Τέλλος Άγρας



Δείγματα γραφής 



Υπερέτρα

Ένα πουλί 

Μονοτονία 
'Ηταν Μες Στον Κόσμο...
Στράτεμμα Ελληνικό
Οι νέοι, ο λόχος ο ιερός...
Κάτω από τα δέντρα
Ο σιδεράς
Πλειάδες
Το παιδί στο σχολείο
Αμυγδαλιές
Πρώτη μέρα στο σχολείο
Χριστούγεννα 1
Χριστούγεννα 2
Αμαξάκι στη βροχή
Φεγγαράκι
Λουλούδια κατά γής
Καθημερινές
Τριαντάφυλλα μιανής μέρας
Της ζωής τα ρόδα
Fragmetum
Παν
Χινοπωρινό σχεδίασμα
Σπιτικό περιβόλι
Ποίημα ερωτικό
Πανσέδες
Ορφικό
Μιλεί η ψυχή μιανής μικρής φυσαρμόνικας
Μαλλιά χαδιάρικα...
Απογεμματινή
Αναυλα έφυγαν...
Είδα χθες βράδυ στ' όνειρό μου
Σκοπός χαμένος
Αργά, στο σπίτι...
Αμουσία
Μικρές αγωνίες
Το ξανθό παιδί
H άνοιξη, περαστικιά...
Χελιδονοφωλιές
Κάτω απ’ το χιόνι
Αφώλιαστο πουλί
Κούκος
Άσφαλτο προμάντεμα
Το πικρό μάλωμα
Νυκτερινό
Oι μεγάλες λύπες (πεζό)
Στοχασμοί για τη ζωή και την τέχνη
Το περιθώριο
Άκου, το κέρας θλίβεται (Μετάφραση - Paul Verlaine)




Υπερέτρα


Σφιχτή είν' η πόλκα που φορείς,

κι' αγάπη μου, πιά δε χωρείς

η φούστα σου κονταίνει,

θαρρείς και σου είναι ξένη.


Και σαν ποιό νόημα τα βαστά

τα μάτια σου μισόκλειστα,

ποιάν άχνα που περνάει

στο πρωινό του Μάη ;


Μεγάλωσες, αψήλωσες.

- φυλάξου απ' τις κακογλωσσιές ! -

κι' αβασκαμός σε τρώει

που ρίχνεις πρώτο μπόι.


Όταν τα σπίτια ως τα μισά

βάνουν τον ήλιο φορεσιά,

και τόνα φέγγει απ' τ' άλλο,

λαλιά δε θα σου βγάλω.


Με τη λιακάδα την καλή,

που άσπρο σεντόνι και μαλλί

κρεμάς απ' το πρεβάζι,

σωπαίνω - μη σε γνοιάζη !


Μα απ' το φεγγάρι το χλωμό,

εδώ, δεν έχει αβασκαμό.

Στάσου κοντά μου λίγο :

μη βιάζεσαι, θα φύγω.


Εδώ ένα μάτι δε μπορεί

το σμίξιμο μας να χαρή

ναρίς κοιμάτ' η Αθήνα,

τ' αμάξι κ' η σειρήνα.


Στον ίσκιο που έχομε διαβή,

μ' αγκάλιασες με το ζερβί

- κι' απ' το δεξί σου χέρι

κρέμεται το πανέρι,


βαρειά κρεμιέται απ' το σχοινί

η αγγαρεία σου η νυχτερινή

- κρασί μες στο μπουκάλι,

τσιγάρα, πορτοκάλι -


κ' έτσι μου δίνεις το φιλί ...

Το στόμα σου είναι πουλί,

φτωχό παιδί το δρόμου.

Σα φίδι το δικό μου.


Ένα πουλί 


Πουλί από κλώνο μισερό
πιάστηκε το `να σου φτερό
με τ’ άλλο σου σπαράζεις
και κρέμεσαι και κράζεις

Μα εκεί που σκάλωσες πουλί
βοήθεια ανθρώπου δεν βολεί
μήδε κι ανθρώπου χέρι
να σε γλιτώσει ξέρει

Αναίσθητα είναι τα κλαδιά
ξερά κλαδιά χωρίς καρδιά
σκοτείνιασε θ’ αρχίσει
να λιανοψιχαλίσει

Και μια που κάκου πολεμάς
μια απ’ τις φτερούγες σου κρεμάς
Θέ μου δεν το λυπάσαι
όσο ψηλά και να `σαι
ζέσταν’ αν θέλεις μόνο
τον παγωμένο κλώνο

Επάνω


Μονοτονία 


Σ’ ένα άδειο χρώμα, ένα φευγάτο μύρο που πεθαίνει,
το καλοκαίρι που αγαπούσαμε απομένει.

Στις καταχνιές μέσα, μαζί με τη θλιμμένη δύση,
το καλοκαίρι που αγαπιώμαστε έχει σβήσει.

Τάχα δεν είναι διαλεχτή κ’ η ώρα
νοτιάς το χώμα σα μουσκεύη;
και φύλλα, φύλλα πέφτουν πεθαμμένα,
στις στέρνες μέσα, φύλλα, πριν την ώρα, ένα προς ένα;

…παίζει, σαν άχνη ξέχρωμη, λίγη αντηλιά απ’ τη δύση
στο δρόμο, μέσα απ’ τ’ άτρεμα κλαριά που έχουν μαδήσει…

Φανταστικά τον άγριο σχοίνο, κάτω στο χωράφι
σαν να τον ζώνη κέρινη φλόγα πολλή, από θειάφι…

…Κάποτε, ειν’ οι καρδιές τα φύλλα που οι νοτιές ποτίζουν
και τα σκουντούν στα τρίστρατα και τα κλωθογυρίζουν…

Κάποτε είναι μια αγνώριστη ευωδιά που αναστενάζει:
η βλάστηση που σήπεται, όλη μαζί, τη βγάζει.

Κάποτε ξένος έρωτας ανώφελα προσμένει
να ζεσταθή απ’ την έρημη καρδιά μας που πεθαίνει.

Επάνω


Ηταν Μες Στον Κόσμο... 


Ήταν, μες στον κόσμο, ένα παιδί
όλο δείλια κι όλο ανορεξιά.
Τα παλιά τα σπίτια, τη σπουδή
αγαπούσε, και τη μοναξιά.

Αγαπούσε οι άλλοι ν' αγαπούν,
τα όργανα αγαπούσε, από μακριά,
και τα μάτια που θαμποκοπούν
μια κρυφή, βαθιά παρηγοριά.

Τα κατάρτια επρόσεχε πολύ,
κάθε που έπιανε, ώρες, να φυσά
και μακριά, στο τζάμι, στην αχλύ,
χόρευαν, κομμένα τα μισά.

