Λορέντζος Μαβίλης



Δείγματα γραφής 





Είς το γυρισμό της

Σ' ένα δολερό φίλο

Νύχτα
Λουτρό
Είς την πατρίδα
Ειδύλλιο
Στροφούλες
Ποίησις
Το αριστούργημα
Μέσα της καθρεφτίζοντας
Στροφές
Επίγραμμα (Ελευθεριά για σένα ζω)
Τες πέντε το πρωί σημαίνει
Εις την Frau W
Kellnerin (alla Stecchetti)
Εις το Fremdenalbum 'ς την κορφή του Peissenberg
Επίγραμμα (Αν σιμά μου έχω γεμάτη)
Αλκαϊκή ωδή
Σ' ένα λεύκωμα (Φύλλα πυκνά και φθονερά)
Στο ίδιο λεύκωμα (Κρίνα θα ιδής κει που θα πας)
Στο ίδιο λεύκωμα (Βλέπω τ' αστέρια τ' ουρανού)
Αυτός που ξενιτεύτηκε
Ελπίδες που στα νειάτα
Φιλία, πέταξες κ' εσύ
Εις την πρωτομαγιά
Τα μυστικά του Αγνώστου
Ξέρω τι θέλεις, Δέσποτα
Όποιος βράδυ περνά
Ρήγας και τραγουδιστής
Φως λαμπρό φως
Επίγραμμα (Στερηάς και του πελάγου)
Επιγραφή σε μνήμα
Μον' οι Μαραθωνομάχοι
Γράμμα
Αφιέρωση
Αμίλητα
Νίκος Κογεβίνας
Χάρρις
Άλκης Παλαμάς
Λήθη
Έρως και θάνατος
Ανεμόμυλος
Sansara
Angelica Farfalla
Κρήτη
Καλλιπάτειρα
Κέρκυρα
Καρδάκι
Όνειρο
Αργυρόκουπα
Πόρτο Ριάλα
Ψυχοφίλημα
Νίκη
Πλήρωμα χρόνου
Τάμα
Πατρίδα
Είδωλα
Excelsior!
Ξαναφέγγει
«Περί στεφάνου»
Μούχρωμα
Χαραυγή
Ελιά
Υπεράνθρωπος
Εις Εύνομον
Επιγράμματα
Έρμονες
Μαλλιαρός
Σωκράκι
Εγκοίμηση
Παλαιοκαστρίτσα
Κολλίνα
Ομορφιά
Άνθρωπος
Ανάξιο Α΄
Ανάξιο Β΄
Φάληρο
Του κάκου
Unfertiges und Schlechtes
Στη Δημοτική
Εις τη Μίννα
Δεκατετράστιχον
Παρθένα, πώχασες τη μάννα σου
Με πανιά
Στο θάνατο του Σπυρίδωνος Μαρκορά
Σ' εγνώρισα, καλέ
Sonett
An Hugo
Γερμανικό απόσπασμα









Είς το γυρισμό της 


Τὸ γαλανό σου μάτι
πέρα τὸ μαῦρο σκόρπισε
σκοτάδι 'ποῦ μ' ἐκράτει
ζωσμένον, ὅταν ἔλειπες
καὶ μακρυὰ 'ς τὰ ξένα
ταξείδευες, παρθένα.

Τότε συχνὰ τὸ κῦμα
ρωτοῦσα τ' ἀφροστόλιστο
μὴ κἄπου εἰς ξένο κλίμα
τὴν εὐμορφιὰ καθρέφτισε,
τὴν εὐμορφιά σου, ἐσένα,
ἀγαπητὴ παρθένα.

Κ' εἰς τῆς νυκτὸς τὴν ἅγια
γλυκειά, φεγγαροφώτιστη
γαλήνη τόσα μάγια
ὅσα 'βλεπα μοῦ ενθύμιζαν
τὴν νύκτα ποῦ μ' ἐμένα
ἀγροίκαες, παρθένα,

τὴν δόλια Φιλομήλα
π' ἀντὶς μὲ δάκρυα, ράντιζεν
ἀπ' τῆς ροϊδιᾶς τὰ φύλλα,
τὴν αὔρα μὲ λαλήματα
πικρὰ καὶ μελωμένα.
Θυμήσου τα, παρθένα!

Θυμήσου τα καὶ πές μου
ὅτι δὲν ἐλησμόνησες
ταῖς πίκραις ταῖς δικαῖς μου,
ταῖς πίκραις ποὺ μ' ἐμάραναν
ὡς νὰ μοῦ πῇς, παρθένα,
δύο λόγια μελωμένα.


Επάνω


Σ' ένα δολερό φίλο 

Α'
Τὰ δυό σου μαῦρα μάτια μ' ἐπλάνεσαν
ποὺ ἔχουν τόση φωτιά·
ἡ ἀναλαμπαῖς τους πῶς, ἄχ! πῶς μοῦ ἄρεσαν
εἰς τῆς ζωῆς μου τὴν κακονυχτιά!

Ἄδολη τὴν καρδιά σου ἐφανταζόμουν,
ἄδολη καὶ χρυσῆ,
φίλο παντοτεινὸ σ' ὠνειρευόμουν,
ἡ ὠνειρεμμένη ἐλπίδα μου ἤσουν Σύ.

Ἀλλὰ καθὼς ἡ ζάμπα 'ς τὸ χορτάρι
λουφάζει μουλωχτά,
ὅμοια καὶ 'ς τοῦ προσώπου σου τὴ χάρι
ἡ ἀπάτη ἐπαραμόνευε φριχτά.

Γιὰ πάντα μ' ἐφαρμάκευσες· μιὰ μέρα
θὲ νὰ σ' ἐκδικηθῶ!
Ὣς τώρα σ' ἀγαποῦσα, ὡσὰν μητέρα·
θά 'λθῃ μέρα ποὺ θὰ σ' ἀπαρνηθῶ.

Β'
Γερνοῦν τὰ χελιδόνια, καὶ τ' ἀεράκι
γλυκύτερα φυσᾷ·
ἀλλὰ μέσα μου βράζει τὸ φαρμάκι
καὶ τῆς ἀπελπισιᾶς ἡ μάνητα λυσσᾷ.

Πρωΐ, πρωΐ λαλοῦν τὰ κορυδήλια
ψηλὰ 'ς τὸν οὐρανό,
κι' ἡ Χαραυγὴ μὲ τὰ ῥοδάτα χείλια
γελούμενη φιλεῖ τὸ πράσινο βουνό.

Καὶ 'ς τὸ δάσο τὰ φύλλα λαχταρίζουν
σὰν νὰ ἦσαν ζωντανά.
Καὶ τὰ νερὰ τῆς λίμνης λαμπυρίζουν
'ς τὴν ἀνθηρὴν ὀχθηὰ γελῶντας σιγανά.

Ἄχ! κόσμε, πόσο εἶν' εὔμορφ” ἡ θωριά σου!
'ς αὐτὸν ποὺ σὲ θωρεῖ,
εἶναι κρυμμένα, κόσμε, τὰ θεριά σου·
τὰ καπλάνια, ἡ ὀχιαῖς, κι' οἱ φίλοι οἱ δολεροί!

Επάνω


Νύχτα 

Τρεμάμεν' ἄστρα εἰς τὰ νερὰ τὰ φέγγη τους πλαγιάζουν,
ποὺ ὀνείρατα τῆς θάλασσας τῆς κοιμισμένης μοιάζουν·
οὔτ' ἕνα φύλλο τρέμει
'ς τὸ δάσο καὶ μὲ τὰ πουλιὰ
'ς τῶν δένδρων τὴ μοσχοβολιὰ
μὲ ταῖς φτερούγαις μαζωχταῖς γλυκοκοιμῶντ' οἱ ἀνέμοι.

Ἐκεῖ ποὺ ἡ πλάση φαίνεται πὼς σὰν νεκρὴ σιγάει,
ἐκ' ἡ φιλέρημη ψυχὴ τοῦ ποιητῆ γροικάει
αἰθέριαν ἁρμονία·
ἀκούει τ' ἀστέρια νὰ λαλοῦν,
τὰ Χερουβὶμ ν' ἀντιλαλοῦν
'ς τὴ γαληνὴ τοῦ Σύμπαντος ἀπέραντη ἐκκλησία.

Ἑκεῖνα τὰ λαλήματα ὁ ποιητὴς τ' ἀκούει,
κ' ἐκεῖ μαθαίνει ἔτσι γλυκὰ τὴ λύρα του νὰ κρούῃ,
καὶ οὐρανικὰ νὰ ψάλλῃ
ὀνείρατα μαγευτικά,
ἐλπίδ', ἀγάπη, ἰδανικά,
τῆς ὠμορφάδας τὰ καλά, τῆς ἀρετῆς τὰ κάλλη.

Επάνω


Λουτρό 

Διαμάντιν' ἄστρα εἰς τὰ νερὰ
τὰ φέγγη τους πλαγιάζουν,
ποὺ ὀνείρατα τῆς θάλασσας
τῆς κοιμισμένης μοιάζουν,
οὔτ' ἕνα φύλλο τρέμει
καὶ 'ς τοὺς ἀνθοὺς μὲ τὰ πουλιά,
'ς τὴ δροσερὴ μοσχοβολιὰ
μὲ τὲς φτεροῦγες μαζωχτὲς
γλυκοκοιμοῦντ' οἱ ἀνέμοι.

Ἀγαπημένη λυγερὴ
πανώρια σὰν τὴν Εὔα,
'σὲ τούτη τὴν παράδεισο
νὰ δροσιστῇς κατέβα!
Τῆς γύμνιας σου τὴ χάρη
ἂν φανερώσῃς μιὰ στιγμή,
πουλιῶν κι' ἀνέμων στεναγμοὶ
θὰ λαχταρίσουν ἔξαφνα
'σὲ κάθε ἀνθοῦ κλωνάρι.

Θὰ σουφρωθοῦν τὰ πέλαγα
κι' ἀργά, σὰν λαμπυρίδες,
τῶν ἄστρων θέλει ἀναδευτοῦν
ὁλοῦθ' ᾐ ἀντιφεγγίδες.
Κι' ἂν εἰς τὸ κῦμα θἄμπῃς,
ἡ κάθε στάλ' ἀπὸ νερὸ
μαργαριτὰρι λαγαρὸ
'ς τὸν κόρφο σου θὰ φαίνεται
καὶ σὰ θεὰ θὰ λάμπῃς.

Θὰ σὲ λατρέψω σὰ θεά,
δίχως μιλιά, μακρυάθε·
ἁγνὴ θὰ μείνῃς κι' ἄσπιλη,
τ' ὀμόνω, σὰν τοῦ κάθε
ἄστρου τὰ φέγγη τ' ἅγια.
Ἔπειτα εὐθὺς ἂς τυφλωθῶ,
ἢ σἂν ὁ Ἀχταίωνας ἂς χαθῶ,
ἀφ' οὗ εἶδα τῆς πεντάμορφης
τὰ γυμνωμένα μάγια.

Επάνω


Είς την πατρίδα 

Πατρίδα, σαν τον ήλιο σου ήλιος αλλού δε λάμπει.
Πώς εις το φως του λαχταρούν η θάλασσα κι οι κάμποι,
πώς λουλουδίζουν τα βουνά, τα δάσ', οι λαγκαδιές
στέρνοντάς του θυμίαμα μυριάδες μυρωδιές!
Αφρολογούν οι ρεματιές και λαχταρίζ' η λίμνη,
χίλιες πουλιών λαλιές ηχούν, της ομορφιάς του ύμνοι,
σ' άπειρ' αστράφτουν χρώματα παντού λογής λογής
τ' αγέρα τα πετούμενα τα σερπετά της γης.
Κι αυτός σηκώνει τ' αλαφρά της καταχνιάς μαγνάδι,
κι η κάθε στάλ' από δροσιά γυαλίζει σαν πετράδι,
κάθε αχτίδα του σκορπά με την αναλαμπή
χαρά, ζωή και δύναμη κι ελπίδα όπου κι αν μπει.

Φαντάζεις σαν τον ήλιο σου κι εσύ, καλή πατρίδα,
και μάγια σαν τα μάγια σου στον κόσμο αλλού δεν είδα.
Η γη σου είναι παράδεισος, κι αιώνια γαλανός
γύρω σου καθρεφτίζεται στο πέλαγ' ο ουρανός.
Κι οι νύχτες σου με τ' άστρα τους, με τη γαλάζια πάστρα,
με τ' αηδονολαλήματα, τρεμάμενα σαν τ' άστρα,
με το φεγγάρι που περνά, σαν τ' όνειρο ευτυχίας
στη μέση της απέραντης ουράνιας ησυχίας.
Οι νύχτες σου δροσοβολούν χιλιόπλουμα λουλούδια
και στων παιδιών σου τις καρδιές αμάραντα τραγούδια,
σταλάζουνε στα σπλάγχνα τους θεράπειο λησμονιάς,
ελευτεριάς αγάλλιαση και μίσος τυραννιάς.

Μάγεμ' ασημούφαντο, φως μαργαριταρένιο,
λιώνονται σ' ένα χάραμα ξανθό, μαλαματένιο.
Γιομάτος μόσχους και δροσιές ο Ζέφυρος τερπνά
μεσ' απ' αγάπης φαντασιές τα πλάσματα ξυπνά.
Κι ανάμεσα στα χρώματ' από χίλια ουράνια τόξα,
προβαίνει πάλ' ο ήλιος εις όλη του τη δόξα.
Και, σαν του μεγαλείου σου σύμβολο φωτεινό,
έως το χρυσό βασίλεμα λάμπει στον ουρανό.
Ελλάς, το μεγαλείο σου βασίλεμα δεν έχει,
και δίχως γνέφια τους καιρούς η δόξα σου διατρέχει.
Όσες φορές ο ήλιος σου να σε φωτίσει ερθεί,
θε να σε βρει πεντάμορφη, στεφανωμένη ορθή.

Επάνω


Ειδύλλιο 

Μὲ φωτίσματ' ἀσημένια λάμπυρίζουν
ᾑ ἐληὲς ὄξω 'ς τὴ λιακάδα·
μόνο ἐδῶ νερὰ δροσάτα μουρμουρίζουν
εἰς τ' ἀπόσκια μὲς τὴν πλούσια πρασινάδα.

Μιὰ σκεπὴ μᾶς πλέκουν ἄνθη ἐδῶ καὶ φύλλα
ὅπου ὴ κάψα δὲν περνάει·
μόνο ἀπανούθε τὸ φῶς τὴν πρασινίλα
'ς τὰ τετράξανθα μαλλιά σου ἀντιφωτάει.

Ἔλ', ἀγάπη μου, γλυκὰ ν' ἀναπαυθοῦμε
δῶ σιμὰ 'ς τὴ νερομάνα·
γύρ', ἐδῶθε, λυγερή, νὰ φιληθοῦμε,
ἀλλ' ἀγάλια, μὴν ξυπνήσωμε τὸν Πᾶνα!

'Σ τὸ χιονάτο σου τὸν κόρφο ἕνα λουλοῦδι
μαβὶ κι' ἄγριο γέρνει κάτου·
σὰν βραδυάσῃ θὰ σοῦ ψάλω ἕνα τραγοῦδι
ποὺ θὲ νἄχῃ τὴ δροσιά, τὴ μυρωδιά σου.

Γύρε πάλι, λυγερή, νὰ φιληθοῦμε,
τὸ νερὸ σιγοκυλάει·
τὴ μουρμούρα τὴ γλυκειά ποὺ τώρ' ἀκοῦμε,
ὁ σκοπὸς ποὺ θὰ σοῦ πῶ θὰ σ' τὴ θυμάῃ.

