γέροι οι γονιοί σου,
Σε καρτερεί τόσον καιρό κ' η δόλια σου αγάπη.
Κ' εκεί σαν πας, μη λησμονάς να 'μολογήσης, ξένε,
Που αν το ψωμί της ξενητειάς είνε πικρό φαρμάκι,
Είν' τα κορίτσια της γλυκά και το φιλί τους μέλι.
Κ' εκεί που σέρνουν το χορό περνούν από μπροστά του.
Και τον φιλούν αραδαριά 'ςτά χείλη τα πικρά του.



Επάνω

Τραγούδια δίστιχα

Εγώ για εσένα τραγουδώ και λες δε σ' αγαπάω,
Και λες με τα τραγούδια μου πως τον καιρό περνάω;

Νάξερα μάγια νάκαμνα τη γνώμη να σ' αλλάξω,
Γιατί μ' αυτήν την γνώμη σου με κάμνεις να πλαντάξω.

Ανάθεμα τα μάτια μου πώς είνε μαθημένα,
Σαν δε σε βλέπουνε συχνά να κλαίνε τα καϋμένα.

Όλα τα μάτια είνε στεγνά και τα δικά μου κλαίνε,
Φωτιά 'ςτά στήθηα μ' άναψαν και την καρδιά μου καίνε,

Φωτιά τρώει το σίδερο και σάρακας το ξύλο,
Και συ μου τρως τα νειάτα μου, σαν άρρωστος το μήλο.

Στους κάμπους αναστέναξα κ' είπα δυο τραγουδάκια,
Κι όλα τα δένδρα εμάρανα κι' όλα τα λουλουδάκια.

Νυχτόημερα του ποταμού τα ρέμματα ρωτάω,
Μην είδαν σε καμμιά μεριά εκείνη που αγαπάω.

Αγάλια αγάλια περπατώ και σαν αναστενάζω,
Πώς δε ραγίζουν τα βουνά μονάχος μου θαυμάζω.

Πέφτω με χίλια ονείρατα και σαν ξυπνάω, αλλοιά μου!
Βλέπω μονάχα γύρα μου τη μαύρη ξενητειά μου.

Με ρώτησεν ο ουρανός για ποιάν αναστενάζω,
— Γι' αυτήν που σώχει τόνομα, με πόνο του φωνάζω.

'Σάν βγαίνει ο ήλιος την αυγήν μαραίνει τα χορτάρια,
'Σάν βγαίνει κ' αγάπη μου μαραίνει παλληκάρια.

Ήθελα νάμουνα πουλί, να στήσω τη φωληά μου,
Μέσ' 'ςτής αυλής σου το δενδρί ν' ακούης τη λαλιά μου.

Μακρυά μαλλάκια θέλω εγώ και μάτια θέλω μαύρα,
Που απ' όξω είν' κάρβουνα σβυστά και μέσα έχουν τη λαύρα.

Κι' αν πάρω δίπλα τα βουνά και με τ' αγρίμια αν ζήσω,
Τον εδικό σου τον καϋμό δε θα τον λησμονήσω,

Έλα να πάμ' εκεί που λες, που ισκιώνουνε πλατάνια,
Και τρέχουν λαγαρά νερά, να βάλουμε στεφάνια.

Βολαίς βολαίς μεσάνυχτα ξυπνάω με λαχτάρα.
Και 'ςτήν πικρή την ξενητειά ρίχνω βαριά κατάρα.

Όποιος μ' ακούει να τραγουδώ, λέει πώς δεν έχω πόνο,
Κ' εγώ με τα τραγούδια μου τον πόνο ξαλαφρόνω.

Επάνω