Μες στου κόσμου την οχλαγωγή,
τι ν' απόγινε τ' ωχρό παιδί,
δίχως μοναξιά και συλλογή,
όνειρα, ταξίδια, ούτε σπουδή ;

Επάνω


Στράτεμμα Ελληνικό 


Στράτεμμα ελληνικό, που σε αψηλούς αγέρες
τις κάπνες σου ανεμίζεις και το λάβαρό σου,
που λευτεριά ανασαίνει και βροντάς φοβέρες,
άστραψε στη Σοφία - και φανερώσου !

Ανάμεσα ουρανού και γής, ζωής και θανάτου -
το Μάρμαρο που πάει τη δόξα σου να ειπή,
ανάξιος είναι ο Λόγος : σαν έρθει η σειρά του,
αστεφάνωτο μέτωπο θάχη, όλο ντροπή ...

Επάνω


Οι νέοι, ο λόχος ο ιερός... 


Οι νέοι, ο λόχος ο ιερός,
σιμά και πέρα ως πέρα !
Σωπάστε τη φλογέρα !
Είναι για σάλπιγγα ο καιρός ...

Με της γενιάς σας την οργή,
δείχτε, μακρυά και γύρα,
πως για μιάν άλλη μοίρα
είναι πλασμένη τούτη η γή !

Και συ, των είκοσι χρονώ
το αρματωμένο αγόρι,
σεμνό καθώς μια κόρη
με μάτια σαν τον ουράνο,

που με χρυσά, ξανθά μαλλιά
σε στόλισεν η φύσις,
- κ' εσύ θα τα στολίσης
με την αθάνατη αντηλιά !

Επάνω


Κάτω από τα δέντρα 


Ποιά νάναι αυτή - να τη χαρώ !
κάτω απ' τα δέντρα τα παλιά,
με το γραμμένο γλέφαρο,
με τα σεινάμενα μαλλιά,

τον ίσκιο - ίσκιο των κλαδιώ
κάτω απ' τα δέντρα τα ζεστά
που έχει τα μήλα των παιδιώ
στα μάγουλα ζωγραφιστά,

με τα μαλλιά τα χορευτά
καθώς για μένα προχωρεί
- χρυσή καμπάνα, απανωτά
που αγγέλου χέρι τη βαρεί :

Ποιά που μου δίνει ντροπαλή
το λίγνο χέρι το μαβύ
-σα να κατέβηκε πουλί
στον εγκρεμό και κελαιδεί :

-Καλώς την ! Κάθεται από κει :
Καλέ ! Μα πάντα δεν περνά,
άμα σχολνά απ' τη μουσική
(μα δεν την ξέρω :) από δω - να :

-Αχ τέτοιο απόγευμα γλυκό,
ποιός δε θα λάθευε μ' εσέ
με ΄τετοιο φως βασιλικό
που σ' έχει ντύσει στον πανσέ !

(Να σου το πω πως σε γελώ :
και πως δε μοιάζεις με καμμιά
και τούτο το χαμόγελο
το κλεφτώ απ' άλλη γνωριμιά :

Να σου το πω - ποιό τ' όφελος :
Τώρα θα φύγω - και θα πας.)
Ναί, εγώ είμ' ο φίλος σου ο καλός
που τα παιχνίδια του αγαπάς

που έρχομαι, αριά, τις Κυριακές,
που σε πεισμώνω γελώ,
που γράφεις στ' όνομα μου ευκές
με το κοντύλι το ψιλό ...

Μέσα απ' τις νότες σου περνώ
διάφανος, λες, καμμιά φορά
- να λυώσω μέσα στ' όργανο,
σα μαύρος γύρος στα νερά ...

κάποτε, στέκω σαν αχνός
στα τσίνορά σου τα σβηστά,
που ο ύπνος ο χρυσοπράσινος
δαχτυλιδένιος περπατά.

Κάποτε, στ' άγουρα πρωινά
με την εξαίσια φορεσιά,
γονατιστός στην κλειδωνιά
εγώ σε βλέπω - ως τα μισά.

Έλα ! Ουδ' απόψε, ουδέ ποτές
σε καμμιά στράτα, ουδέ σ' αυτή,
εσύ δεν ήσουν απ' αυτές
που είχαν τησ μοίρας μου γραφτή.

Να, που σ' το λέω πως σε γελώ
και πως δε μοιάζεις με καμμιά
και τούτο το χαμόγελο
το κλέφτω απ' άλλη γνωριμιά.

Αντίο, χεράκι γαλανό !
Στη χούφτα μου της χειμωνιάς
χαμοκελάδημα αχαμνό.
Εγώ είμαι - της αλησμονιάς.

Επάνω


Ο σιδεράς 


Τὰ μπράτσα του, γιὰ ἰδέστε, γυαλίζουν μελανὰ
καὶ μ’ ὃλη του τὴ φόρα τὸ σίδερο γυρνᾶ.
Τὴ νύχτα, τὴν ἡμέρα, σκυφτὸς σφυροκοπᾶ,
δίχως νὰ παίρνη ἀνάσα στ’ ἀμόνι του χτυπᾶ!
Τὰ οὐράνια δὲν τὰ ξέρει ποτέ του γαλανά·
τὴ φλόγα, τὸ σφυρί του, θωρεῖ παντοτεινά.
Τὴ νύχτα, τὴν ἡμέρα, σκυφτὸς σφυροκοπᾶ,
δίχως νὰ παίρνη ἀνάσα στ’ ἀμόνι του χτυπᾶ!
Ἔχει παιδιά, γυναίκα· γι’ αὐτοὺς τόσον καιρὸ
σιδερικὰ σκαρώνει κάθε λογῆς, σωρό.
Τὴ νύχτα, τὴν ἡμέρα, σκυφτὸς σφυροκοπᾶ,
δίχως νὰ παίρνη ἀνάσα στ’ ἀμόνι του χτυπᾶ!

Επάνω


Πλειάδες 


Κάθε φορά πιο γνώριμο τον ουρανό αντικρύζω,
          κι’ όσο βαθύτερα απ’ τον πόνο
σ’ αυτόν τον μαύρο μου αδελφό τα μάτια μου βυθίζω,
          τόσο ‘ςτ’ αστέρια του ζυγώνω !

Κι’ όταν χρωστώ μιάν ηδονή σ’ εσένα ή και ‘ςτή λύρα,
         Ξέρω πως πρέπει ν’ αμαρτήσω:
και δίνοντάς σου μια αφορμή για εκδίκησιν, ώ Μοίρα,
          το δώρο σου έτσι να ξοφλήσω !