Τήρα ἐκεῖ 'ς τ' ἀλαβαστρένιο σου ποδάρι
πεταλούδα ὡραία ζυγώνει·
σὰν κι' αὐτὴ μὲ πλήθιο χρῶμα καὶ καμάρι
τὰ φτερά του ὁ κάθε στίχος μου θ' ἁπλώνῃ.

Δός μου ἀκόμα ἕνα φιλάκι, δός μου κι' ἄλλο!
Σὺ τοῦ τόπου εἶσ' ἡ Ναϊάδα.
Ἄχ! νὰ ἠμπόρια στὸ τραγοῦδι μου νὰ βάλω
τοῦ φιλιοῦ καὶ τοῦ κορμιοῦ σου τὴ γλυκάδα!

Επάνω


Στροφούλες 

Ψυχαροῦδες πετοῦν,
μιὰ τὴν ἄλλη ζητοῦν
μὲς 'ς τ' ἀγκάθια κι' ἀπάνου 'ς τοὺς κρίνους·
ἔτσ' ᾑ ῥίμες περνοῦν,
ἔτσ' ᾑ ῥίμες γυρνοῦν
μὲς 'ς τοὺς ἔρωτες, μέσα στοὺς θρήνους.

Τὸ νερὸ ροβολᾷ
ἀπ' τὸ βράχο ψηλὰ
καὶ ἀναδίδει γλυκύτατον ἦχο·
καὶ τὸ δάκρυ γεννᾷ,
καὶ ἂς κυλάῃ σιγανά,
εἰς τοῦ τάφου τὴν πλάκα τὸ στίχο.

Επάνω


Ποίησις 

Στην μοναξιάν, όπου ψηλός κρημνός σηκώνει
Την κεφαλή του προς τα σύγνεφα και αφήνει
Τον καταρράκτη να βογγά και να φουσκώνει
Και τα μαρμάρινα τα στήθη του να πλύνει,

Εκεί που δάσος το λαγκάδι περιζώνει,
Ενώ μεσουρανείς φιλέρημη σελήνη
Ασημοϋφαντο λαμπρό μαγνάδι απλώνει
Εις την απέραντη του σύμπαντος γαλήνη,

Αυτού η καρδιά μ' απ' τη χαρά της ξεχειλίζει,
Όταν ακούω την αγάπη μου να ψάλλει
Των αθανάτων ποιητών τους θείους στίχους.

Τότε θαρρώ πως εμπροστά μου φτερουγίζει
Αιθέρια μούσα μ' όλα τ' ουρανού τα κάλλη,
Θαρρώ πως αγρικώ της λύρας της τους ήχους.

Επάνω


Το αριστούργημα 

Δεν στέρνω εγώ σ' αγώνα τους φτωχούς
Τους στίχους μου, που δάφνες δε γυρεύω.
Αγάπη μου, αφ' της γης τους θησαυρούς
Το γέλιο σου μονάχα εγώ ζηλεύω.

Και στους κρυφούς μου μέσα τους καημούς,
Που με μια τύχην άσπλαχνη παλεύω,
Τους ιλαρούς σου μόνον οφθαλμούς
Σαν δάση κ' ελπίδα μου αγναντεύω.

Και στο γλυκό τους φως αφ' την καρδιά μου
Σα λουλουδάκια ανθίζουνε μικρά
Για σένα μοναχά τα ποιήματά μου.

Αγάπη μου, ελπίδα μου, χαρά μου,
Μου τα βραβεύει κάθε σου ματιά,
Κι ας μη γνωρίσει ο κόσμος τ' όνομά μου.

Επάνω


Μέσα της καθρεφτίζοντας 

Μέσα της καθρεφτίζοντας τῶν οὐρανῶν τὸ χρῶμα
ἡ θάλασσα ξαπλόνονταν μὲ γελαστὴ λαμπράδα
ὢς τὰ στεριώτικα βουνὰ ποὺ πλιὸ γαλάζι' ἀκόμα
πελάγου ἐδέναν καὶ οὐρανοῦ μαζὶ τὴν ὀμορφάδα.
Ὅλα εὐωδιάζαν γύρω μου καὶ χάμου 'ς τὸ γρασίδι
κρίνοι καὶ γιούλι' ἀντίσκοβαν τὴν πλούσια πρασινάδα
κ' ἕνα ρυάκι δροσερὸ γυαλιστερὸ σὰ φίλι
ἐκύλαε μουρμουρίζοντας τὸ σιγαλό του ρέμα.
Μι' ἀμυγδαλιὰ τῆς Ἄνοιξης καμάρι καὶ στολίδι
ἅπλονε χιονοκάτασπρο τὸ λουλουδένιο στέμμα
ἐμπρὸς εἰς τὴν ἀτάραχη γαλάζια θεωρία
ποὺ θάλασσα, οὐρανός, βουνὰ φανέροναν 'ς τὸ βλέμμα.
Καὶ μὲ πιθέματα, μ' εἰδὴ πλασμένα γιὰ λατρεία
ὁποῦ ἁγιογράφος πλιὸ σεμνὰ νὰ φτιάσῃ δὲ θὰ εἰμπόρει,
κάτου ἀπὸ τὴν ἀμτγδαλιὰ καθόσουν σύ, Μαρία,
μὲ τὰ μαλλιὰ τετράξανθα, μ' ἀλαβαστρένιο θῶρι,
μὲ χείλη σὰν τῆς χαραυγῆς, σύ, γαλανοματοῦσα,
ἐσὺ τῆς δόλιας μου καρδιᾶς ἡ ὀνειρεμένη κόρη.
Ἐστέκοσουν ἀγνάντια μου σὰν ἐμπνευσμένη μοῦσα,
σὰν τοῦ Ναοῦ τῆς Φύσεβς ἡ ἐνθουσιασμένη ἱέρεια,
κι' ὅλο μὲ μιᾶς μοῦ κάστηκε πὼς κεῖ ποὺ σὲ θωροῦσα
μι' ἁρμονία μυστική, πρωτάκουστη κ' αἰθέρια,
εἰς τὴν ἀρχὴ σιγότρεμη κ' ἔπειτα πλιὸ γεμάτη
ἐπλήθαινε κ' ἐφούσκονε, γοργή, ξάστερη, πλέρια.
Μοῦ φάνηκε πὼς ὅσ' αὐτοῦ μοῦ μάγευαν τὸ μάτι,
τὸ κάθε χρῶμα, ὁ κάθε ἀνθός, τ' ἀπόσκια, τὰ προσήλια,
κάθε μεριά τῆς θάλασσας, κάθε τῆς γῆς κομμάτι,
ᾑ μακρυναῖς ᾑ ριζαμιές, τὰ κούφαλα, τὰ σπήλια,
σὰν ὅλα νὰ ἐζωντάνευαν, νὰ ἐβγάναν ὅλ' ἀντάμα
μὲ χίλιες διάφορες φωνὲς καὶ μὲ παιχνίδια χίλια
ἑνὸς γλυκύτατου σκοποῦ τὸ μαγεμένο θᾶμα -
ὧρες σὰ νικητήριο, ἀψύ, μεστό, γενναῖο
κι' ὧρες μυριολογούμενο σὰν τ' ἀηδονιοῦ τὸ κλάμα.
Βαλσαμωμένες άρχισα τότ' αὖρες ν' ἀναπνέω
κι' ἀγροίκησα ἀνεγδιήγητη γλυκειὰν ἀνατριχίλα
σὰν ἕνα μέθυ ἀπὸ πιοτὸ θαυματουργὸ καὶ νέο.

Επάνω


Στροφές 

Τὸ στερνὸ 'ς τὴν ὀμορφιὰ
δόστε φίλημά σας,
πρὶν τὴν κλείσουν τὰ καρφιὰ
στ' ἄφεγγα τῆς κάσσας.

[ΑΛΛΟ]
Τὰ παμπάλαια σου κλαριὰ
πρασινάδα κρύβει,
δροσερὴ κληματαριά,
ζωντανὸ καλύβι.

Τὸ βασίλεμα τοῦ ἥλιου,
κόκκινο σὰ φλόγα,
καθεμιὰ τοῦ σταφυλιοῦ
χρυσοβάφει ρόγα.

[ΑΛΛΟ]
Ξάφνου 'ς τ' ἄφεγγα γροικῶ
γκίγκλισμ' ἀπὸ τέλια,
ἅρπας λάλημα γλυκὸ
σὰν ἀγγέλων γέλια.

[ΑΛΛΟ]
Πικρολάλημ' ἀηδονιοῦ
'ς τὲς νυχτιὲς τ' Ἀπρίλη
καὶ φιλάκι ὀμορφονιοῦ
σὲ πανώριας χείλη.

Επάνω


Επίγραμμα (Ελευθεριά για σένα ζω) 

Ἐλευθεριά γιὰ σένα ζῶ, γιὰ σὲ μόνο παλεύω,
καὶ ἂν εἰς τὸν κόσμο δὲ σὲ βρῶ ἀλλοῦ θὰ σὲ γυρεύω.

Επάνω


Τες πέντε το πρωί σημαίνει 

Ταῖς πέντε τὸ πρωΐ σημαίνει
τίκ τὰκ κ' ἡ δόλια μου καρδιὰ
καθὼς νὰ ἦταν χουρδισμένη
καὶ αὐτὴ μ' ἑνὸς θεοῦ κλειδιά.

Γιατί ποτέ, ποτὲ δὲν λείπει,
νὰ μὲ ξυπνᾷ τὸ καρδιοχτύπι;
Πότε, καρδιά, θὰ σταματήσῃς
καὶ νὰ πεθάνω θὰ μ' ἀφήσῃς;

Επάνω


Εις την Frau W 

Ἀχνὸν καὶ ἄρρωστον μὲ εἶδες
κ' ἐπόνεσες σὰν Παναγία
κ' εἰς τῶν ματιῶν σου ταῖς ἀχτίδες
μὤδωσες πάλι τὴν ὑγεία.

Ὡσὰν θεὰ θὰ σὲ πιστεύω
καὶ μόνη ἐσένα θὰ λατρεύω.
Μὲς τὴν καρδιά μου εἶν' ἡ ἐκκλησιά σου
θ' ἀστράφτῃ ἐκεῖ τὸ κόνισμά σου.

Επάνω


Kellnerin (alla Stecchetti) 

Δέκα ποτήρια μπίρα κι' ἂν μοῦ φέρνῃς
τὰ πίνω γιὰ νὰ μένω ἐδῶ σιμά σου·
γιὰ ταῖς χρυσαῖς ταῖς ὥραις ποὺ μοῦ παίρνῃς
μοῦ ῤίχνεις κἄπου κἄπου μιὰ ματιά σου.

Ἀπὸ τῆς μπίρας τοὺς καπνοὺς μεθάει
ὁ νοῦς μου καὶ ψηλότερα πετάει.
Τὴν καρδιά μου ᾑ ματιαῖς σου τὴν τρελλαίνουν
καὶ τραγούδια γιὰ σένα ἐκεῖθε βγαίνουν.

Επάνω


Εις το Fremdenalbum 'ς την κορφή του Peissenberg 

Βουνό, δὲ θἆσαι πάντοτε σὰ σήμερα ζωσμένο
μὲ σύγνεφα καὶ καταχνιαῖς! Αὔριο τὸ μαγεμμένο
φῶς τ' οὐρανοῦ τὴν κορυφὴ καὶ πάλι θὰ σοῦ χρυσώνῃ -
κ' ἐμέν' ἄμποτε ἡ λύπη μου πάντα νὰ μὴ μὲ ζώνῃ!

Επάνω


Επίγραμμα (Αν σιμά μου έχω γεμάτη) 

Ἂν σιμά μου ἔχω γεμάτη μιὰ μποτίλια
καὶ τὰ στήθη τῆς Λενιώς μου,
τότε βρίσκομαι μακρυὰ χιλιάδες μίλια
ἀπὸ σᾶς, πίκραις καὶ βάσανα τοῦ κόσμου.

Επάνω


Αλκαϊκή ωδή 

Ἀσπροεντυμένη κόρη ἀργοπάταε
χαρᾶς τραγοῦδι ὡς ἄγγελος ψάλλοντας
καὶ μὲ μάτι ἀγάπη γεμάτο
τὸν γαλανὸν οὐρανὸ κυττοῦσε.

Ἀπὸ τὴν δύσι ὀπίσω της ἄστραφτε
ρόδινος πέπλος π' ὁ Ἥλιος γδύθηκε,
γιὰ νὰ χυθῇ γυμνὸς τὰ κάλλη
τ' ἀγνὰ τῆς θάλασσας ν' ἀγκαλιάσῃ.

Ἡ ὡραία κόρη ἐκύττα ψηλὰ νὰ ἰδῇ
τ' ἀσημωμένο τῆς ἀσυντρόφευτης
σελήνης φῶς π' ἀντικτυποῦσε
μὲς τὰ κατάμαυρα δυό της μάτια.

Βαρὺ τ' ἀέρι ἀπ' τὲς εὐωδίες τερπνὰ
στρεφόνταν γύρω 'ς τὴν ξανθή κόμη της
π' ἐντροπαλὴ γοργὰ γλυστροῦσε
μὲς τὸ λευκὸ νὰ κρυφτῇ τὸν κόρφο.

Τὴν κόρη εἶδα ἐγὼ καὶ 'ς τὰ σπλάχνα μου
αἴσθημ' ἀφῆκ' ἐκείν' ἡ θωριὰ γλυκὸ
σὰν φῶς σελήνης, σὰν ἀεράκι
ἢ σὰν τὸ σούρουπ' ὅταν δροσίζει.

Επάνω


Σ' ένα λεύκωμα (Φύλλα πυκνά και φθονερά) 

Φύλλα πυκνὰ καὶ φθονερὰ μοῦ κρύβουν τὰ λουλούδια
ὁποῦ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ τριγύρω μου σκορπίζει·
οὐδὲ ποτέ μου αἰσθάνθηκα τ' ἁρμονικὰ τραγούδια
ποὺ ἡ μοῦσα ἡ οὐρανογέννητη 'ς τὸν ποιητὴ χαρίζει.

Καὶ ὅμως διὰ σὲ θὲ νὰ ὑψωθῶ 'ς τὸν καθαρὸν αἰθέρα,
ἴσως ἀκούσω μοναχὰ τῆς λύρας της τὸν ἦχο,
ποὺ ὅταν ἐλθῇ τοῦ γάμου σου ἡ εὐλογημένη μέρα
ἴσως θὰ ἐμπνεύσῃ καὶ εἰς ἐμὲ κανέναν καλὸ στίχο.

Επάνω


Στο ίδιο λεύκωμα (Κρίνα θα ιδής κει που θα πας) 

Κρῖνα θὰ ἰδῇς κεῖ ποὺ θὰ πᾷς τριγύρω σου σπαρμένα...
Θὰ σὲ φτονοῦν τὰ δύστυχα· σ' ὀλίγο μαραμένα
κεῖνα 'ς τὴ γῆ θὰ πέσουνε· τ' ἄνθη ὅμως τῆς ψυχῆς σου
θὰ μείνουν· δὲ μαραίνονται τ' ἄνθη τῆς παραδείσου.

Επάνω


Στο ίδιο λεύκωμα (Βλέπω τ' αστέρια τ' ουρανού)

Βλέπω τ' ἀστέρια τ' οὐρανοῦ νὰ λάμπουν σκορπισμένα
καὶ νὰ κινοῦνται ἄπαυτα 'ς τὸν ἄπειρον αἰθέρα,
καὶ τὸ φεγγάρι ὅτ' ἀπαντᾷ ἢ φεύγει τὴν ἡμέρα
'ς τὰ δυὸ γαλάζια φέγγοντας στοιχειὰ ζευγαρωμένα.