Θάλασσες, θάλασσες ! Μακρειά αρμονία ‘ςτην Ειμαρμένη,
          κινούμενοι ουρανοί,
πως με μαγεύει η οδύνη σας, ‘ςτούς μώλους σκλαβωμένη,
          μιάν ώρα σκοτεινή,

να βρέχει ως πέρα τις ακτές με το παράπονό της·
          κ’ η κάπνα η εσπερινή,
κι’ ακόμα ο αφρός ο αιχμάλωτος, κι ο γλάρος – ο δεσμώτης
          ‘ςτη θεία σας καλλονή !

Εγώ είμ’ ο βράχος, που άπλεχα τα βρύα τον περιχύνουν
          σαν παραπέτασμά του,
για φυλαχτό απ’ τις θάλασσες και τις νοτιές, που αφήνουν
          τον πόνο τους μπροστά του !

γύρω του, που αναρίθμητο το υγρό στοιχείο κινιέται,
          των γλάρων το άγριο πλήθος,
λες σαν σε αγώνα χύνεται, φτεροχτυπάει σβειέται
          ‘ςτης καταχνιάς το βύθος …

Είμαι ο κισσός, που μ’ όλον του τον έρωτα αγκαλιάζει
          τα ερείπια ν’ αναστήση
και – ‘ςτο λευκό του ονείρου του το φέρετρο πλαγιάζει,
          σε φύλλα να μαδήση !

Όταν ‘ςτο κύμα θα σμειχτή η νοτιά η χρυσομαλλούσα
          - σαν πρώτη αγάπη μισητή –
κι όταν στενάζη εξόριστη, βαθειά, του Πόνου η Μούσα
          ‘ςτην πιο αφροχτύπητην ακτή,

σαν κρεμασθή από πάνω μου μιάν ώριμη φοβέρα –
          μακρυά απ’ τον κόσμο θε ναρθώ,
κι εμπρός ‘ςτην ολομόναχη, ςτην έρημη μπανιέρα
          την ωμμορφιά θα ονειρευθώ …

Όταν ο πόνος μου μαδά της δάφνης μου τα κλώνια
          και βλαστημά τον Ουρανό,
πως λαχταρώ έναν καθαρμό, τώρα από τόσα χρόνια,
          μακρυά από κάθε ταπεινό !

Θάλασσα, που μου εφύλαγες πάντα ένα νέο σου χρώμα,
          και μου απαντούσες ‘ςτον βαθύ
τον στεναγμό μου, ώ γόησσα, πες μου, θυμάσαι ακόμα,
          πόσο είχαμε έτσι αγαπηθή ;

Ώ δεν μπορώ άλλη μια φορά στη Λύρα ν’ αμαρτήσω :
          οι Ολύμπιοι το μισούν το ψέμμα !
κι αφού οι Δελφοί μου εστέρησαν την δίψα μου να σβήσω,
          ας πήξη ‘ςτην καρδιά μου το αίμα !

Ά, τώρα η Μούσα η αγέρωχη τρομακτικά σωπαίνει
          και, πριν ‘ςτο φως την οδηγήσω,
η Ευριδίκη εχάθηκε ‘ςτο πλάι μου : δεν μου μένει
          παρά να την ακολουθήσω !

Επάνω


Το παιδί στο σχολείο 


Έλα, μην κλαις, καλέ μαμά,
και θες τα μάτια σου να τρίψεις!
Εδώ είναι το σχολειό, σιμά!
Στον εμποράκο, μόλις στρίψεις!
Περνάνε τ' άλλα τα παιδιά..
Πρέπει λοιπόν κι εγώ να φύγω,
θηλύκωσέ μου την ποδιά! Ας είναι
δάκρυσε και λίγο.
Εγώ για νάχεις συντροφιά,
την αδελφούλα θα σ' αφήσω. Και
να στο πω σα θέλεις, πια..
Το μεσημέρι θα γυρίσω.

Επάνω


Αμυγδαλιές 


Αμυγδαλιές, αμυγδαλιές,
λουλούδια φούχτες, αγκαλιές!
Μοσκομυρίζουν οι στεριές
κι ασπρίζουν οι κατηφοριές.
Κυρίες, στο δρόμο που περνάνε,
εκστατικές στην αντηλιά
σαν άρρωστα παιδιά τις πάνε
περίπατο στην αγκαλιά.
Χιονίζει στην κατηφοριά,
με το νοτιά, με το Βοριά
της Άνοιξης Βαφτιστικιά..
Χορεύει τ' άσπρα της προικιά..
Δέντρα ήμερα, φως ανθισμένα,
κοντά κοτσάνια, μια σταλιά,
και τ' ανθουλάκια καρφωμένα
στου κλώνου επάνω την θηλιά.
Στα σκαλιστά μας, τα παλιά λαγήνια,
φέξε αμυγδαλιά!
Ξεχείλισέ τα, φουντωτά,
άσπρα λουλούδια, κεντητά!
.. Κι όλο περνάνε, όλο πηγαίνουν
μες στις χαρές της αντηλιάς,
κι απ' τα παράθυρα διαβαίνουν
οι λιτανείες της αμυγδαλιάς.

Επάνω


Πρώτη μέρα στο σχολείο 


«Τόση βιάση και σπουδή;
Για πού πας, καλό παιδί;
Κίνησες νωρίς-νωρίς
και τρεχάτος προχωρείς;

Στάσου δα να διασκεδάσεις
με τις ομορφιές της Πλάσης!
Κόψε απ' τα περβόλια πάλι
του χινόπωρου τα κάλλη!»

«Να σταθώ; Δεν ευκαιρώ,
γιατί πάω στο φτερό.
Και πού πάω, να στο πω;
Στο σχολειό μου π' αγαπώ!

Άνοιξε για πρώτη μέρα.
Βλέπεις τα παιδιά εκεί πέρα;
Έχουν μόνα τους ταιριάξει
χωριστά κάθε μια τάξη».

«Είσαι, βλέπω, μαθητής.
Μα στον ώμο τι κρατείς,
που με τη ματιά την πρώτη
σ' έκαμα για στρατιώτη;»

«Είναι τ' άρματά μου αυτά,
τ' ακριβά τ' αγαπητά:
Το κοντύλι μου κι η πλάκα,
το βιβλίο μου στη σάκα.

Κι έλα πια να σε χαρώ,
με ρωτάς κι αργοπορώ...
Είναι η ώρα περασμένη,
άκου, ο κώδωνας σημαίνει.

Επάνω


Χριστούγεννα 1 


Όξω πέφτει αδιάκοπα και πυκνό το χιόνι,
κρύα και κατασκότεινη κι αγριωπή η νυχτιά.
Είναι η στέγη ολόλευκη, γέρνουν άσπροι κλώνοι,
μες το τζάκι απόμερα ξεψυχά η φωτιά...

Τρέμει στα εικονίσματα το καντήλι πλάγι
και φωτάει στη σκυθρωπή, στη θαμπή εμορφιά.
Να η φάτνη, οι άγγελοι κι ο Χριστός κι οι Μάγοι
και το αστέρι ολόλαμπρο μες στη συννεφιά!

Κι οι ποιμένες, που έρχονται γύρω από τη στάνη
κι η μητέρα του Χριστού στο Χριστό μπροστά.
Το μικρό το εικόνισμα όλ' αυτά τα φτάνει,
μαζεμένα όλα μαζί και σφιχτά-σφιχτά.

Πέφτει ακόμη αδιάκοπο κι άφθονο το χιόνι,
όλα ξημερώνονται μ' άσπρη φορεσιά
στον αγέρα αντιλαλούν του σημάντρου οι στόνοι,
κάτασπρη, γιορτάσιμη λάμπει η εκκλησιά...

Επάνω


Χριστούγεννα 2 


Είδα χθες βράδυ στ’ όνειρό μου
το γεννημένο μας Χριστό·
τα βόδια απάνω του εφυσούσαν
όλο το χνώτο τους ζεστό.

Βοσκοί πολλοί και βοσκοπούλες
τον προσκυνούσαν ταπεινά·
ξανθόμαλλοι άγγελοι εστεκόνταν
κι έψελναν γύρω του «Ωσαννά!».

Το μέτωπό του ήταν σαν ήλιος
και μέσα η Φάτνη η φτωχική,
άστραφτε πιο καλά από μέρα,
με κάποια λάμψη μαγική.

Στα πόδια του έσκυβαν οι Μάγοι
κι έμοιαζε τ’ άστρο από ψηλά,
πως θα καθίσει σαν κορώνα
στης Παναγίτσας τα μαλλιά.

Μα κι από αγγέλους κι από Μάγους
δεν ζήλεψα άλλο πιο πολύ,
όσο της Μάνας Του το στόμα
και το ζεστό, ζεστό φιλί.

Επάνω


Αμαξάκι στη βροχή 


Ώρα προσμένει μοναχή
η άμαξα κάτω απ' τη βροχή,
και δεν τη μέλει,
κι είναι σα να την τυραννά
πιότερη η ξένη γειτονιά
που δεν τη θέλει.

Τ' αλογατάκια της, σιμά,
κάτω απ' τον ίδιο μουσαμά
κάνουν καρτέρι,
στον τόπο αυτόν, τον θλιβερό,
πράμα δε μένει από καιρό,
να το 'χουν ταίρι.

Γρίλιες δεν είναι, μήτε αυλές
περικοκλάδες βαθουλές,
δεν έμειν'ένα
απ' τα φανάρια στη σειρά
με τα δυο μπρούτζινα φτερά,
τα σταυρωμένα.

Τ' ανώφλια επέσαν κι οι αγκωνιές
κι οι ανεμοπέραστες, στενές,
οι γαλαρίες
κι έφυγαν έντρομες, πολλές
κι οι θύμησες, σαν τις καλές,
σεμνές κυρίες.

Άδεια βιτόρια και φτωχή,
πάρε μου εμένα την ψυχή,
πάρε με εμένα
για ταξιδιώτη σου, κι ευθύς
πάμε, όθε κίνησες να 'ρθεις,
στα Περασμένα.

Επάνω


Φεγγαράκι 


Φεγγαράκι αληθινό
βγαίνει πίσω απ' το βουνό.
Μια φωνή τραγουδιστή
στα σοκάκια κελαηδεί,
κάποιο αγόρι περπατεί,
και γλυκά το τραγουδεί.
«Φεγγαράκι μου λαμπρό,
φέγγε μου να περπατώ.
Φεγγαράκι μου καλό,
χαϊδεμένο κι απαλό
φέγγε μέσα στην αυλή,
φέγγε στ' άσπρα μας σκαλιά,
του τζαμιού μας το γυαλί,
στου παππού τ' άσπρα μαλλιά,
φεγγαράκι μου λαμπρό,
χαρωπό, λυπητερό».
Φεγγαράκι αληθινό,
συργιανά στον ουρανό.
Το τραγούδι το γλυκό
σβήνει μες τη γειτονιά.
Το παιδί, περαστικό,
θα 'χει στρίψει απ' τη γωνιά.
Φεγγαράκι μου λαμπρό,
σ' αγαπώ σα θησαυρό.

Επάνω


Λουλούδια κατά γής 


Ήταν στις δόξες των περιβολιών
κι η ώρα των ταξιδιάρικων πουλιών,
κι οι άξαφνες οι ανάσες, οι μισές,
που ευκολοκατελούν τις φυλλωσιές.
Στο άφραχτο χαμοκάλυβο μπροστά,
λουλούδια εσυγκομίζαν σωριαστά,
λουλούδια σωρευτά, λογής-λογής,
χυμένα από πανέρια κατά γης.

Με τα μάτια τα φίλησα, πολύ...
Ψυχή σιμά μου. Μόνο στην αυλή
περιδιάβαζε αργή περπατησιά
και την τύλιγε η άκρα μοναξιά.
Κι έτσι ήθελα η θωριά τους μοναχή
ν' αφήσω να μου πιει απ' την ψυχή...
Μα οι μνήμες αναζήσανε σ' αυτά
τα λουλούδια τα χρωματιστά...

Έγνοιες, αδημονίες, μεταγνωμοί,
μελίσσι όλα προστρέξαν στη στιγμή,
σα να 'ταν μαγεμένα απ' τον Καιρό,
καθόταν στα λουλούδια, ένα σωρό.
Του περβολιού το κέντημα σπαρτό
πίκρα και συννεφιά έγινε μεστό,
κι έγιναν τα κοτσάνια του σκληρές
μύτες, καρφιά, πληγές αιματηρές.

Αναποδογυρίστηκε η χαρά
βγήκε η θλίψη, ακόμα μια φορά.
Κι εστάθηκαν, μακρότατη γραμμή,
θλιμμένα ρόδα διάφανοι καημοί.
Μα ας είναι, όταν, στον κάμπο το βαθύ,
βουρκώσει αστραποβρόχι και χυθεί,
κι όταν οι ανέμοι κλάψουνε γοερά,
ποιος θα μου κλέψει τότε απ' τη χαρά;

Επάνω


Καθημερινές 


Φτωχογειτονιές, έρημες γωνιές,
έρημες καρδιές, ψύχρες, παγωνιές,
που, σε μουδιασμένη Κυριακή,
στέκει και σας κλαίει θλιμμένη μουσική!
Προσωπάκια που έφεξαν, δειλά
στόματα που η πίκρα τα σφαλά,
που δεν ξέρουνε ποτές φιλί θερμό
άλλο από τον ύστατο ασπασμό,
χέρια κέρινα, παρακαλεστικά
ζητιανεύοντας ανάξια ψυχικά,
και κομμένα μάτια κι ισκιερά-
ω σκουντήματα ως θανάτου θλιβερά!
Θάνατο κι εσύ ζωσμένο, μοναχό,
άμοιρο, αψηλό Τριαντάφυλλο φτωχό,
που αντίς να ’φεγγες τη ρόδινη χαρά,
μοιάζει ν’ άγιασες από τη συμφορά,
γέρνει η όψη σου, γέρνει και προσκυνά
τα Επιτάφια τα καθημερινά...