Βλέπω τὴ θάλασσα, τὴ γῆ, τὲς λίμνες, τὰ λαγγάδια
καὶ τὴν πολύμορφη ζωὴ 'ς τὴ φύσι ὅλη σπαρμένη,
'ς τὸ πέλαγο καὶ 'ς τὴν ξηρά, ἢ καὶ ὅταν φτερωμένη
μαγεύει μ' ἀηδονιοῦ φωνὴ τῆς νύκτας τὰ μαυράδια.

Κι' ὅμως τυφλὰ τὰ μάτια μου δὲν βλέπουν νὰ ὁδηγάῃ
αὐτὰ τὰ αἰθέρια σώματα τὸ δάκτυλο τὸ θεῖο!...
Κωφὰ τ' αὐτιά μου δὲν ἀκοῦν τ' ἄφραστο μεγαλεῖο
τῆς ἁρμονίας τῆς φύσεως ποὺ αὐτὸν δοξολογάει.

Ὅταν μονάχα ἰδῶ καρδιὰν ἁγνὴ μὴ πειραγμένη
ἀπὸ τὰ πάθη τ' ἄπειρα ὁποῦ μᾶς περιζώνουν,
ἄχ τότε πλέον τὰ δάκρυα τὴν ὄψη μου θολόνουν,
ὁποῦ δὲν εἶχε πρῶτα ἰδῇ τὸν Πλάστη τυφλωμένη.

Ἀλλοῦ μὴ ζήτα τὸν Θεόν, ἀδόλιαστη παρθένα·
εἰς τὴν καρδιά σου θὰ τὸν βρῇς. Κάμε του εὐχὴ δι' ἐμένα.

Επάνω


Αυτός που ξενιτεύτηκε

Αὐτὸς ποὺ ξενιτεύτηκε χρόνια πολλὰ σὲ χώραις
ποὺ ταῖς σκεπάζ' ἡ καταχνιὰ καὶ δέρνουν ταις τὰ χιόνια,
ὁπ' οὐρανοῦ χαμόγελο δὲν ταῖς καλοκαρδίζει,
ὁποῦ 'ναι κρύαις ἡ καρδιαῖς κ' εἶναι τὰ πάντα κρύα,
σὰν τύχῃ 'ς τὴν πατρίδα του μιὰ μέρα νὰ γυρίσῃ
καὶ ματαϊδῇ λαχταριστὸς τὰ πράσινα βουνά της,
τὴ γαλανή της θάλασσα καὶ τ' ἀνθηρ' ἀκρογιάλια
κ' ἕνα γλυκὸ θερμὸ φιλὶ λάβῃ ἀπὸ χείλη ἀγάπης,
τόσης χαρᾶς δὲ θά 'νοιωθε γλήγωρο καρδιοχτύπι,
ὅσο εἶναι αὐτὸ ποὺ νοιώθω ἐγὼ τὸ γράμμα σου φιλῶντας.
Καὶ ἀγνάντια μου σηκόνονται ἀεροφορεμένα
φαντάσματ' ἀλληνῆς ζωῆς ποὺ τὴν ἐλέγαν νειότη,
καὶ κοιμισμένα αἰσθήματα ξυπνοῦν καὶ μοῦ τινάζουν
καθὼς ἀεράκι δροσερὸ τὰ φύλλα τῆς καρδίας.
Μοσχοβολοῦν οἱ ἐνθύμησες 'ς τὴν τωρεινὴν ἐρμιά μου
καὶ ὁλόλαμπραις ἀνθοβολοῦν μ' ἀγκάθια ἀδελφωμέναις,
ἀλλ' ἡ χαραῖς μου γλήγωρα θὰ μαραθοῦν σὰν ρόδα
σ' ἑνὸς λειψάνου τὸ κορμὶ μιὰν ὥρα πρὶν τὸ θάψουν.
Ἄχ! γιατὶ τόσο ἐσιώπησες, γιατὶ τά μαγικά σου
λόγια πρωτήτερα νὰ ἠχοῦν δὲν ἄρχισαν καὶ τώρα,
τώρα ποὺ ᾑ ἐλπίδες μου ἔσβυσαν κ' ἐσκόρπισαν γιὰ πάντα,
'στὴ ζωὴ πάλε μὲ καλεῖς ἀνέλπιδος νὰ ζήσω;
Μοῦ δείχνεις τὴν παράδεισο 'ς τὴν κόλαση ποὺ μ' ἔχει,
μοῦ δείχνεις πάλε μιὰ εὐτυχιὰ ποὺ πλιὰ δὲ θὰ ματάλθῃ.

Επάνω


Ελπίδες που στα νειάτα

Ἐλπίδες ποὺ 'ς τὰ νειάτα
γύρω μου ἐφτερουγίζετε,
ὀνείρατα ροδάτα
ὁποῦ μ' ἐνανουρίζετε,
γιατὶ εἴσαστε φευγάτα;

Ἀγάπη μὲ τὰ μύρια
χαριτωμένα θάματα,
μὲ τ' ἄπατα μυστήρια,
μὲ ταῖς χαραῖς, τὰ κλάματα,
μὲ τὰ γλυκὰ μαρτύρια,

Ἀγάπη μὲ τῆς νειότης
τὸ Μάη καὶ σὺ μαράθηκες,
ἔρως εἶσαι προδότης,
μὲ τ' ἄλλα ὄνειρα ἐχάθηκες,
τῆς νειότης μου τῆς πρώτης.

Ποὖν' τώρα ἡ Μοῦσα, ὦ Μοῖρα,
ποὺ τρέμοντας ἀγκάλιαζα;
Γιατί νὰ σπάσῃ ἡ λύρα
ποὺ κρούοντας ἀναγάλλιαζα
'ς τῆς ὀμορφιᾶς τὴ θύρα;

Σ' ὕπνον θανάτου τέλεια
τὴν ψυχή μου ἀποκοίμησες·
καὶ ἀντὶς φιλιὰ καὶ γέλοια,
μ' ἄφησες τὲς ἐνθύμησες,
τῆς εὐτυχιᾶς κουρέλια.

Επάνω


Φιλία, πέταξες κ' εσύ

Φιλία, πέταξες καὶ σὺ
μ' ὅλα τὰ μύρια ὀνείρατά μου
καὶ μὲ τὴ νειότη τὴ χρυσῆ
καὶ μὲ τὸν πλούσιον ἔρωτά μου.

Ἄχ τώρα ποιόνε θὰ ἐξυμνῇ
τό ἔρημό μου τὸ τραγούδι;
Ἀλήθεια, ἀπόμεινες γυμνὴ
χωρὶς στολίδι οὔτε λουλοῦδι.

Τὴ φτονερὴ ζαρωματιὰ
βλέπω στὸ πλιὸ δροσάτο χεῖλι,
βλέπω νὰ βγαίνῃ ἄγρια νυχτιὰ
ἀπὸ τὸ πλιὸ ροδάτο δεῖλι.

Σαβανωμένη μου ὀμορφιά,
σ' ἔφαε τοῦ κόσμου ἡ φαρμακίλα·
θὰ ἠχοῦν οἱ στίχοι μου ὡς καρδιὰ
μέσα στῆς κάσσας σου τὰ ξύλα.

Επάνω


Εις την πρωτομαγιά

ᾙ στερναῖς σου ἐβασίλευσαν ἀχτίδες,
ἐπέρασες καὶ σύ, πρωτομαγιά.
Ὅμοια περνοῦν καὶ μᾶς ἀφίνουν γειὰ
λουλουδισταῖς χρυσόφτεραις ἐλπίδες.

Ὅμοια περνοῦν τὰ ζηλεμένα νειάτα
καὶ σβύνονται ᾑ χαραῖς καὶ τὰ φιλιά,
ἀσπρίζουν μαῦρα καὶ ξανθὰ μαλλιὰ
καὶ μαραγκιάζουν μάγουλα δροσάτα.

Αλλὰ κ' ᾑ πίκραις φεύγουν χορτασμέναις,
ἁφ' οὗ μὲ νύχι ἐσπάραξαν σκληρὸ
τὸν κόρφο μας καὶ θρῆνο φοβερὸ
'ς τὰ σπλάχνα μας ἐκάμαν ἀγριεμέναις.

Καὶ τότε ἡ Ἀδιαφορία σαβανόνει
τὴν δόλια μας καρδιὰ καὶ τὴν κρατεῖ
εἰς κάθε πίκρα καὶ χαρὰ κλειστή,
ὣς ποὺ ὁ θάνατος τέλεια τὴν παγόνει.

Καλὴ Πρωτομαγιά, θὲ νὰ γυρίσῃς
γιὰ νὰ στρώσῃς μὲ λούλουδα τὴν γῆ,
ὅταν θὰ φέξ' ἡ ρόδινή σου αὐγή,
χαρὰ μὲς τὴν καρδιά μου ν' ἀντικρύσῃς.

Επάνω


Τα μυστικά του Αγνώστου

Βαθυὰ βαθυὰ μὲς τὴν καρδιά μου νοιώθω,
μὲς τὴν καρδιὰ τὴ μυριοπονεμένη,
ἕναν παντοτεινὸ κι' ἄσβυστο πόθο
ποὺ μὲ ψυχομαραίνει·
ταντάλου δίψ' ἀθάνατ' εἶναι τούτη
ὁποὺ τὰ χείλη τῆς ψυχῆς μοῦ φρύγει·
γι' αὐτὴν ὅλα τῆς τ' ἄμετρα πλούτη
δροσιὰ θἆχαν ὀλίγη.

Εἶν' ἀγάπη; Δὲν εἶναι· ὅλο τὸ μέλι
ποὺ κρύβουν μὲς τὰ χείλη χίλιαις κόραις
ὤμορφες σὰν τοῦ Ραφαὴλ οἱ ἀγγέλοι,
γιὰ πολλαῖς πολλαῖς ὥραις
ἀπὸ ἕνα στόμ' ἂν τὸ ρουφοῦσα, ἡ λάβρα
ποὺ ἡ φλόγ' ἀκαταλάγιαστη ἔχει ἀνάψῃ
μέσα 'ς τὰ φυλλοκάρδια μου τὰ μαῦρα,
δὲ θἄθελε, ὄχι, πάψῃ.

Τὰ ὀνείρατα τῆς δόξας ἀπὸ χρόνια,
σὰν τὸ χόχλο μὲς 'ς τὸ νερὸ ποὺ βράζει,
ἔσκαζαν, καὶ τοῦ κόσμου ἡ καταφρόνια
καὶ τὸ πικρὸ μαράζι,
ποὺ αὐτὴ γεννᾷ, μοῦ ἀπόμειναν μονάχα·
ὄχι, δὲν εἶναι ἀμάραντο στεφάνι
δάφνης ἐκεῖνο πὤθελα ἐγὼ νἆχα,
νἆμαι μηδὲν μοῦ φτάνει!

Οἱ ἐλπίδες μου ὅλες ἐσβυσθῆκαν· πάει!
Ἡ χρυσόφτεραις φύγαν φαντασίαις·
μόνο αὐτὸς ὁ πόθος θὰ μὲ φάῃ,
ποὺ βάλαν οἱ Ἐριννύες
'ς τὰ φρενιασμένα τοῦ νοός μου βάθη,
γιὰ νἆναι ὁ δαίμονάς του κι' ὁ θεός του:
ὅλο τὸ ἐγώ μου λαχταρεῖ νὰ μάθῃ
τὰ μυστικὰ τοῦ ἀγνώστου.

Επάνω


Ξέρω τι θέλεις, Δέσποτα

Ξέρω τί θέλεις, Δέσποτα. Σιμόνει
τὸ τέλος, τ' ἀγροικῶ. Πρὶ σβύσῃ τέλεια,
ξαστράφτει ὁ νοῦς μου γιὰ στερνὴ καὶ μόνη
φορά, κι' ὅπως φωτίζει τὰ κουρέλια
τοῦτα καὶ δείχνει φάδι καὶ στημόνι
ἡ ἀχτίδ' αὐτὴ κι' ὅπως ἀκούω τὰ γέλια
τοῦ μωροῦ μας, ἔτσι ξάστερα ἕνα ἕνα
ξαναθυμοῦμε, ὠϊμέ! τὰ περασμένα.

Γιατί νὰ μὴν περάσω ἀπ' τὴν ἀντάρα
τῆς φρένας μονομιᾶ 'ς τὸν μαῦρον ᾍδη;
Ἀπὸ τῆς τρέλλας τὴ χαροτρομάρα
στῆς λησμονιᾶς τ' ἀραχνιαστὸ σκοτάδι;
Πριχοῦ μὲ σαβανώσουν, ποιὰ κατάρα
ξεσχίζει ξάφνου ἐμπρός μου τὸ μαγνάδι
ποὺ φριχτὰ τυλιγμένο ὅλα τὰ πάθη
ἔκρυβε, ἔκρυβε ὅ,τι εἶναι κι' ὅ,τι ἐστάθη;

Λὲς ποὖναι χάρη τοῦ Παντοδυνάμου,
γιὰ νὰ ξεπλύνω πρὶν κάθε μου κρίμα;
Καὶ δὲ φτάνουν τὰ μύρια βάσανά μου
ποὺ ζωντανὴ μ' ἐκάψαν ὣς τὸ μνῆμα;
Κι' ἂν εἶχα κρίματα ἄμετρα σὰν ἄμμου
κλωνιά, τόσο μεγάλο ἐλάβαν πλύμα
μὲς τὸ ποτάμι δάκρυα πὤχω χύσῃ,
ποὺ ἀκριμάτιστη θἆχα ξεψυχήσῃ.

Λὲς ποὖναι κι' ἄλλη κόλαση, λὲς ποὖναι
κι' ἄλλη ζωὴ κι' ἄλλα μαρτύρια ἀκόμα,
κι' ἄλλοι ποὺ πάλε, ὦ φρίκη! Θὰ μοῦ ποῦνε,
μὲ διψασμένο γιὰ φιλιὰ τὸ στόμα,
μὲ φλογερὲς ματιὲς, πὼς μ' ἀγαποῦνε,
κ' ἔπειτα θὰ μὲ ρίξουνε στὸ χῶμα,
ἀπ' τὸ κορμὶ τὸ ἔρμο μου χορτάτοι,
καθὼς ῥίχνουνε τ' ἄχρειο καταπάτι;

Επάνω


Όποιος βράδυ περνά

Ὅποιος βράδυ περνᾷ σιμὰ στὸν τοῖχο,
πλειὸ ψηλὸ ἀπ' τὴ σκεπή της ποὺ σκεπάζει
πράσινο κλῆμα, ἀκούει τὸν γλυκὸν ἦχο
θεϊκῆς φωνῆς καὶ μένοντας θαυμάζει.
Τραγοῦδι ἀγάπης ἢ χαρᾶς σ' ἀφίνει
σκεφτικὸν ἢ καλόκαρδον. Ποιὸς χύνει
τοῦ τραγουδιοῦ τὰ μάγια 'ς τὸν ἀέρα;
Εἶναι τοῦ νεκροθάφτ' ἡ θυγατέρα.

Τὰ γέλια της ἀκούοντ' ἀπ' τὴν αὐγούλα
κάτω ἀπὸ τ' ἀνθοστόλιστα δεντράκια.
Κεῖ καρτεροῦν, ὑγραῖς ἀπὸ δροσούλα,
γιὰ νὰ ταῖς κόψῃ, φούνταις λουλουδάκια.
Τί ὤμορφα φυτὰ ποὺ ἐκεῖ βλασταίνουν,
τί φουντωταῖς ἐκ' ᾑ μυρτιαῖς ἀξαίνουν!
Τριαντάφυλλα χλωρὰ κεῖ κάθε μέρα
βρίσκει τοῦ νεκροθάφτ' ἡ θυγατέρα.

Ποιὰ νἆναι τούτη ἡ κόρη ποὺ περνάει
μὲ πάτημα ἐλαφρὺ κι' ὅλη γελάτη;
Τί χάρη πὤχει σὰ χαμογελάει,
τί καλοσύνη τὸ λαμπρό της μάτι!
Ραφτοπούλα εἶν' αὐτὴ κ' ᾑ φιλενάδαις
τῆς θωριᾶς της ζηλεύουν ταῖς φρεσκάδαις·
ἡ ὠμορφιὰ της καμάρ' εἶν' τοῦ πατέρα·
εἶναι τοῦ νεκροθάφτ' ἡ θυγατέρα.

Κατοικᾷ ἡ Φωτεινὴ 'ς τὸ κοιμητήρι·
τὰ τζάμια ποὺ ἐκεῖ βλέπεις νὰ γυαλίζουν
εἶναι τῆς Φωτεινῆς τὸ παρεθύρι·
τὰ πουλιὰ ἀπ' τὸ κλουβί τους κελαϊδίζουν.
Γιὰ ἰδές, πάνω 'ς τοὺς τάφους γύραις φέρει
ἄσπρων περιστεριῶν χιονάτο ταῖρι,
ποὺ ἀπ' τὴν ἀσπράδα τῶν φτερῶν ἀστράφτει·
εἶναι τῆς θυγατρὸς τοῦ νεκροθάφτη.

Επάνω


Ρήγας και τραγουδιστής

Μὲς σὲ φουρτούνα φοβερή, στὸ ρέμα ποὺ τὴ σέρνει
ἀνεβοκατεβαίνοντας μιὰ βάρκα παραδέρνει.
Μέσα ἕνας ρήγας κάθεται γέρος πολεμιστὴς
κ' εἶναι στὸ πλάγι του ἕνας νιὸς ὡραῖος τραγουδιστής.

Τοῦ γέρου ρήγα τὰ μαλλιὰ ποὖν' ἄσπρα σὰν τὸ χιόνι
ὁλόχρυση λαμπρότατη κορώνα στεφανόνει,
μὰ ἀπάνου στὰ τετράξανθα σγουρὰ μαλλιὰ τοῦ νιοῦ
τὰ φύλλα πρασινολογοῦν δάφνινου στεφανιοῦ.

Κ' ἔτσι στὴ μαύρη πίκρα του ὸ βασιλιὰς μιλάει:
τὸ διαμαντένιο σκῆπτρο μου τώρα τί μοῦ φελάει;
Ἐγὼ ποὺ εἰς τόσους κέρδισα πολέμους, θὰ χαθῶ
θαμμένος ἀπ' τὴ θάλασσα 'ς τὸν κρύο της βυθό.

Κ' οἱ ἄνθρωποι τί γλήγορα ποὺ ὅλοι τους ξεχάνουν
τοὺς ξακουστοὺς καὶ δυνατοὺς ρηγάδες σὰν πεθάνουν!
'Σ τὰ παραμύθια του ὁ λαὸς λαχαίνει τὸ πολὺ
κάποτε μὲ παινέματα γιὰ κείνους νὰ μιλῇ.

Επάνω


Φως λαμπρό φως

Φῶς λαμπρὸ φῶς μὲ περιζώνει κι' ἄπειρη γαλήνη
σὰν ἄλλου κόσμου οὐρανοστάλαχτη εὐτυχία.
Κι' ἂν εἶναι τρέλλ' αὐτὴ ὁποῦ τόσα μάγια χύνει γύρω
'ς τὸν νοῦ τρελλὸς νὰ ἦμαι θέλω 'ς τὸν αἰῶνα.
Τρέλλα δὲν εἶν', Ἔρωτας εἶν', Ἔρωτας ἅγιος θεῖος,
ποὺ μὤγγιξε τὰ νεῦρα μ' ἄφραστη γλυκάδα.
Θαρρῶ πὼς τ' ἄγριο ρεῦμα τοῦ καιροῦ γιὰ μένα ἐστάθη
ἢ, κι' ἂν κυλάει, σιγοκυλάει σὰν μελῳδία.
Γιατί τὰ πάντα φαίνονταί μου ἁρμονικὰ νὰ λέγουν:
«Χαίρου, κ' αἰώνια σὰν κ' ἐμᾶς εἶν' ἡ εὐτυχιά σου.»
Καθὼς τὰ ὀνείρατα τῆς πρώτης νειότης ὅλ' ἀντάμα
τώρα νὰ ἐσμίγαν καὶ ν' ἀλήθευαν γιὰ πάντα.
Καθὼς ν' ἀνθοῦσαν τὰ λουλούδια τῆς ἀθανασίας
εἰς τοῦ Ἔρωτός μου τ' ἁγνὸ μέτωπο πλεγμένα.

Επάνω


Επίγραμμα (Στερηάς και του πελάγου)

Στερηᾶς καὶ τοῦ πελάγου
σὲ περιζώνουν τ' ἄρματα
Βαρβάρου Ἑλληνοφάγου·
καὶ σὺ μένεις ἀσάλευτο
εἰς τὴν φωτιὰ ποὺ βόγγει
τριγύρω σ', ἀντρειωμένο Μισολόγγι.

Επάνω


Επιγραφή σε μνήμα

Ἀρετὴ δὲν εἶναι ποὺ
νὰ μὴ φέγγει σὰν ἄστρο ἀπὸ
τὸ μνῆμα τοῦτο στῶν
ὀρφανῶν σου τὴ ζωή.

Επάνω


Μον' οι Μαραθωνομάχοι

Μόν' οἱ Μαραθωμονάχοι
δὲν σ' ἐδόξασαν, πατρίδα,
δὲν σ' ἐδόξασαν μονάχοι
οἱ τριακόσιοι τοῦ Λεωνίδα.

Ἐβαστάξαν τὰ παιδιά σου,
παλληκάρια διαλεμμένα,
πάντα σὰν τὰ ἰδρυὰ τοῦ δάσου,
σὰν τοὺς βράχους, ἕνα κ' ἕνα·

ὅμοι' ἀκλόνιστοι κι' ἀγνάντια
'ς τῶν ὀχτρῶν τὴν ἄγρια φόρα
κι' ὅμοια στέρεοι 'ςτὴ γιγάντια
καὶ κακὴ τῆς τύχης μπόρα.

Ἀλλ' ἀκόμα πλειὸ μεγάλη
τῶν παιδιῶν σου ἡ δόξα ἐφάνη
εἰς μίαν ἄλλη ἅγια πάλη
γιὰ ἕνα πλει' ὄμορφο στεφάνι·

εἰς τὴν πάλη, ὅπου τὸ πνέμα
τ' οὐρανοῦ νικᾷ τὸν ᾍδη,
τῆς ἀλήθειας μὲ τό ψέμα,
τοῦ φωτὸς μὲ τὸ σκοτάδι.

Επάνω


Γράμμα

Μὲ συγχωρεῖς, Ἀνδρέα μου, ἂν τόσο ἀργὰ σοῦ γράφω·
ἐκείνη ποὺ ἐβασίλευεν ἕνα καιρὸ 'ς τὴν Πάφο
δὲν ἔφταιξε, δὲν ἔφτεξεν ἡ Kneipe ὅπως νομίζεις,
οὔτε ἡ πολλή μου ντεμπελιά· τὰ αἰσθήματα γνωρίζεις
ποὺ 'ς τὴν καρδιὰ θρέφω γιὰ σὲ καί, πίστευσε, οὔτε ἡ Minna,
ἐκείν' ἡ τόσο ἀγαπητὴ κ' ἔμορφη κελνερίνα,
οὔτε τῆς μπίρας τὸ χρυσὸ καὶ ἀστέρφευτο ποτάμι
δὲν θὰ εἰμποροῦσε, ὄχι, ποτέ, πίστευ' το, νὰ μὲ κάμῃ
νὰ λησμονήσω τὴ λαμπρὴ παντοτεινὴ φιλία,
ποὺ δὲνει τοῦ περιοδικοῦ τὴν ἄφοβη ὀχτανδρία. -
Ἀρρώστια, φίλε μου καλέ, μὲς τὴν κακὴ τὴν ὥρα,
κακὴ μ' ἐπλάκωσε καὶ ἰδού, μὲ μιᾶς τὰ χολοφόρα
κανούλια μου ἐστουμπώωθηκαν· σὰν μαραμμένο φύλλο
ἔγινα κατακίτρινος Mabillo pingui ab illo
quantum mutatus, τρομερὰ λιγνὸς καὶ μαζωμένος,
ὅλος πετσὶ καὶ κοκκαλο, σὰν μούμια ζαρωμένος.
Ἡ ἀρρώστια λέγετ' ἴκτερος, καὶ κάτω 'ς τὴν Ἑλλάδα
κάποιοι ὀνομάζουν τὴν χρυσῆ, καὶ κάποιοι κιτρινάδα.
Ἡ δύναμές μου εἶχαν κοπῇ καὶ ἀπ' τὴν ἀνορεξία
δὲν ἔτρωγα μήτ' ἔπινα, φαντάσου ἀπελπισία!
Καὶ εἰς τέτοια καταστέματα κακὰ καὶ ἀσβολωμένα
νὰ πιάσω εἰς τὸ τρεμάμενο τὸ χέρι μου τὴν πέννα
ἤθελες καὶ τὰ πάθια μου 'ς ἐσὲ νὰ ἐξιστορήσω
καὶ μὲ πικρὰ παράπονα κ' ἐσένα νὰ λυπήσω;
Ἕνας ἀπ' τοὺς βαυαρικούς, καλοὺς Ἀσκληπιάδαις
τέλος κατάφερε, χωρὶς πάρα πολλοὺς παράδες,
νὰ μὲ γιατρεύσει: βέβαια, τόσο, ὄχι, δὲν ἐχάρη
ὅταν ἀνέστη ὁ Λάζαρος μὲ τοῦ Χριστοῦ τὴ χάρι,
τόσο δὲν ἀναγάλλιαζες ἐσύ, φίλτατε Ἀνδρέα,
ὅταν ἐξεφορτόνοσουν ἐκεῖνον τὸν κουτέα
τὸν κόμητα, τὸν βουδδιστήν: ὅσο ἐγὼ τώρα ποὖμαι
πάλι γερὸς καὶ τὸ κακὸ τὸ πάθος συλλογιοῦμαι,
ὅπ' ἔβγαλ' ἀπὸ πάνου μου. Τώρα, ναί! Τώρα γράφω
εἰς ὅλους σας ὅπου πιστὸς θἆμαι ἔισια μὲ τὸν τάφο
στὴν ὑψηλὴ καὶ ὁλόλαμπρη τοῦ Γιώργη μας Ἰδέα,
πιστὸς καὶ στῆς δημοτικῆς τὴν ἄφθαρτη Σημαία.
Ἀλλ' ἀρκετὰ σ' ἐβούρλισα μὲ αὐτὴν τὴν κιτρινάδα.
Ἔφθασ' ἡ ὥρα νὰ σοῦ 'πῶ ποὺ εἶδα 'ς τὴν «Ἐβδομάδα»,
καθὼς ὅλαις ᾑ πρόζαις σου καὶ αὐτὴν χαριτωμένη,
τοῦ Gessner τὴν μετάφρασιν ὄμορφα τυπωμένη,
καὶ πόσο εὐχαριστήθηκα δὲν θὰ εἰμποροῦσα, τζόγια,
καὶ ἂν εἶχα χίλια στόματα, νὰ ἐκφράσω μὲ τὰ λόγια.
Καλόμοιρος ποὺ εἰμπόρεσες τὴν ἄγρια νὰ νικήσῃς
σκληρότη τοῦ Καμπούρογλου καὶ νὰ τὸν νανουρίσῃς
μὲ λόγια μελοστάλαχτα, γλυκότατέ μου Ἀνδρέα,
ὥστε καθὼς ὁ Κύκλωπαςς τὸν θεῖον Ὀδυσσέα
καὶ αὐτὸς ἐσὲ θὰ σπλαγχνισθῇ καὶ δὲν θὲ νὰ σὲ χάψῃ·
ἡ φοβερή του ὅμως ὀργή, σὰν κεραυνὸς θ' ἀστράψῃ
ἐπάνω μας ὅταν θὰ ἰδῇ μὲ φρίκη ἀνέκφραστη ὅσα
κ' ἐμεῖς θὲ νὰ τυπώσουμε 'ς τὴν «Ἐθνικὴ τὴ Γλῶσσα».
Συμπάθησέ με ἂν σὤστειλα ἐκεῖνο τὸ σονέτο
μὲ δίχως προλεγόμενα καὶ ἀμέσως ξέσχισέ το
καὶ ρίξε το, ἂν δὲν τὤρριξες, 'ς τὸν τόπο ποὺ τοῦ ἀξίζει.
Ὅσο γιὰ τὸ περιοδικὸ καθένας σας γνωρίζει,
μὲ τί λαχτάρα καρτερῶ νὰ βγῇ, νὰ βασιλέψῃ
'ς τὸν κόσμο τῶν γραμμάτων μας, κι' ὅλη νὰ καταστρέψῃ
τῶν ψοφιμιῶν τὴ βρώμικη, σκωλικοφαγωμένη
σαποῦρα ποὺ τὴ γλώσσα μας εἰς τ' ἄνθος της μαραίνει. -
Χαίρομαι ποὺ τοὺς ἔδωσες καὶ τὴ μετάφρασί σου·
λοιπὸν καὶ τὴν εἰσαγωγὴ να`γράψῃς ξεκουμπίσου
κι' ἄσε γιὰ λίγο νὰ κουτρᾷ τὸν κὺρ Δεγουβερνάτη.
Τὸν ἄλλο μῆνα ἴσως κ' ἐγὼ θὲ νὰ τοὺς στείλω κάτι·
ὥς τώρα ὄμως δὲν τέλειωσα τίποτε, κ' ἡ Λεονώρα
'ς τὴν Παριζίνα κολλητὰ κοιμᾶται γιὰ τὴν ὥρα.
Καλαῖς γιορτάδες πέρασε καὶ μπριχοῦ νἄμπῃ ὁ Ἀπρίλης
θὰ σ' ἀγκαλιάσῃ ἀδελφικά – Ὁ φίλος σου – Μαβίλης.
Ὑψηλὸν Γάμμα. - Τίποτε κανένας ἂς μὴ μάθῃ
Κορφιάτης, γιὰ ὄνομα Θεοῦ, ποὺ ἀπ' τὴ χρυσῆ ἔχω πάθῃ.

Επάνω


Αφιέρωση

Πέτα, Αγάπη, στα ουράνια και χαιρέτα
τη μάννα μου και δείχ΄ της τα φτωχά μου
τούτα τραγούδια, κ΄ έπειτα εδώ χάμου
βλογημένα απ΄ αυτήν ξανάφερέ τα·

Μ΄ ένα χαμόγελό της χρύσωνέ τα,
και σαν πετράδια ατόφωτα, σαν άμμου
χρυσού κλωνιά, χαρές και βάσανά μου,
θα γυαλίσουν μες τ΄ άτεχνα σονέττα.