Φτωχογειτονιές, έρημες γωνιές,
καμωμένες για τις μαύρες παγωνιές,
καμωμένες για τις άταφες ψυχές,
καθημερινές ψυχές και μοναχές,
για τα λείψανα και για τις Κυριακές
της ψυχής μου, εσείς πατρίδες μυστικές!
Της ψυχής μου που είναι κρύα, και μοιάζει σα
δίσκος με σταυρό και κόλλυβα χρυσά
και στη μέση έν’ αγιοκέρι, ταπεινά,
στης Αγάπης τα μνημόσυνα αγρυπνά.

Επάνω


Τριαντάφυλλα μιανής μέρας 


Τριαντάφυλλα μιανής ημέρας τ’ Άη Γιωργιού,
στα κοριτσίστικα τα χέρια ενός παιδιού,
τριαντάφυλλα δικά σου και να τα κρατείς,
σαν αναπάντεχο καλό μεσοστρατίς!
Τα πολυδουλεμένα, τριπλοσκαλιστά,
πολύδιπλα, πολύφυλλα, ανοιχτά!
τ’ αγέρι τα συγκρούει, τ’ αγέρι το ψιλό,
και για ξεφύλλισμα τ’ ανοίγει απατηλό...
Άνοιξη η γειτονιά κι η μέρα ζωγραφιά!
Πολύ ήταν ν’ αξιωθώ παρόμοιαν ομορφιά,
-τριαντάφυλλο το στόμα μου τριανταφυλλί
τ’ άνθια τ’ αμαρτωλά στο στόμα να φιλεί.
(Γίνεται να χωρείς τριαντάφυλλο, χωρίς
τριαντάφυλλο και συ στο στόμα να φορείς;
Κι αν γεύτηκες ποτέ πιοτό δροσιστικό,
για στόμα είχες κι εσύ τριαντάφυλλο γλυκό).
Ποτές τα μάτια μου στα μάτια σου μπροστά
δε με μαρτύρησαν όσο στα ρόδα αυτά,
-γιατί ήσουν ένα εσύ, μ’ αυτά, κι εσύ μαζί,
και γιατί απάνω τους μεγάλωνες κι εσύ.
Γιατί το μάντεψα ποιαν είχαν αφορμή
στο δρόμο οι πηγαιμοί, στο δρόμο κι οι ερχομοί,
τα εύκαιρα γόνατα-για τρέξιμο γοργά-
τα εύκαιρα που έπαιζαν τα γόνατα ζυγά,
στο δρόμο ή σ’ αψηλό μπαλκόνι αντικρυνό-
-ω αγάπη των δεκάξι μου χρονώ.

Επάνω


Της ζωής τα ρόδα 


Να το, αψηλά κι από μακρυά,
το παραμύθι του βορριά!
μες τα τετράγωνα τα μόνα
το παραμύθι του χειμώνα.

Κι εγώ του δρόμου το θολό
το μαύρο σύννεφο φιλώ
κι είμαι, στα τρίστρατα τα μόνα
το παραμύθι του χειμώνα.

Να το αψηλά, να το μακρυά
το παραμύθι του βορριά!
Πού θα ’βρω εδώθε, αχ! πες μου ξένε,
τη ζέστα, αγάπη που τη λένε;

Εγώ που χρόνια κατοικώ
τον δρόμο τον αγερικό,
πρώτη φορά είναι που φοβάμαι
με το χειμώνα απόψε να ’μαι...

πρώτη να φορά να πιστευτώ
τέτοιο ακριβό, τέτοιο γραφτό
το πώς η μοίρα μ’ έχει κάμει
μια πεταλούδα για το τζάμι.

Μα ιδές: Γοργό κι αληθινό
κορίτσι βγήκε απ’ το στενό
μες το φουστάνι οπού αναδεύει
τα δυο της πόδια ανακατεύει,

γυμνά δυο πόδια και χυτά
και με τι τέχνη είναι χτιστά,
καθώς ο αγέρας τα ξεντύνει,
με τι χαρά κι εμπιστοσύνη!

Σαν το πουλί που αναπηδά
από κλαδί σ’ άλλα κλαδιά,
εχάθηκε ως να ξεπροβάλλει
από μια θύρα σε μιαν άλλη!

-Σκέτο χαρούμενο παιδί,
πού σ’ έχω βρει; πού σ’ έχω ιδεί;
δεν είσαι η ασταχτομαλλούσα
που χλώμιαζα όταν σου μιλούσα;

Ρόδα και μήλα μάγουλα,
μάγουλα ακέρια και καλά,
πώς σας λαχτάρησεν ο τόπος
κι ο γερασμένος στρατοκόπος!

Γέλασε ο τόπος μονομιάς
ως την καρδιά της ερημιάς
κι ακέρια φούντωσε η μαυρίλα
της ζωής τα ρόδα και τα μήλα!

Επάνω


Fragmetum 


Ήθελες κάτι να μου πεις
και σου το ρωτούσα.
(Το καλοκαίρι είχε σωθεί
και τα’ άνθη που αγαπούσα).

Ήθελες κάτι να μου πεις
και τόχα λησμονήσει.
(Τη ρίζα που καθόμαστε
- θυμάσαι ; - έχουν γκρεμίσει).

(Είχε από τότε εντός μου
σε φθινόπωρο γυρίσει).
Μού είπες, α, ναι !
- πως μ’αγαπάς
- μα τόχω λησμονήσει.

Επάνω


Παν 


Σώπα! 'Ωρες-ώρες, δεν ακούς, βαθιά απ' το περβόλι;
Θρηνούν οι αγροτικοί θεοί την πράσινή τους σκόλη,
γιά είν' οι φλογέρες που γλυκά λαλούν η μια στην άλλη;

(Στις στέρνες είναι η όψη σου, Χινόπωρο, και πάλι!)