Σαν αλκυόνα, Αγάπη, με φτερούγες
απλωμένες διαβαίνεις ιριδένια
κατάστρωτες με φως ανάερες ρούγες.

Στης ζωής τ΄ άγριο πέλαο νεραϊδένια
χαρίζεις καλοσύνη, όθε φωλιάζεις
και μ΄ όνειρα ουρανού το ασπρογαλιάζεις.-

Επάνω


Αμίλητα

Ποτάμι τρέχει η Αγάπη και όσο τρέχει
πληθαίνει και στ΄ ολόγλυκό της αίμα
δείχνει της ευτυχιάς το ουράνιο ψέμα
και ο δρόμος της, θαρρείς, σωμό δεν έχει.

Μα μπροστά της χωρίς να το παντέχει
του πόνου η πικροθάλασσα στο βλέμμα
απλώνεται γεμάτη δάκρυα κ΄ αίμα,
και τα πάντα ρουφάει, τα πάντα βρέχει.

Χρυσομάννα, εμαράθηκαν τα φύλλα
και χειμώνας πλακώνει· σε θωράω
κατάματα με τρόμου ανατριχίλα.

Και σέναν΄ αλαφιάζεται το πράο
άρρωστο ανάβλεμμά σου, σα να ερώτα·
θα χαρούμε άλλην άνοιξη σαν πρώτα;.-

Επάνω


Νίκος Κογεβίνας

Κι αν είναι άλλη ζωή, θάναι για σένα
ο αθέρας τουτηνής· βαθειά γαλήνη
σιωπής παντοτεινής θα μεγαλύνει
τα πλήθια μάγια, σμίγοντάς τα σ΄ ένα

θεράπιο θεϊκό· τη μια παρθένα
που εφίλησες κι ο πόθος σου την κρίνει,
τα πέντε σας παιδιά, που, γήινοι κρίνοι,
ανθούν κι αλλοιώς σου μοιάζει το καθένα

πεντάμορφο, και τ΄ άδολο της Γνώσης
ανάμα και τη φώτιση του ωραίου
κι όσο δάκρυα φτωχών έχει στεγνώσεις
και, με τη λάβρα τ΄ άξιου Κερκυραίου
για του νησιού σου την ευδαιμονία,
για το Γένος, την ένθεη μανία.-

Επάνω


Χάρρις

Χερουβικής χαράς χρυσός αθέρας
σε φλόγισε πατώντας της Ηπείρου
το χώμα, σα στην πλατωσιά του απείρου
νάστραφτε από το – «εν τούτω νίκα» – ο αιθέρας,

Και σα λάμψη παρουσίας δευτέρας
μ΄ αποκαλυπτικού αγαλλίαση ονείρου
νάβλεπες στο βυθό του Παμπονήρου
να γκρεμιστεί η Τουρκιά, το ανίερο τέρας.

Και σε λόγου σου τότε έκαμες τάμα
να φτάσεις όπου μόνο αυτός ξαμώνει
πούναι ποιητής και μάρτυρας συνάμα.

Του Απόλλωνα όχι η χάρη, η δόξα μόνη
σού ΄λειπε του θανάτου – κ΄ ένα βόλι
σ΄ έστειλ΄ ήρωα στο ηλύσιο περιβόλι.-

Επάνω


Άλκης Παλαμάς

Γιατί δεν τον φαντάζεσαι που ανέβη
να ψάλει σ΄ άλλη γη μ΄ αγγέλου λύρα
το τραγούδι, τρισεύγενή σου κλήρα,
που τ΄ άχτια κάθε ζήσης ειρηνεύει;

Σ΄ όλο τ΄άπειρο μ΄ άγιρα βασιλεύει
Μέδουσας κεφαλή πάνοπλη Μοίρα·
στης πίκρας την πεντάμορφη πλημμύρα
μόνη η ομορφιά για λίγο αντιπαλεύει.

Και – ω μυστήριο – καθώς διαβαίνει απ΄ άστρα
σ΄ άστρα φως, ζέστα, δύναμη μαγνήτη,
μες τη μενεξεδένια ουράνια πάστρα

με μάγια της ψυχής, σ΄ άλλον πλανήτη
να κατεβαίνει φεγγαροστάλαχτ΄ είδα
(γιατί τον κλαις;) σαν αρμονίας αχτίδα.

Επάνω


Λήθη

Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε
την πίκρια της ζωής. Όντας βυθίσει
ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήσει,
μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να ΄ναι.

Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση·
μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει,
σα στάξει γι΄αυτές δάκρυ όθε αγαπάνε.

Κι αν πιουν θολό νερό ξαναθυμούνται,
διαβαίνοντας λιβάδια από ασφοδίλι·
πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται.

Α δε μπορείς παρά να κλαις το δείλι,
τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν:
θέλουν—μα δε βολεί να λησμονήσουν.

Επάνω


Έρως και θάνατος

Με εκοίταξε ένα σούρουπο το Μάη,
το μοσκοβολισμένο Μάη το μήνα,
και η ματιά της για πάντα μού επρομήνα
ευτυχία, που το ουδέν δεν πεθυμάει.

Μα ο πόθος δε χορταίνει όσο κι α φάει,
μες την καρδιά μου μπήγεται σα σφήνα·
σα διψασμένη λυώνεται αλαφίνα
η ψυχή όση γλύκα κι α ρουφάει.

Μάγο, ανέσπερο φέγγος του θανάτου,
εσύ, ναι, με γλυκιά παρηγορία
πραΰνεις καθενός τα βάσανά του.

Μες απ΄ την αλαβάστρινην υδρία
ό,τι κι αν τάζεις δίνεις κιόλας, αφανίζεις
την πεθυμιά, τους ύπνους αιωνίζεις.

Επάνω


Ανεμόμυλος

Ο κόσμος είναι πλανερό μαγνάδι
Κεντισμένο με ρόδα και με βάγια,
Μ' ήλιους και μ' άστρα, που το απλόν' η Maya
Απάνου 'ς της Αλήθειας το σκοτάδι.―

Σ' αγαπούσαμε τόσο, έρμο ρημάδι,
Γιατί 'ς τη μέση απ' της ζωής τα μάγια
'Σ την ψυχή μας φανέρονες την άγια
Του Θανάτου θωριά, τον κρύον Άδη,

Το Τίποτε, κι' ανήξερα 'ς τα βάθια
Του είναι μας εξύπναες μια λαχτάρα
Να γλυτώσουμε απ' όλα μας τα πάθια,

Την πικρή να ξορκίσουμε κατάρα
Της ζωής, και να μπούμε μονομίας
'Σ τ' άδυτα της θεϊκής ανυπαρξίας.

Επάνω


Sansara

Δὲ λαχταρῶ κι' ἀναστενάζω γι' ἄλλη
καλοτυχία, παρὰ γιὰ τὰ φιλιά σου·
μὰ ἐσὺ πετᾷς νὰ στήσῃς τὴ φωλιά σου
μ' ἄλλο ταῖρι σὲ ξένο περιγιάλι.
Γειά σας, φανταχτερὰ Νεράϊδων κάλλη,
κόρη ἀηδονολαλήτρα, μάϊσσα, γειά σου!
Κλαίω τὴ ροδοχιονάτη ἀμαλαγιά σου
σὰ νἆχε πᾷς στοῦ Χάρου τὴν ἀγκάλη.
Μὰ δὲ σὲ θέλει ὁ Χὰρος. Γράφ' ἡ Μοῖρα
πολυζώητο στὴ γῆς νὰ μυριανθήσῃς
τριαντάφυλλο ἐρωτιᾶς καὶ μὲ τὰ μύρα
τοῦ κόρφου σου τὸν κόσμο νὰ μεθήσῃς
καὶ μὲς τῆς θείας σου γλύκας τὴν πλημμύρα
τὴν πίκρα τῆς Ἀλήθειας νὰ βυθίσῃς.

Επάνω


Angelica Farfalla

Στ΄ ακύμαντα της θάλασσας ατλάζια
ακροπατώντας η ψυχή, σα νάχει
μισοαπλωμένα τα φτερά, μονάχη
κινάει να βρει στην άπειρη, γαλάζια

μονάξια, γιατρεμό για τα μαράζια
που τόσο την παθιάζουν, και σα λάχει
ν΄ αντικρύσει τ΄ ωριόπλουμο σελάχι
κι όλα τ΄ αστραφτερά χρυσά τσαπράζια

του Ήλιου, ορθοποδίζει ερωτεμένη
στης ασημοβολής το μονοπάτι,
που ίσια τη βγάνει στ΄ άσπιλα τεμένη

της ομορφιάς κ΄ εκεί, με την απάτη
πως θα πορεύεται αιώνια ιεροδούλα
στ΄ άγιο φως καίεται σαν πεταλουδούλα.

Επάνω


Κρήτη

Σειρήνα πρασινόχρυση, με μάτι
σαν της αγάπης, με λαχτάρας χείλια,
αχτιδομάλλα, ορθοβύζα, με χίλια
μύρια καμάρια και λέπια γεμάτη,

τραγούδι τραγουδάς μες τη ροδάτη
κατάχνια του πελάου, και στην προσήλια
του αγέρος πλατωσιά και στα βασίλεια
της γης πνοή το σέρνει μυρωδάτη :

«Σαν το γάλα της Αίγας Αμαλθείας
θρέφει θεούς και το φιλί μου εμένα.
Ελάτε να χαρείτε μες της θείας

αγκαλιάς μου το σφίξιμο ενωμένα,
πρόσφυγες της Ζωής, δώρα άγια τρία·
θάνατο, αθανασία κ΄ ελευτερία».

Επάνω


Καλλιπάτειρα

«Αρχόντισσα Ροδίτισσα, πώς μπήκες;
Γυναίκες διώχνει μια συνήθεια αρχαία
εδώθε». – «Έχω ένα ανίψι, τον Ευκλέα,
τρία αδέρφια, γιό, πατέρα Ολυμπιονίκες·

να με αφήσετε πρέπει, Ελλανοδίκες,
και εγώ να καμαρώσω μέσ' στα ωραία
κορμιά, που για το αγρίλι του Ηρακλέα
παλεύουν, θιαμαστές ψυχές αντρίκειες.

Με τες άλλες γυναίκες δεν είμαι όμοια·
στον αιώνα το σόι μου θα φαντάζη
με της αντρειάς τα αμάραντα προνόμια.

Με μάλαμα γραμμένος το δοξάζει
σε αστραφτερό κατεβατό μαρμάρου
ύμνος χρυσός του αθάνατου Πινδάρου».

Επάνω


Κέρκυρα

Ἡ θάλασσα ἐσπαρτάρησε ὣς τὸν πάτο
κι' ἄφρισε σὰν ἐδέχτηκε στὸν κρύο
κόρφο ἀκόμα ὁλοζώντανο τὸ θεῖο
σπόρο, ἀπ' τὸν οὐρανὸ σταγμένον κάτω.
Τότες βγῆκε ἀπ' τὸ πέλαγο τ' ἀφράτο,
τέρας τῆς ὀμορφάδας καὶ σημεῖο,
τ' ἅγιο τῆς Ἀφροδίτης μεγαλεῖο,
γλύκες ἐρωτικὲς ὅλο γιομάτο.
Μὰ τὸ δρεπάνι, ποὖχε αὐτοῦ σκορπίσῃ
τοῦ θεοῦ τ' ἀμελέτητα, καὶ κεῖνο
μὲς τὸ γιαλὸ μελλότουν νὰ καρπίσῃ.
Κ' ἔτσι, Ἀφροδίτη τῶν νησιῶν, μὲ κρῖνο
καὶ ρόδο πλουμιστή, γιομάτη γλύκες,
Κέρκυρα, ἀπ' τοῦ Οὐρανοῦ τὸ αἷμα ἐβγῆκες.

Επάνω


Καρδάκι

Τ΄ άγνωρα ρεποθέμελα του αρχαίου
ναού στο έρμο ακροθαλάσσιο πλάι
χορταριασμένα κοίτονται. Γελάει
γύρου ομορφάδα κόσμου πάντα νέου.

Κια λέω που ακόμα απ΄ την κορφή του ωραίου
βουνού στ΄ άσπρα ντυμένη ροβολάει
η αρχαία ζωή κι αυτού φεγγοβολάει
λαμπρός ναός τεχνίτη Κερκυραίου.

Χρυσόνερο, σε βλέπω γιατί μ΄ έχει
μαγέψει το νερό στην κρύα βρύση,
που μέσαθε από τ΄ άγιο χώμα τρέχει.

Έτσι κάποιος θεός θα τόχει ορίσει.
Κι όποιος ξένος εκεί το χείλι βρέχει
στα γονικά του πλια δε θα γυρίσει.-

Επάνω


Όνειρο

Νύχτα, μὲ δίχως ἄστρα οὐδὲ φεγγάρι,
σὲ μιὰν ἄγρια παράδερνα λαγκάδα·
ξάφνου μὲ σκιαχτερὴ ξένη ἀσκημάδα
τρεῖς Ἄχαρες θωρῶ σ' ἕνα λογγάρι.
Ἡ μεσινὴ ψηλὰ κρατεῖ λυχνάρι,
ποὺ τῶν τριονῶν φωτίζει τὴν ἀχνάδα·
οὐρλιάζοντας μ' ἀταίριαστη βραχνάδα
ἀργὰ ξαλλάζουν τὸ ἑξάδιπλο ἀχνάρι
κι' ὀμπρός μου σταματοῦν. Τότε στυλόνει
ἡ κάθε μιὰ τὰ μάτια κατὰ μένα·
ἡ μεσινὴ τὸ λύχνο χαμηλόνει
καὶ φού! τὸν σβυοῦν οἱ τρεῖς μὲ φύσημ' ἕνα.
Φρενιασμένος ἐξύπνησα. Ἄχ! τὸ φῶς μου, -
τὴν ἴδια ὥρα έσβύστηκε ὁ αδρεφός μου!

Επάνω


Αργυρόκουπα

Κρουσταλλένιο, διάφανο, γεμάτο
απ΄ άδολο κρασί που πορφυρίζει,
με κούνημα θερμό μ΄ αίστημα ακράτο
ένα φτωχό ποτήρι σ΄ αντικρύζει,

σε λαχταράει, σε γγίζει και τ΄ αφράτο
κρασί σαν αίμα χύνεται, σκορπίζει,
και το ποτήρι μένει άδειο ως τον πάτο
γιατί το γγίξιμό σου το τσακίζει.

Μα συ στέκεις ατάραχτη και κρύα
αργυρόκουπα, πλούσια ιστορισμένη,
με την περήφανή σου θεωρία.

Είσαι να σ΄ αγαπούν συνηθισμένη·
στης ζωής την πικρή χαροκοπία
δε δείχνεις με τι σ΄ έχουν γεμισμένη.

Επάνω


Πόρτο Ριάλα

Τοῦ Ὑπερανθρώπου, μὲ τὰ δῶρα τ' Ἄρη,
ἡ ἐλπίδα στὴν καρδιά μας φλόγα ἀνάβει.
Ἄχ! ὣς ποῦ σάρκα ὁ πόθος μας νά λάβῃ,
τὸ ἰδρὺ θὰ γέρνῃ ὀμπρὸς στὸ μανιτάρι.
Καὶ σένα, ἀντρείας σύμβολο, σκουτάρι
τῆς Λευτεριᾶς σ' ἐγκρέμισαν οἱ σκλάβοι
κ' οἱ ἀδύνατοι, σ' ἐφάγαν οἱ ἐργολάβοι,
σὰν τὰ σκουλούκια τὸ νεκρὸ λιοντάρι.
Πάει τὸ θεριό, ποὺ μ' ἀσκωμένο νύχι
γῆς κι' οὐρανὸ φοβέριζε, καὶ οἱ τοῖχοι
πᾶν, ποὺ μπαροῦτι κι' αἷμα εἶχε τους βάψουν.
Νὰ μποροῦσαν νὰ ζήσουν τοῦτοι οἱ στίχοι
ὅσο ἐσὺ θἆχε ζήσῃς, νὰ σὲ κλάψουν
καὶ κείνους ποὺ σ' ἐχάλασαν νὰ κάψουν.

Επάνω


Ψυχοφίλημα

Χρυσάρμενα ονείρατ΄ αργοπλένε
στο πέλαγο του πόθου οι φαντασίες
και κατακεί αρμενίζουν όπου επήες,
όπου τα δυο σου μάτια γελοκλαίνε,

όπου απάρθενος φέγγεις, λατρεμένε
κρίνε της ομορφιάς, κ΄ οι μελωδίες
των τραγουδιών σου σμίγουν τες μαγείες,
που μες τ΄ αγνά σου χείλια σιγοπνένε.

Χάρου, καρδιά μου θλίβερη, κι αγάλλου!
Πέρασε η μαύρη νύχτα κ΄ η άγρια μπόρα.
Άνθι και συ μικρό μες του μεγάλο

Κόσμου το περιβόλι άνοιξε τώρα.
Δεν ήξερε η ψυχή μου να φιλήσει·
τώρα ξέρει. Ω πανάχραντο μεθύσι.

Επάνω


Νίκη

Εβρέθηκ΄ ένα ατίμητο βλησίδι!
Τώρα που οι αρχαίοι ξανάζησαν αγώνες,
που της Πατρίδας δίνουν ζωογόνες
φλόγες αντριάς, πολεμικής μισίδι.

Του Γένους μας παμπάλαιο στολίδι,
πώλαμψε στου Ηρακλή τους ελαιώνες
έπειτ΄ από εικοσιτρείς και πάλ΄ αιώνες
ξαναστράφτουν οι Ωδές του Βακχυλίδη.

Σ΄ εμάς τον στέρνει τώρα η Ελλάδα Μάννα
θρίαμβου αρραβώνα στη μεγάλη Πάλη,
και το Γένος μ΄ ελπίδας θρέφει μάνα

που σ΄ άγιο Αγώνα θα νικήσει πάλι.
Μάννα! Τους νέους σου ήρωες να εγκωμιάσει
γεννηθήτω ποιητής που να του μοιάσει!.

Επάνω


Πλήρωμα χρόνου

Οἱ Τοῦρκοι εἶναι θεριά, δὲν εἶναι ἀνθρῶποι.
Γιὰ χιλιοστὴ φορὰ πάλι σηκώσου!
Τὸ τρισένδοξο θέλει ριζικό σου
θεριὰ νὰ σφάξῃς ποὺ τὰ θρέφῃ ἡ Εὐρώπη.
Πολὺ ψηλά, κεῖ ποὺ δὲ φτάνει τόπι
ἀφωρεσμένου Τούρκου, Φράγκου, ἢ Ρώσσου,
εἶναι στημένο τ' ἅγιο φλάμπουρό σου
στοῦ Ἰδανικοῦ τὸ οὐράνιο κατατόπι.
Κι' ἂ σὲ κρατοῦν πιστάγκωνα δεμένη,
κι' ἂ χίλια μύρια βάσανα παθαίνεις,
μὰ στὸ τέλος θὲ νἄβγῃς κερδεμένη, -
εἶσ' αἷμα Ἑλληνικὸ καὶ δὲν πεθαίνεις.
Ἂν εἶναι ἕνας Θεὸς δικαιοκρίτης,
σὺ θὰ τὸ δείξῃς, Λευτεριὰ τῆς Κρήτης.

Επάνω


Τάμα

Κόρη ἀφράτη μὲ στήθια σὰν τὸ γάλα,
μ' ὁλόξανθα μαλλιὰ σὰν τὸ χρυσάφι,
μὲ μάγουλα π' ὁ Ἔρωτας τὰ βάφει
ρόδισμα οὐράνιο ραίνοντας μία στάλα,
σὰν καὶ σένα δὲν εἶναι πλάσματα ἄλλα,
σὲ λαχταρῶ σὰ διψασμένο ἀλάφι,
νὰ τ' ἀγαπήσω ἡ Μοῖρα μου τὸ γράφει
τὰ δυό σου μάτια μαῦρα τὰ μεγάλα.
Ἐσὺ εἶσαι ἡ εὐτυχιά μου, ἐσὺ τὸ φῶς μου,
πῶς θὰ ἰδῶ στὴ ζωή μου τέτοιο θᾶμα
ποτὲ δὲν τὸ ἐφαντάστη ὁ λογισμός μου·
νὰ μὴ σ' ἀπαρνηθῶ σοῦ κάνω τάμα,
ἔλα, χαρὲς καὶ βάσανα τοῦ κόσμου
χεροπιασμένοι θὰ περνᾶμε ἀντάμα.

Επάνω


Πατρίδα

Πάλε ξυπνάει της άνοιξης τ' αγέρι
στην πλάση μυστικής αγάπης γλύκα,
σαν νύφ' η γη, πόχει άμετρα άνθη προίκα,
λάμπει ενώ σβηέται της αυγής τ' αστέρι.

Πεταλούδες πετούν ταίρι με ταίρι,
εδώ βουίζει μέλισσα, εκεί σφήκα·
τη φύση στην καλή της ώρα εβρήκα,
λαχταρίζει η ζωή σ' όλα τα μέρη.

Κάθε μοσχοβολιά και κάθε χρώμα,
κάθε πουλιού κελάηδημα ξυπνάει
πόθο στα φυλλοκάρδια μου κι ελπίδα

να σου ξαναφιλήσω τ' άγιο χώμα,
να ξαναϊδώ και το δικό σου Μάη,
όμορφή μου, καλή, γλυκειά πατρίδα.

Επάνω


Είδωλα

'Aχαρή μου χαρά, φτωχοί μου στίχοι,
Της ζωής μου ακριβό, κρυφό καμάρι,
Από καθάριο βγαίνετε ζυμάρι
Κ' είσαστε γεννημένοι όχι όπως τύχει.

Δεν κελαηδάτε ανούσιοι κι άσκοποι ήχοι,
Σαν τραγούδια ελαφρόμυαλου ερωτιάρη,
Μα κι ούτε παραιράτε το συρτάρι
Να βρείτε αγοραστή τόσο τον πήχυ.

Γιατ' είσαστε ψυχούλες και κορμάκια
Των πόθων και των πόνων μου, που πλήθια
Πικρά μ' εσυχνοπότισαν φαρμάκια.

Είδωλά 'ναι οι χαρές, καημός η αλήθεια,
Και αλήθεια είν' η ζωή! Μα τι με μέλλει:
Θωρώ εσάς κι ο καημός γένεται μέλι.

Επάνω


Excelsior!

Κρύο κρούσταλλο νερό τα ηλιοφρυμένα
χείλια θα ογράνει. Εβγενικιά ανθρωπότη
θα τους φιλέψει πλούσιο φαγοπότι.
Κορμιά από την πλήθια χάρη αλαφρημένα,

Αγάλματα θεών ζωντανεμένα
θ΄ αγναντέψουν στη Νίμπρο εκεί την πρώτη
της λεφτεριάς αστραφτερή λαμπρότη.
Τα στήθια θα χαρούν τα πονεμένα.

Και ανηφορούν οι βλάμηδες λεβέντες
στ΄ ατέλειωτο φαράγγι όλο χαλίκι
Μονοσκοίνι με γέλοια και κουβέντες.

Μα έχουν ποδάρια και καρδιές τσελίκι·
μα τους θεριέβει η ελπίδα του θανάτου
με τ΄ αγιασμένα δαφνοστέφανά του.-

Επάνω


Ξαναφέγγει

Νεκροκάραβου μέγα ἀρμενοπάνι
τοῦ πόνου ἡ ἀντάρα ὀμπρὸς μας μαῦρο ἐστήθη·
τῆς μάννας μας πατρίδας τ' ἅγιο ἀστῆθι
τὸ ξέσκισε τῆς Μοίρας τὸ δρεπάνι.
Ξανάφεξε καὶ πάλι ἐροδοφάνη
νέα πλάση καὶ ὁ καϋμὸς ἐλησμονήθη·
στὲς καρδιὲς ἡ πατρίδα ἀναγεννήθη
μὲ τῆς ἐλπίδας τὸ χλωρὸ στεφάνι. -
Κ' ἡ Ἀγάπη σου – ὢ φιλιὰ ψυχῶν καὶ χάδια -
μπῆκε στὸ νεκροκάραβο τοῦ Χάρου
καὶ σοὔμεινε ἡ καρδιὰ γιὰ πάντα ἄχ! ἄδεια!
Ὄχι! σὰν ξεδακρύσῃς ξαναχάρου!
Βλαστάρι ἀγγελικὸ νέου παραδείσου
σοῦ τὴ νεκρανασταίνει τὸ παιδί σου.

Επάνω


«Περί στεφάνου»

Τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ μονάχου πρέπει
βασιλικὸ τοῦ τραγουδιοῦ στεφάνι·
μὲ τὴ λαλιά του, ἰδές, νὰ ξαναϋφάνῃ
στέργει ἡ ἀρχαία Μοῦσα τὰ χρυσά της ἔπη.
Βάσκαμα ἀχρεῖο τὴ δάφνη του δὲ σέπει·
προαιώνιες Μοῖρες ἔχουν την μοιράνῃ·
χολὴ δασκάλων δὲ θὰ τὴν μαράνῃ·
ἀπ' τὰ εἴδωλά τους δὲ θὰ μείνῃ ρέπι.
Κι' ἂν ἀλλουνῶν τῆς Τέχνης τὸ παράσημο
δόσῃ ὁ Λαός, μὰ ὡς ρήγα θὰ φιλέψῃ
τὸ Μαρκορᾶ, λογιάζω, τὸ Γεράσιμο,
ποὺ δὲ γεράζει. Ἡ ποίηση ἂς βασιλέψῃ!
Μὲ γενικὲς ἀπόλυτες καὶ ἰσόκωλα
ἀντὶς νὰ πάμε ὀμπρός, πᾶμε πισόκωλα.

Επάνω


Μούχρωμα

Φυσάει τ΄ αεράκι μ΄ ανάλαφρη φόρα
και τες τριανταφυλλιές αργά σαλέβει·
στες καρδιές και στην πλάση βασιλέβει
Ρόδινο σούρουπο, ώρα μυροφόρα,

Χρυσή θυμητικών ονείρων ώρα
που η ψυχή τη γαλήνη προμαντέβει,
την αιώνια γαλήνη, και αγναντέβει
σα για στερνή φορά κάθε της γνώρα

αξέχαστη· ξανθές κρινοτραχήλες
αγάπες, γαλανά βασιλεμένα
μάτια ογρά και φιλιά και ανατριχίλες

και δάκρυα· πλάνα δώρα ζηλεμένα
της ζήσης που αχνοσβυέται και τελειώνει
σαν το θαμπό γιουλί που ολοένα λυώνει.-

Επάνω


Χαραυγή

Ἀχνά, σὰν τὸ ροδόβαμμα μιᾶς πρώτης
ἀνήξερης ἀγάπης, ξημερόνει·
τὴν ἀπάρθενη θάλασσα φουσκώνει
σὰ γλυκοανασμὸς πάναγνης νιότης,
καὶ σὰν ἄνθια κυλάει τὸν κάτασπρό της
ἀνάλαφρον ἀφρό, καὶ ἡ γῆς ἀσκόνει
τὴ λευκὴ καταχνιὰ καὶ φανερόνει
τὴν ὀμορφάδα τῆς αἰωνιότης
ἄγγιχτη, ἀφίλητη, ἀθώρητη. Μένει
σαστισμένη ἡ ψυχὴ στὴ δροσεράδα
τοῦ ἀγέρος ποὺ ὅσο πάει καὶ ἀσπρογαλιάζει·
τὸ πάθος ξεστοχάει καὶ ἀναγαλλιάζει,
σὰν ὁ ἄγριος κρίνος ποὺ ξανοίγει ἀράδα,
στὴν ἄπειρη ὡραιότη ἐρωτεμένη.

Επάνω


Ελιά 

Στην κουφάλα σου εφώλιασε μελίσσι,
γέρικη ελιά, που γέρνεις με τη λίγη
πρασινάδα που ακόμα σε τυλίγει
σα νάθελε να σε νεκροστολίσει.

Και το κάθε πουλάκι στο μεθύσι
της αγάπης πιπίζοντας ανοίγει
στο κλαρί σου ερωτάρικο κυνήγι,
στο κλαρί σου που δε θα ξανανθίσει.

Ώ πόσο στη θανή θα σε γλυκάνουν,
με τη μαγευτική βοή που κάνουν,
ολοζώντανης νιότης ομορφάδες

που σα θύμησες μέσα σου πληθαίνουν '
ώ να μπορούσαν έτσι να πεθαίνουν
και άλλες ψυχές της ψυχής σου αδερφάδες.




Επάνω


Υπεράνθρωπος

Του μυστήριου ανασήκωσε την πέτρα
και μη σκιαχτείς το δάγκωμα του αστρίτα.
Το τι ΄ναι η αλήθεια αδιάκοπα αναζήτα
και ιδές αν είναι, ως λεν, ψυχοπονέτρα.

Μία μία τες σαγιτιές του πόνου μέτρα
και άγρυπνος τες πληγές που ανοίγουν κοίτα
μηνύτρα φτάνει η καθεμιά σαγίτα
απ΄ της άσπλαχνης Μοίρας τη φαρέτρα.

Και α βρεις που ο Πόνος είναι η μόνη Αλήθεια,
τότες απ΄ τ΄ αντριωμένα σου τα στήθια
την ταπεινότη γδύσου της ορφάνιας.

Στης Ομορφιάς, στης Δύναμης τη γλύκα,
με αλαλητό χαράς και περηφάνειας
γίνε Θεός σου και τη Μοίρα νίκα.

Επάνω


Εις Εύνομον

Σὺ ποὺ στὰ γερατειά σου θέσες διακονεύεις
ποὺ δὲ σοῦ πρέπουν καὶ ἀθεόφοβα μιγαίνεις
τῶν ἱερῶν μας νεκρῶν τὴ μνήμη γιὰ νὰ γένῃς
παιδαγωγὸς τῶν ὑποτρόφων τὴς Γενεύης,
κάλλιο σὲ κάπιο σπετσεριὸ ποὺ συγγενεύεις
σὲ συμβουλεύω πλερωμένος νὰ πηγαίνῃς
καὶ χολοσκάνοντας ὣς τέλεια νὰ ξεγένῃς.
Φαρμάκια γιὰ ποντίκι' αὐτοῦ νὰ μαγγανεύῃς.
Γιατί ὅσο κι' ἂν μαγαρίστη τ' ἅγιο χρῆμα
τῆς μακαρίτισσας δωρήτρας Κερκυραίας,
νὰ ξοδευτῇ γιὰ ἐσὲ θἆταν περσὸ τὸ κρίμα·
εἰς τὸν ἐλεύτερον ἀέρα τῆς ὡραίας
λίμνης (ἄκου σ' τὰ λέω μὲ τὴν πιὸ πλούσια ρίμα)
ὣς ποῦ νὰ πάῃ βρωμᾷ τὸ πουλημένο κρέας.