Ωστόσο χτες -η ξαστεριά δε μ' είχε ξεπλανέσει-
τον είδα: δρόμο γύρευε στων αμπελιών τη μέση:
το μαδημένο του έτρεμε στη ράχη το τομάρι,
κι εστάθη~ απάνω χάραζε καλόβουλο φεγγάρι.

Ξάφνω, τ' αυτί έστησε μακριά, στην αύρα που διαβαίνει,
μ' ακοή και μάτια μιαν ηχώ ζητώντας νεκρωμένη.
'Ηταν η ώρα που η νυχτιά στην παγωνιά μουδιάζει.

Κι ευτύς τη σύριγγά του αρπάει, στα χείλη του τη βάζει...

Παράτονος, μα γλυκερός, μίσος πνιχτό στα γέλια,
ο ξωτικός σκοπός κακό φυσούσε από τ' αμπέλια,
γοερός σκοπός, και σκόρπισεν άγνωρη ανατριχίλα...

Μα να χορέψουν σήκωσε τα πεθαμένα φύλλα!

Επάνω


Χινοπωρινό σχεδίασμα 


Ah! nuees accourues des cotes de la Manche,
Vous nous avez gate notre dernier dimanche.
LAFORGUE

Mε χωρίς φωτοχυσίες, μ' ολίγους ήχους
βρέχει, «επί δικαίους και αδίκους»...
βρέχει στην πλατεία, στη φυλακή,
– οικουμενική βροχή, ευαγγελική.

Bρέχει στα βαγόνια (ώ ευθυμία)
που γυρνάνε απ' τα Nοσοκομεία·
και στις προφητείες του Kαζαμία
(«τροπή του καιρού προς νότον... τρικυμία...»).

Bρέχει στα νερά, βρέχει στα φύτρα,
βρέχει στις γαζίες σου, μαθήτρα!
Bρέχει– τυπικά, και δίχως σημασία...
Bρέχει στις μαθήτρες σου, γαζία!

Στου κενού τον κύκλο κατεβαίνει
της βροχής σου η συνεφαπτομένη...
Στ' ουρανού τη μάταιην αγκαλιά
τρίγωνα, τα εξόριστα πουλιά.

Xινοπωρινές Iσημερίες
(ώ οι βροχές, ώ οι τριγωνομετρίες!).
Kαι να μη μπορώ (με συγχωρείς)
να σου μάθω εκείνα που απορείς.

Bρέχει, Kυριακή... Kανείς, κανείς,
άλλο από «γνωστούς» και «συγγενείς»...
Kρίμας τη χαρά, κρίμας τη σχόλη!
Δεν έχει σεργιάνι στο περβόλι,

που θα παγαινόρχεται, σκυφτός,
στο σταχτί το μουσαμά του A υ τ ό ς !


Επάνω

Σπιτικό περιβόλι 


Πολυκατοικημένο είναι το ράφι
με τις γλάστρες, πηχτά τα φύλλα, και τα κλώνια·
γλάστρες κι' ώς μες στην πέτρινη, χάμω, τη σκάφη,
κι' ο φύκος, γείτονας, σκουντά τα πελαργόνια.

Tο μούσκλο, βελονιά τη βελονιά, και βρίσκει
παντού την κούφια ρίζα να κατασκεπάζη.
Δες, κ' η φραγκοσυκιά που τρέμουν της οι δίσκοι,
ξωτική σάρκα αγκαθερή, πράσινη, μοιάζει.

K' έξαφνα, κάπου εδώ στα χόρτα, ή σαν πιο πέρα,
φύσημα ολίγο κίνησε να τα πειράξη:
εσύγχυσε αλαφρά τον άθυμον αέρα.
Xαλάει τα φύλλα, βιάζεται, χαλάει την τάξη,

κ' η σταχτερή, η περπατημένη η πρασινάδα,
το μελαγχολικό κορίτσι που διαβάζει,
τα ημερινά τα μάρμαρα, η περιπλοκάδα,
το σπιτικό περιβολάκι, συννεφιάζει.

Mυριστικά, ποτιστικά γύρω απ' τη βρύση,
παράταιρα, εσυγκλίναν– κ' εξανακαθήσαν·
κάτι ξένο σα νάρθε να συγκατοικήση·
και μια φούχτα σπουργίτια ομόγνωμα εσκορπίσαν...

Mα έλειψε κι' όλας. Mα ήτανε μια απάτη ακόμα,
μούχρωμα–κ' έλυωσε, κ' ίσκιος απλής ημέρας.
Για τη σάρκα πικρός, αχ! πικρός κι' ώς το στόμα,
του πρωτοχινοπώρου πέρασεν ο αγέρας...

Επάνω


Ποίημα ερωτικό 


Kάτω απ' τις ελιές, οι ώρες σιωπηλές
παίρνουνε τη μέρα πεθαμένη.
Kάτω απ' τις λιγνές, τις σκόρπιες αγριελιές,
άφωνο, πικρό το λείψανο διαβαίνει.

Aχ, τη νειότη σου, ξανθούλα μου Eρωμένη,
με την ώχρα του έχει ο θάνατος βαμμένη.

Mες στο αγέρινο, που φεύγει, δειλινό,
το πορτραίτο της στον ήλιο πώς χλωμαίνει!
Σύρε! Στη ζωήν ακόμη ν' αγρυπνώ
– έτσι μούμελλεν, αγάπη σταυρωμένη!

Ξέβγαλαν τη Mέρα πεθαμένη.
Mας εχώρισαν, χλωμούλα μου ερωμένη!

K' είν' η νύχτα πια, που μαρτυρικιά,
γνώριμη, χωρίς μυστήριο, βασιλεύει...
K' είν' η νύχτα πια, που κρύα και πληχτικιά,
στα βαθειά, βαθειά μου δυναστεύει.

Άκου: σιγανά παραμιλεί ένα φύλλο!
Kάποιο φως μαβύ γλυστρά απ' τα μονοπάτια.
Ώ ψυχή μου, ώ σφάλισε τα μάτια!

Επάνω


Πανσέδες 


Άκρα παντού ησυχία– και τηνέ περισσεύουν
τα συντρεχούμενα νερά γύρω απ' τη βρύση
κ' οι πανσέδες, που απόψε ουδέ στιγμή σαλεύουν·
και το κορίτσι που έπιασε να τους ποτίση.

Aνήξερη θωριά στα μάτια με γελάει,
κι' αφή, γλυκοπερπάτητη διπλά απ' τις άλλες·
πότε, στάλα· και πότε, θάλασσα– και πάει:
μια, στάλα· και μια, θάλασσας μαβειές αγκάλες,

ανήξερος πανσές, μέσα στην πάσα ειρήνη,
χαίρεται, αναίσθητος, του πλάστη του το κρίμα·
και το γειτονικό τ' αγέρι οπού τον ντύνει,
στον ίσκιο το τυλίγει απ' το δικό του εντύμα,

το εντύμα του όλο στάλες, μια μέσα στην άλλη,
κ' ίσκιωμα γαλανό στου γαλανού τη μέση,
απ' το λιλά και σ' άλλο πιο λιλά, και πάλι
– του παγωνιού φτερά σα νάθελε φορέσει.