Τὰ ψάλλω ἑμὸς ξεμωραμένου δικολάβου,
ποὺ ἀρνιέται τὸ ρυθμὸ τοῦ δεκατρισυλλάβου.

Επάνω


Επιγράμματα

Η ΡΟΛΙΝΑ 


Ἀπὸ τ' Ἀλεῦκι
ὣς τὸ Κασσῶπι
μονάτο ζεῦκι
καὶ χαροκόπι,
ἀπ' τὸ Σιδάρη
στὸν Ἀρκουδίλα
ἕνα σουδάρι
ἀπὸ σαπίλα.

Η ΚΕΡΚΥΡΑ ΣΤΟ ΣΟΛΩΜΟ 


Ἐδῶ ποὺ ἐντύθη ὁ Ὕμνος σου τοῦ μάγου
σκοποῦ τὴ γαλανόλευκη ἁρμονία,
κρίνοι τῆς γῆς, ζαφείρια τοῦ πελάγου
γιὰ σὲ χιλιάζουν λάμψη κ' εὐωδία,
κι' ἀπ' τὴ στερνὴ πνοή σου ἐμψυχωμένα
ὅλα ἀηδονολαλοῦν ὕμνο σ' ἐσένα.

ΠΕΣ 


Τὸ δύστυχο τὸ δίστιχο πὲς ποὖναι δαχτυλίδι
μὲ διπλοδιαμαντόπετρα τὴ ρίμα γιὰ στολίδι.

ΤΟ ΦΛΟΓΕΡΟ ΚΑΜΙΝΙ 


Ἀπὸ τὲς τόσες χάρες της καὶ ἀπὸ τὰ τόσα μάγια
δὲν ἄφησέ μας ἡ Ἀθηνᾶ παρὰ τὴν κουκουβάγια.

ΣΕ ΚΑΘΑΡΕΥΟΥΣΙΑΝΟ 


Κι' ἂς εἶσαι ἀπὸ τοὺς πάτριους, δὲν εἶσαι πατριώτης·
βρίζεις τὴ γλῶσσα τοῦ λαοῦ κ' εἶσ' ἕνας Μιστριώτης.

ΡΟΛΙΝΑ 


Γιὰ σὲνα ἀλήθεια ἐλύσσιαξαν τσ' ἰντούστριας καβαλλιέρηδες,
παλιοὶ μπασταρδοκόντηδες καὶ νιόπλουτοι σπιτσιέρηδες.

Σ' ὅλον τὸν κόσμο ἡ ἀγάπη σου νὰ δίνῃ
τὴν εὐτυχιά, καὶ στὴν καρδιά σου – Εἰρήνη.

ΣΤΟΝ ΚΑΝΤ 


Ζῇς Τιθωνὸς ἀγέραστος κι' ὅπου φανῇς ροδίζει
μιὰ Χαραυγὴ ποὺ τὲς ψυχὲς καὶ τ' Ἄπειρο φωτίζει.

ΣΤΟΝ ΙΔΙΟΝ 


Ἀπάνωθέ σου ἐχαίροσουν τὸν ἀστρωμένο αἰθέρα
καὶ μὲς τὰ φύλλα τῆς καρδιᾶς τὸν ἠθικὸ τὸ νόμο:
Κεῖνος φανὸ σὲ δέχτηκε στὸν ἄπειρό του δρόμο,
σ' ἔκαμε τοῦτος γιὰ τ' ἐμᾶς παντοτεινὸ πατέρα.

ΣΤΟ ΓΑΜΟ 


Γεμάτο εὐκὲς γιὰ τὴ χαρὰ τῆς σημερινῆς ἡμέρας
σᾶς στέρνω τὸ περίφημο τῆς «Ἀμαλθείας κέρας».
Νἄχετε καλορίζικα παιδάκια, ὑγεία καὶ πλοῦτο,
κι' ἄλλο νὰ μὴ γνωρίζετε κέρατο παρὰ τοῦτο.

ΣΤΟΝ ΨΥΧΑΡΗ 


Γειά σου, χαρά σου, καλέ, ποὖν' ἴδια ἡ ζωή σου μι' ἀγάπη
παντοτεινὴ σὲ ψηλῆς ὥριας κορφῆς μοναξιά.

Επάνω


Έρμονες

Ὀνειρεμένα, λυγερὴ μυρίκη,
τὴν ὡραία ἀντιφεγγίδα σου στοιχειόνει
ἡ ἀκύμαντη ἅρμη, ὡς μὲ κάτασπρα χιόνι
λουλούδια κλεῖς μαύρης σπηλιᾶς τὴ φρίκη.
Σμίγεις πνοὲς μὲ τὸ ἀφροδίσιο φύκι
καὶ ὁ ξέχυτος βράχος ποὺ ἐσὲ κουπόνει
χρυσόνεται ὅλος ὅταν σουρουπόνει
χωρὶς ἀχτίδα ἡλιοῦ σ' ἐσὲ ν' ἀφήκῃ.
Ἔχ' ἡ γῆ γλύκες ποὺ ἄλλη δὲν αἰστάνθη
ψυχὴ παρὰ ἡ φιλέρημη, ἡ ἀνυφάντρα
τῶν ὑπέργειων ὀνείρων, καὶ μὲς τ' ἄνθη
τοῦ ἴσκιου, στὸ ἔμπα ἀπὸ τ' ἀπόκρυφ' ἄντρα
τὸ μυστήριο ἁπαλὰ τὴν ἀγκαλιάζει·
γένετ' ἕνα μ' αὐτὸ καὶ ἀναγαλλιάζει.

Επάνω


Μαλλιαρός

Μάλαμα ἐφέγγαν τὰ μαλλιά σου πλήθια,
ὧ Ἀπόλλωνα, σὰν ἔψαλλαν οἱ Μοῦσες
γύρω σου καὶ γυμνὲς σὰν τὴν Ἀλήθεια
οἱ Χάριτες χορεύανε μαλλοῦσες.
Καί, Ὅμηρε, ἐσὺ τὰ μαλλιαρὰ τὰ στήθια
τῶν παλαιῶν παλληκαριῶν ὑμνοῦσες
ποὺ μέσα στὰ χρυσά σου παραμύθια
φιλοῦσαν καὶ θεὲς γλυκογελοῦσες.
Στοῦ πόθου ἢ στῆς μαλιᾶς τὸ πάλεμα, ὅσα
δόξα ἐρωτιᾶς χαρίζουν ἢ θανάτου:
Πλειὸ λαμπρὰ ὀνειροϋφαίνει κι' ἄλλα τόσα
ὁ Μαλλιαρός – πού, ἂν πέσαν τὰ μαλλιά του,
μὰ ἀπ' τὸ τραγοῦδι, ἐμάλλιασέ του ἡ γλώσσα
κι' ἀπ' τὴν ἀγάπη ἐμάλλιασε ἡ καρδιά του.

Επάνω


Σωκράκι

Γλύκας ἀνεγδιήγητης ἀνάβρα
χύνει τὸ νεραϊδένιο σου τὸ διῶμα·
μὰ ἐκεῖ ψηλὰ διπλὸ κάθε σου χρῶμα,
τρίδιπλη κάθε χάρη σου ξαναῦρα.
Φαντάζανε, στὰ χιόνια, σὰν πιὸ μαῦρα
τὰ δυὸ μεγάλα μάτια σου κι' ἀκόμα
πιὸ φλογερὸ τὸ κοραλλένιο στόμα,
πιὸ καυτερὴ τοῦ ζυγωμοῦ σου ἡ λάβρα.
Ξένης παράξενο ἄνοιξης ἀγιοῦλι,
ζαλιστικὸ τριόντισμα στὴν ἔρμη
κατάκρυα πλάση γύρω σου σκορποῦσες,
ποὺ μέσα μας ἐπέρνα ὢς τὸ μεδοῦλι·
μὲ ξέφρενης, ὠϊμέ, λαχτάρας θέρμη
τὴν καρδιά μας κολάζοντας μεθοῦσες.

Επάνω


Εγκοίμηση

Άρρωστε, ιδές, λαμπρά σβύνεται η μέρα,
τριανταφυλλί προμήνυμα του Χάρου·
τέτοια ομορφάδα στα γεμάτα χάρου
που τύχη σού χαρίζει ανοιχτοχέρα

και στο ναό που άσπρος φαντάζει πέρα –
σα νάγιναν κολώνες του μαρμάρου
οι αρμονίες ενός ύμνου του Πινδάρου
πήζοντας ξάφνου μες τον άγιο αγέρα –

έμπα, κοίμου κι ο ύπνος θα σε γιάνει·
θα ονειρευτείς την ομορφιά την ίδια
που με τ΄ αρχαίο τραγούδι θα γλυκάνει

της καρδιάς σου τα θλίβερα ξεσκλίδια·
«Τον αγαπά ο Θεός πεθνήσκει νέος·
μην ξυπνάς. Είμαι ο Θάνατος ο ωραίος.»

Επάνω


Παλαιοκαστρίτσα

Σαν πεθάνω εδώ θάρθω με τα μύρια
φαντάσματα άυπνα μέσα σε άυλα γνέφια,
ή σε ασημοβολής μαϊκά σεντέφια
τ΄ άγια της νύχτας να χαρώ μυστήρια·

να ιδώ των ξωτικών τα πανηγύρια,
των τελωνιών τα θεότρελλα κέφια.
Του Νεραϊδοχορού να ακούσω ντέφια
και Σέρηνων τραγούδια ή και μαρτύρια.

Και άμα στα αστέρινά τους χρυσαμάξια
οι αγγέλοι φύγουν και ο Ήλιος φέξει πίσω,
ύμνο στην τετραγάλανη μονάξια

πουλί τ΄ άγριου γιαλού θα κελαηδίσω·
τεχνίτρα η πικροθάλασσα παράξια
της λαλησιάς μου θα βαστάει το ίσο.

Επάνω


Κολλίνα

Τὴν κορφή τῆς ραχούλας σου
ζώνουν την κυπαρίσσια
μαύρα κοιμητηρήσια,
τῆς ζωῆς, ὦ βασίλισσα·

μὰ στὴν πλάση ὁλοτρόγυρα
κάθε ὀμορφιὰ καὶ χάρη
«Χαῖρε» σ' ἕνα τροπάρι
σιγοψάλλει Σου, ἀκοίμητο,

σὰν Ἐσὺ νὰ περέχυνες
ὅλον τὸν κόσμο γύρω
χρῶμα, ὡραιότη, μῦρο
καὶ ἀναιώνια θαράπαψη.

Επάνω


Ομορφιά

Σε σταυροδρόμια αγέλαστα, όπου σκλάβοι
της δουλειάς τυραγνιούνται στο λιοβόρι,
σαν κολασμένοι, εμπόροι και μαστόροι,
κι όλους, από το χτίστη ως το μανάβη,

Διάφορου δίψα μόνη τους ανάβει –
περνάς εσύ τόμου σκολάσεις κόρη,
σαν περιστέρι, και το αγνό σου θώρι
τέλεια κάθε άλλη επιθυμιά τους παύει.

Μακριά από τ΄ ανθισμένα περιβόλια
και αφώτιστοι απ΄ της τέχνης την αχτίδα,
όμως για σε ξεχνούν κάθ΄ έγνοια δόλια

και ειρηνεμένοι σαν από άγια ελπίδα
σε καμαρώνουν μουρμουρίζοντάς σου·
«Η Παναγία, πιτσούνι μου, κοντά σου!»

Επάνω


Άνθρωπος

Σαν η ψυχή δόξας φορεί στεφάνια
και για πλούτο ή για δύναμη φουσκώνει,
ενάντιο λόγο ή νόημα δε σηκώνει·
Συχώριο δε γνωρίζει η περηφάνεια.

Μα από αψύτερη καίεται κακοφάνεια –
και υποψία προσβολής της φαρμακώνει –
καρδιά που αδικοσέρνεται στη σκόνη
και πικροπαραδέρνει στην ορφάνια.

Και τούτη συμπαθάει· τι, όσο τη σφάζει
πλιο αλύπητα ο καημός, τόσο κάθ΄ άλλη
έγνοια εγδικήτρα μέσα της λουφάζει

και χωνεύει σα σπίθα στην αθάλη :
Μόνη η Αγάπη, άγια λάμπα, από τη στάχτη
ξεσπά αγνάντια στην όχτρητα και στ΄ άχτι.

Επάνω


Ανάξιο Α΄

Στο φως σου σταματώντας, μια γαλήνη
θα ξαναβρούνε οι λογισμοί μου οι πλάνοι,
και της απελπισιάς τ΄ άυπνο καπλάνι
για λίγο τ΄ άγριο νύχι θ΄ απαλύνει.

Μα ο καημός της πατρίδας δε μ΄ αφήνει·
αλλοιώς ήθε σου πλέξω ένα στεφάνι
που άλλο όμοιο σαν κι αυτό να μην εφάνη·
τόσο ήθελε η θωριά σου τ΄ ομορφήνει.

Του νησιού μου τες μύριες ομορφάδες
σαν κι εμένα κανένας δεν εχάρη,
που όλο περνάω πλαγιές, γιαλούς, κορφάδες,

μα σ΄ εσέ σταματώ· γιατί έχει χάρη
κάλλιο παρ΄ άλλη γης η Κέρκυρά μου,
μα μες στην Κέρκυρά μου εσύ, κυρά μου.-

Επάνω


Ανάξιο Β΄

Πόσες φορές με την ψυχή μου σ΄ είδα
ν΄ ακουμπάς σε μια μαρμαροκολώνα
του φεγγαροβρεμένου Παρθενώνα
σα σε κρίνο απαλό μάγου άστρου αχτίδα.

Και τώρα απ΄ τη μεγάλη Πυραμίδα
ανάερα πλες με αθανασίας κορώνα,
σα να εζούσες ισόθεη στον αιώνα
των ωραίων και υψηλών αντιφεγγίδα.

Σα θα ξανάμαι αγνάντια σου, και ομπρός μου
θα λάμπουν τα δυο μάτια σου, θα λέω
πως βλέπω όλα τα θάματα του κόσμου,

πως αγκαλιάζω ό,τι υψηλό και ωραίο,
και ξεψυχώντας στο φως της ειδής σου
τη γλύκα θ΄ αγρικώ του παραδείσου.-

Επάνω


Φάληρο

Εἶχε ὅλα της τὰ μάγια ἡ νύχτα· μόνη
ἐσὺ ἔλειπες. Ἀργὰ κινάω νὰ φύγω,
μὰ ξάφνου στὴ μπασιὰ τοῦ μπὰρ ξανοίγω
αὐτοκίνητο νὰ γοργοζυγώνει.

M᾿ ἐλπίδα σταματάω. Νά το, πλακώνει.
Παραμερίζουν οἱ ἄλλοι. Ἄσειστος μπήγω
τὴ ματιά μου στὰ μάτια σου. Ἄλλο λίγο
ἀκόμα, καὶ ὁ σωφέρ σου μὲ σκοτώνει.

Ἀρχοντοπούλα μ᾿ ἄφταστα πρωτάτα,
μὲ τῶν Ἑφτὰ νησιῶν τὲς χίλιες χάρες,
τετράξανθη ὀμορφιὰ γαλανομάτα,

τοῦ θανάτου δὲ μ᾿ ἔπιασαν τρομάρες -
γλυκύτατες μ᾿ ἐλυώσανε λαχτάρες
νὰ συντριφτῶ κάτω ἀπὸ ἐσὲ στὴ στράτα.