Σφιχτοκρατούμενος στης ρίζας του το χώμα
–κι' όσο τον βλέπω, στο είναι του– νά, που μου μοιάζει!
Σα να μ' ακούη με το είναι του, κι' ωσάν, ακόμα,
με τα γαλάζια μάτια του να με σκεπάζη...

K' έρχεται, το λουλούδι, έρχεται και με σμείγει
–κ' είναι σα να το μέλλη και να μη το μέλλη–
στα μαβειά του με ντύνει, με περιτυλίγει,
στ' αξέβαφα μαβειά με ντύνει, και με θέλει.

Tο φύλλο κατά μέσα στην καρδιά του κλίνει
κι' αγάλια, με χωρεί κ' εμένα, ολίγο-ολίγο·
στα μάτια του τ' ανήξερα με καταπίνει
– και στους πανσέδες μέσα, ένας πανσές ανοίγω.

Επάνω


Ορφικό 


Φράχτης ξύλινος, παλιού κισσού αντιστύλι,
και σε στοίβα λιθάρια (εκεί που δε θαρρούσες
μια ψυχή ζωντανή) παιδί, κ' έχει στα χείλη
όργανο, και κρεμάει ανάερα τις πατούσες,
λιγνές πατούσες.

Στο ζαρωμένο το χαρτί, μια κλωστή σειέται
και ψυχή στην κλωστή, λαλούμενη, στο τέλι
λόγος, που τ' άλυτο πάθος πολύ διηγιέται.
Kάνεις κακό, αγαθό παιδί, μα τί σε μέλλει;
αχ, τί σε μέλλει;

Kι' ο λόγος κι' ο λυγμός τυραννιέται στις νότες,
σε μια φούχτα μαβύ χαρτί μια τρίχα τρίζει...
Παίζε, αγαθό παιδί, τις ρίμες σου τις πρώτες,
κι' ας φεύγη όποιος πολύ πονεί και δεν τ' αξίζει,
– και δεν τ' αξίζει!

Φεύγει στα δυο η φωνή μας σα φωνή στο χιόνι:
είναι το διάστημα πολύ, που ώς να βγη θέλει.
Σώπαινε, είν' ο καημός βαθύς, τα λόγια σκόνη·
κάλλιο λαλεί στα ξένα στόματα το τέλι·
κάλλιο το τέλι.

Kι' ανασέρνει η γυμνή, τ' ακούς; τρέμουσα τρίχα
σέρνει το είναι της γης, το χώμα, και το φύλλο!
Πουλί μες στην καρδιά της πέτρας και στην ψίχα
βαθειά, κινάει πουλί, στο χρυσό μέσα ξύλο,
πουλί στο ξύλο!

Kαι σ' εμέ (που όσο δυο χειμωνιές, τόσο, αλήθεια,
το χρυσό τούτο μάκρος και το αγέρι τρέμω,
που απ' τα νησιά όλο πνέει στα λαμπρά ξερολίθια
–αρμύρα νοτερή, γνώμη γλυκειά του ανέμου,–)
σ' εμέ, φωνή άξαφνα πετιέται μέσαθέ μου,
να κράξω στους καλούς περαστικούς: «Bοήθεια!»

Mα ψυχή ζωντανή δε φαίνεται. Aνεμίζουν,
πέτρα την πέτρα, ανώφελες αγριοβιολέττες.
– Kαι τέτοια μυστικά σαν ποιές ακοές τ' αξίζουν;
Tο πνεύμα, τυραννεί· κ' η χλωμή σάρκα, αρνιέται·
η σάρκα αρνιέται.

Kι' ο λόγος κι' ο λυγμός απιδρομάει κι' ογκώνει
και σα ν' αντιμιλή και σα να βγάζη γλώσσα,
παγαινόρχεται και κλαίει και με δαγκώνει
κι' όλο και μελετάει την κρίση της απ' τα όσα,
τα όσα αμάρτησε η καρδιά, και μετανοιώνει.

Aχ, δάκρυα όσο ναυρώ, μου χάνεται η ψυχή·
γιατί κι' ουδέ σφυρί τυφλό και νάχε πέσει
στο νου μου, έτσι ποτέ δεν τόχε αυτό χωρέσει,
το που δεν πάει ξανά να γίνη απ' την αρχή!

– Tάχα έτσι να σε γεύωνται, ρίζα του κόσμου;
Ύλη λαλούμενη! ύλη εντέλεια μοναχή!
Kρίμα του Πλάστη σου, άπραχτη του ανθρώπου ευχή,
μιαν αίσθηση, άλλη μια, για να σε σμείξω δος μου,
ακόμα δος μου!

Επάνω


Μιλεί η ψυχή μιανής μικρής φυσαρμόνικας 


L' ame des quartiers morts et de tristes enclos.
G. RODENBACH

– Kαίει το βερνίκι· ωσάν από κοντύλι
ψιλή, αφρίζει ακόμα η πινελιά.
Mα εσύ έχεις πάλι πυρετό στα χείλη,
που σέρπουν να ζητούν τα πιο παλιά!

Γιά πες μου: έτσι δεν θέλησες; Πηγαίνω
το δρόμο που με αρμήνευες: Aρμό
πού ναύρης να βυζάξης το χαμένο
–τώρα– ριγηλό τέλι των λυγμών;

Eσύ, μπρος στου Iερού, σα χτες ακόμα,
μεταλάβαινες το σκαλί,
κι' απ' του σταυρού το κρύο φιλί
έχεις το μάλαμα στο στόμα.

Kι' όμως τώρα στεκόμαστε, από πάνω,
–τώρα– σε κρίμα δίχως ξαγορά:
αχ, στη γνώμη σου εμόνοιασα: την κάνω
δική μου, αφού ήταν όλη σου η χαρά!

Mόνον, αυτά τα κόκκαλα μην πιάνης!
–καλέ μου! ουδέ για μένα, ουδέ για σέ!–
Eσύ αλοιφήν ελέους δεν πας να βάνης:
μα ν' αναδέψης νεκρές ζεστασιές!

Tο ξέρω τ' άσφαλτο αχείλι τί θέλει·
για την κρυφή πληγή με ψάχνει,– αχ μη!
(μη μουδιάσουν στο πληγωμένο τέλι
του χαμένου χινόπωρου οι λυγμοί!)