Επάνω


Του κάκου

Σοῦ ἀρέσαν τὰ σονέττα μου καὶ ἀγάλι
ἀγάλι ἐψυχοπόνεσες κ' ἐμένα,
κ' ἐχάρισές μου, ὀμορφομάτα μου, μ' ἕνα
φίλημα τὴν καρδιά σου τὴ μεγάλη.
Ποιὸς ἐρράγισε τ' ἄλικο ἀνθογυάλι,
καὶ ἀντὶς αἷμα νερὰ θωρῶ χυμένα,
καὶ τ' ἄνθια τῆς ἀγάπης μαραμένα;
Εἶχε ὁ γιαλὸς τῆς γλύκας γυρογιάλι;
Μισοκρύβεται ἕν' ἄχαρο βιβλίο
σκονισμένο, παλιὸ στὸ ὕστερο ράφι·
τὸ ἐδιάβασες μιὰ μέρα σ' ἕνα πλοῖο
καὶ δὲν καλοθυμᾶσαι οὔτε τί γράφει·
μὰ μιὰ στάλα ζωῆς πιωμένη σὤχει
κι' ἀκόμα δὲν τὸ παραρρίχνεις, ὄχι.

Επάνω


Unfertiges und Schlechtes

Κ' ἐγὼ τὴν ἐκαμάρονα τὴ χαμηλοβλεποῦσα
μ' ὅλην τὴ φλόγα τῆς καρδιᾶς γιατὶ τῆν ἀγαποῦσα.

Ἀπὸ μιὰν ὀμορφιὰ σκαλόνει σ' ἄλλη,
σὰν ἀπὸ ἀνθὸ σ' ἀνθὸ ξανθὸ μελίσσι,
ἡ ψυχή μου, νέα γλύκα νὰ μελίσῃ
κ' ὕμνους ἐρωτικοὺς ν' αἠδονοψάλῃ.

Κλεῖ ἡ ψυχή μου σὰν ἄνθι σὲ κατάκρυα
νύχτα τὴ συμφορὰ ποὺ τὴν πλακόνει·
ἡ πικρία τὴν καρδιά μου φαρμακόνει.
Μὰ τῶν ματιῶν μου ἐστέρφεψαν τὰ δάκρυα.

Γιὰ σὲ θὰ πλέξω τραγουδάκια χίλια
μὲ τὰ παλιά κι' ἀγαπημένα λόγια,
π' ἄκουσα ἀπ' τὼν πεντάμορφων τὰ χείλια
στὲς βρύσες τοῦ χωριοῦ καὶ στὰ χαμώγια.

Σὲ ξανάειδα στὴ βάρκα μὲ φεγγάρι
κοιμάμενη· ἐκάζονταν ὄνειρά σου
τὰ πάντα ὅλα ψηλὰ καὶ ὁλόγυρά σου,
καὶ ἡ ψυχή μου τὰ ἐρρούφαε σὰ σφογγάρι.
Κι' ὅλα, τὸ οὐρανικὸ μαργαριτάρι,
τὰ μαῦρα (ὢ νύχτα) μακρυὰ σγουρά σου,
ἡ θάλασσα (ὢ χυτὸ κορμί, χαρά σου!)
μένουν παντοτεινό μου θυμητάρι.

Βογγᾷ ἡ κρασάτη θάλασσα μὲ ἀπάνου
μιὰ σπιθαμὴ τ' ὁλόχρυσο φεγγάρι.

Ἡ γῆς ξεκουκουλόνεται ἀπ' τῆς κρύας
κατάχνιας τὴ χιονάτη καμουλίκα
κι' ὡς ξόρκι ἀγάπης ἀνεβαίνει ἡ γλύκα
τῆς ἁπαλόχρωμής της θεωρίας.

Ἤθελα νὰ σοῦ πλέξω ἕνα στεφάνι
ποὺ ἄλλο ὅμοιο σὰν κι' αὐτὸ νὰ μὴν ἐφάνη,
ποὺ νὰ τριοντίζῃ κάθε του λουλοῦδι
καὶ νἆναι κάθε χρῶμα του ἕνας ἦχος
καὶ κάθε του πετάλι κ' ἕνας στίχος.

Νοήματα ψηλά, στίχοι σφαρμένοι!
Τέτοιο παίνεμά σοῦ 'παν οἱ φωστῆρες
τῆς ἐποχῆς σου, δάσκαλοι μὲ στεῖρες
τὲς φαντασίες, μὲ τὴν καρδιὰ παρμένη,
γαϊδουράφτηδες...

Γενιοκρατιέσαι ὁλόϊσ' ἀπὸ τὸν Ἶρο.

Επάνω


Στη Δημοτική

Είσ΄ έμορφη, σεμνή χωριατοπούλα
και στον ανθό της νιότης λουλουδίζεις,
δροσερή και γελούμενη ροδίζεις
όπως στον ουρανό ροδίζ΄ η αυγούλα.

Καθώς μες το τριαντάφυλλο η δροσούλα
όμοια λάμπει το δάκρυ σου αν δακρύζεις.
Σα νύφη στο χορό γλυκογυρίζεις,
και καμαρώνεις σαν βασιλοπούλα.

Όλοι αντάμ΄ ας φιλούν οι άλλοι μία
γριά φτιασιδωμένη, άσχημη, κρύα,
που κλαίει τα μαραμένα της τα νιάτα.

Εγώ σέν΄ αγαπώ, σέν΄ αγκαλιάζω.
Αν τη φωνή σου ακούσω αναγαλλιάζω,
λυώνομαι στα φιλιά σου τα δροσάτα.

Επάνω


Εις τη Μίννα

Τί μὲ γνοιάζει πῶς εἶναι κελνερίνα
ἂν μ' ὅλη τὴν καρδιά της μ' ἀγαπάει,
ἂν τὰ στήθη της ἄσπρα εἶναι σὰν κρίνα,
ἂν σὰν τὰ Χερουβὶμ χαμογελάει;
Σὰν ὁ τυφλὸς ποὺ ξάφν' οὐράνι' ἀχτίνα
τὸ μαῦρο σκότος γύρω του σκορπάει,
ὅμοια κ' ἐγὼ θαμπόνομαι ἀπὸ κεῖνα
τὰ δυό της μαῦρα μάτια ἂν μέ τυράῃ.
Ἄμε χάσου ξερὴ Φιλολογία,
γριὰ φτιασιδωμένη, ἄσχημη, κρύα,
ποὺ ὣς τώρα τὸ μυαλό μου ἔχεις τυφλώσῃ.
Τὴν Ἐμορφιὰ τὴν κλασικὴ σπουδάζω
ὅταν γλυκὰ τὴ Μίννα μου ἀγκαλιάζω,
ὅταν ἡ Μίννα ἕνα φιλὶ μοῦ δώσῃ.

Επάνω


Δεκατετράστιχον

Ὅταν φθάν' ἡ στιγμή, 'ποὺ κοπιασμένος
ὁ ἥλιος ἀρχίζει νὰ νυστάζῃ
καὶ τὴν σβυσμένην ὄψι του σκεπάζει,
εἰς πορφύρινη χλαῖνα τυλιγμένος,
τότε στρέφω τὸ βῆμα διψασμένος
εἰς τοῦ Mühlberger τὴν πηγή, ὅπου στάζει
ἕν ἐξαίσιο ποτὸ 'ποὺ ἐκείνου μοιάζει
ποὺ εὐφραίνει τῶν θεῶν τ' Ὀλύμπιο γένος.
Ἐκεῖ περνῶ ταῖς ὥραις λησμονῶντας
καὶ πατρίδα καὶ φίλους. Ἕνα μόνο
πρόσωπ' ὁλόγυρά μου φτερουγίζει
στὰ νυσταγμένα μάτια μου κυττῶντας
μὲ βλέμμ' ἀγάπης, ὁποὺ ἐκράζει πόνο -
μὲ μάτι μάνας ποὺ πικρά δακρύζει.

Επάνω


Παρθένα, πώχασες τη μάννα σου

Παρθένα, πὤχασες τὴ μάννα σου, ἀπομένεις
τώρα στὴν ἄγρια καὶ σκληρὴ τοῦ κόσμου μάχη,
μὲ δίχως μιὰ ψυχὴ νὰ σ' ἀγαπᾷ μονάχη,
καὶ τὴν ἀγλύκαντή σου νειότη ἔτσι μαραίνεις.
Μὲ δάκρυα ἐνῷ τὸν δρόμο τῆς ζωῆς διαβαίνεις,
μὴ σοῦ βαραίνῃ τὴν καρδιὰν ἂν ἴσως λάχῃ
πάλι ν' ἀκούσῃς τὴ φωνή μου. Αὐτὴ δὲ θἄχῃ
γιὰ σένα παρὰ λόγια ἀγάπης νεκρωμένης.
Ἀπ' τὴ μεγάλη ἐρμιὰν ὁποὺ σὲ ζώνει τήρα
μὲς στὰ βάθη τοῦ ἑαυτοῦ σου καὶ ξαναθυμήσου
πὼς ἦσουν εὐτυχὴς πρὶν γένῃ ὁ χωρισμός μας.
Θὰ παρηγορηθῇς ἀφοῦ κλείσῃς τὴν θύρα
εἰς τὸ παρὸν καὶ βυθισθῇς μὲ τὴν ψυχή σου
εἰς ταῖς χρυσαῖς στιγμαῖς τοῦ πρόσκαιρου ἔρωτός μας.

Επάνω


Με πανιά

Φύσ' ἀγεράκι δροσερό, φύσα μονάχο
σὺ κατὰ τὴ στεριὰ νὰ σ' ἔχω πάντα πρύμα·
κι' ἂ 'ς τὸ δρόμο μου ξέρες ἢ ῥουφῆχτρες λάχω,
ὅ,τι κι' ἂν τύχῃ φύσα, ἐσὺ δὲ θἄχῃς κρίμα.
Ἐκεῖ 'ς τὴν ἔρμη ἀκρογιαλιὰ ποὺ σκᾷ 'ς τὸ βράχο
παντοτινὰ βογγῶντας τ' ἀγριεμμένο κῦμα
ἐκεῖ 'ς ἕν' ἄσπρο ἀσκητάριο θἄθελα νἄχω
τῆς ἀποδέλοιπης πικρῆς ζωῆς μου μνῆμα.
Ἄχ! ἀσημένια μου ἀντηλιὰ μὲς τὴν ἀφράτη
ἀνατριχίλα τοῦ πελάου, μονάχη ἐσένα
στερνή μου θἆχα συντροφιὰ πάντα γελάτη!
Κι' ὅτα χαρούμενος ὁ γλάρος μ' ἁπλωμένα
φτερὰ θὰ ἐχουμαε κατά σέ, τότ' ἴσως κἄτι
σὰ λαχτάρα εὐτυχιᾶς θἀρχότουν καὶ 'ς ἐμένα.

Επάνω


Στο θάνατο του Σπυρίδωνος Μαρκορά

Θανάτου στοχασμός, ἀνήμερο γεράκι,
ἐσκόρπισε μὲ μιᾶς τὰ ὁλόχαρα ἐρωτούδια,
ποὺ στολισμένα μὲ χιλιόχρωμα λουλούδια
μοῦ λέγαν τὸ καθέν' ἀπ' ἕνα τραγουδάκι.
Καὶ μυρολόγια τοῦ καϋμοῦ, μαῦρο φαρμάκι,
ἀκούονται ἀντὶς ἀπὸ χαρᾶς γλυκὰ τραγούδια·
στίχοι ποὺ σὰ χρυσᾶ πετοῦσαν ψυχαρούδια
μελανοὶ τώρα, μελανοὶ 'ναι σὰν κοράκοι.
Μὰ ξάφνου ἄσπρο κατάσπρο τάφο βλέπ' ὀμπρός μου,
κ' ἕνα στεφάνι ἡ λευκοφόρα Καλωσύνη
ἀπάνου του κρατεῖ θαμπόνοντας τὸ φῶς μου·
καὶ γύρω της μοσκοβολοῦν ἄχραντοι κρίνοι
μὲ ἀτάραχη ὀμορφιά, μὲ μάγεμα ἄλλου κόσμου,
σὰν πράξες ἀγαθὲς ποὺ ἡ λάμψη τους δὲ σβύνει.

Επάνω


Σ' εγνώρισα, καλέ

Σ' ἐγνώρισα, καλέ, κ' ἐθαύμασα κλεισμένα
τοῦ πνεύματος καὶ τῆς καρδιᾶς εἰς τὴν ψυχή σου
ν' ἀνθοῦν τὰ δῶρα, ὥστε ἀπὸ σὲ τῆς παραδείσου
αὖρα ζωογονεῖ καὶ στήθη νεκρωμένα.
Δὲν εἶδα ἀργότερα τὸ φῶς, ὥστ' ἑνωμένα
τὰ πρῶτα χρόνια τῆς ζωῆς ἐγὼ μαζῆ σου
...................... καὶ νὰ ζῶ μὲ τὴν πνοή σου
στὰ ὕψη πὤχ' ἡ τέχνη θαύματα πλασμένα.
Δὲ φτάνει ἐκεῖ κανεὶς ἂν δὲν τοῦ δώσῃ ἡ μοῖρα
ὁμόψυχον θνητὸν τὸ θάρρος του ν' αὐξήσῃ·
ἀλλ' ἂν σ' ἐμὲ τοῦ ἰδανικοῦ κλειστή 'ναι ἡ θύρα,
θἄρθῃ ἀκτῖνα χρυσῆ τὸ σκότος νὰ διαλύσῃ
ἂν στὴν ἐνέργεια τοῦ καλοῦ δὲ μείνῃ στείρα
ἡ γενεά σου κι' ὁδηγὸν ἐσὲ γνωρίσῃ.

Επάνω


Sonett

Für Liebe schwärmend, Vaterland und Wissen
Kam ich in's deutsche Land mit frohen Sinnen;
Des Glückes Loos durch Ringen zu gewinnen,
Fühlt' ich vom innern Drang mich hingerissen.
Des Kummers gift'ger Zahn hat oft gebissen
Mein Hery, und manche Stund'sah ich verrinnen
Geplagt von der Verzweiflung; manch Beginnen
Misslang mir, dess nach Kraft ich mich beflissen.
Und doch hab' ich 's erreicht, das Glück auf Erden,
Für Freiheit, Ehr' und Treu hab' ich gerungen,
Für mein Panier den Schläger oft geschwungen.
Und was aus mir hienieden auch mag werden,
Des Glückes Wonne hat mich stets umflossen,
Ich hab' das Leben, hab' die Lieb' genossen.

Επάνω


An Hugo

Nicht Zorn hielt meinen Mund so lang verschlossen;
Die Trauer war es um die schönen Stunden,
Da ich von deiner Freundschaft Licht umflossen,
Wehmütig sanftes, reines Glück empfunden.
Nicht Schlaf! Hätt'ich die Augen nur geschlossen
Zu ew'gem Schlummer, als du mir entschwunden!
Ich hätte dann in ew'gem Traum genossen
Ein selig Dasein, treu mit dir verbunden.
Ich war auch nicht gestorben, Hugo; leider!
Die Todessense mäht die golden Ähren
Nieder, doch unnütz' Kraut wächst ruhig weiter.
Die edlen Kaiser sterben hin die hehren;
Ich lebe. Umgekehrt wär' viel gescheidter:
Du würdest solchen Reim dann nicht mehr hören!!

Επάνω


Γερμανικό απόσπασμα 

ΜDie Stunde naht, wir müssen scheiden. Bange
Das Herz mir bebt; ich schau' dich an wie trunken;
Dein lockig Haupt umfass' ich lange lange
Im Zauber deines blauen Blicks versunken.

Επάνω