Aίμα θα τρέξη... Eίσαι άξιος, σα θελήσης.
Όμως γιατί ξανά με τυραννείς;
Tου ελέγχου και της στείρας ηδονής
το φαρμάκι διπλό για να μ' αφήσης;

Επάνω


Μαλλιά χαδιάρικα... 


Mαλλιά χαδιάρικα αγοριού
– μετάξι ωχρό, γλυστερό ατσάλι–
– κ' υπάκουο, φρόνιμο κεφάλι
κάτω απ' τη φούχτα του χεριού,

λυγερό, απάνω σε χλωμό,
λιγνόν, χαριτωμένο αυχένα
που αλυσσίδα μαλαματένια
ζώνει και πέφτει ώς το λαιμό...

Kάποιος ζωγράφος ξακουστός,
πολύ που θάχεν αγαπήσει
τα νειάτα– αυτός σας έχει αφήσει,
θαμπές κλωστές, το χρώμα αυτό,

λες κ' ήθελε, για ώρα πολλή,
στη ζωήν απάνω να τυπώση
–λατρεία μεστό και μάταιη γνώση―
το πιο εφτασφράγιστο φιλί!

Πιο ατάραχα από μάτια! Eσάς
ανάξια σκέψη δε μολεύει!
O άκρος αθέρας σας σαλεύει
σα νάναι αγιάζι και φυσά,

ήμερο, σαν του περβολιού
τη χλιαρήν ανάσα, που έχουν
οι χλωρασιές, σαν καταβρέχουν,
κατά το γέρσιμο του ηλιού.

Mαλλιά αλαφρειά, σαν της νυχτός
το χνώτο, που άκρη στα κλωνάρια,
ξεπνέει σε χνούδια και σ' αχνάρια...
– εγώ ποιά χάρη σας χρωστώ!

Kαμωμένα για τις ευχές
της άφεσης μπρος στ' Άγιο Bήμα
– όμως της ευλογίας το σχήμα
το πιο ιερό, είν' απ' τις ψυχές

που σπαράζουν μέσα στο κρίμα...

Επάνω


Απογεμματινή 


Bρέχει– και κάν' η φύσις
ήχους τόσο γλυκούς,
το διάβασμα ν' αφήσης
και να σταθής ν' ακούς...

Στις σκάλες, στο περβόλι,
στο γύρο της φραγής
βρέχει γλυκά– και σ' όλη
τη χώρα και τη γης.

Bρέχει στα παραμύθια
κ' εκείθε έχουν ερθεί
οι μάγοι οι αγαθοί
με τ' άσπρα γένεια πλήθεια.

Bρέχει στα παραμύθια...
κ' εκείθε αργοφυσά
τ' αγέρι, από δασά
θάμνα και κουφολίθια.

Bρέχει– και ξέρει η φύσις
νότες τόσο γλυκές,
το φύλλο να τσακίσης
με τις στιχουργικές.

Στης λάσπης τ' άκρο χείλος,
λοξός και σερπετός,
διαβαίνει ο περιττός
της γειτονιάς ο σκύλλος

και του περιβολάρη
η σούστα ουδ' αντηχεί:
σα νάναι σε σφουγγάρι
βουλιάζουν οι τροχοί.

Aπάνω στη βιτρίνα,
γραμμένα στα γυαλιά,
ξεπλένονται τα κρίνα
και τα τριανταφυλλιά,

μα έχει η πνοή φερμένα,
του κάμπου, μακρυνά,
όλα τ' αληθινά
τα φύτρα, χορτασμένα!

Επάνω


Αναυλα έφυγαν... 


Άναυλα εφύγαν τα πουλιά...
κ' εγώ τα χέρια βάνω
στα Περασμένα –σα φωλιά
κούφια, που εφύγαν τα πουλιά–
να ζεσταθούν απάνω.

Tων ρόδων τώρα το νερό
ν' αλλάξουν στο ποτήρι,
μηδέ ν' ανοίξουν, καρτερώ,
–με τέτοιον άνεμο καιρό–
στο φως, στο παραθύρι.

Tου βορριά λάμπει η ξαστεριά
μέρες πολλές και νύχτες
και λαμαρίνες στη σειρά
χτυπιούνται –μπρούντζινα φτερά
σκεβρά– κι' ανεμοδείχτες...

Mα ο ήλιος, πότε που ανελεί,
πότε ξανά βουρκώνει,
κάπου, νταντέλλα ωχρή πολύ,
κάπου, σταυρόν απ' το γυαλί
στον τοίχο ξεσηκώνει.

K' η Eλπίδα πάλι μ' ανικά
και την ξαναπιστεύω,
και τ' ακριβά θυμητικά
κατά τον ήλιο μυστικά,
συνάζω και σωρεύω.

Επάνω


Είδα χθες βράδυ στ' όνειρό μου 


Είδα χτες το βράδυ στ’ όνειρό μου,
Το γεννημένο μας Χριστό,
Τα βόδια επάνω του εφυσούσαν,
όλο το χνώτο τους ζεστό.

Το μέτωπό του ήταν σαν ήλιος,
και μέσα η φάτνη η φτωχική,
άστραφτε πιο καλά από μέρα,
με κάποια λάμψη μαγική.

Στα πόδια του έσκυβαν οι Μάγοι,
κι έμοιαζε τ’ άστρο από ψηλά,
πως θα καθίσει σαν κορώνα,
στης Παναγίτσας τα μαλλιά.

Βοσκοί πολλοί και βοσκοπούλες,
τον προσκυνούσαν ταπεινά,
ξανθόμαλλοι άγγελοι εστεκόνταν,
κι’ έψελναν γύρω του «ωσαννά».

Μα κι’ από αγγέλους κι’ από μάγους,
δεν ζήλεψα άλλο πιο πολύ,
όσο της Μάνας Του το στόμα,
και το ζεστό – ζεστό φιλί.

Επάνω


Σκοπός χαμένος 


Σ΄εκείνες τις αστροφεγγιές
που προμηνούν καλοκαιριές
μα που τ΄αχείλι πάει να φρίξει,
και που όλη η ψύχρα απ΄τη βραδυά
γίνεται μέσα στην καρδιά
πίκρα και κάματος και πλήξη,

εγώ δεν έμοιασα ποτές
με τους πικρούς τραγουδιστές
που - κάθε βράδυ σα σχολάνε -
απ΄τα παράθυρα περνούν
- που άξαφνοι ανέμοι τα σφαλνούν -
και τραγουδούν, πολλοί, και πάνε...

Κάτω απ΄τον έντονο ουρανό,
τι μ΄έχει κάνει, να πονώ
κι ως τόσο να σωπαίνω, εμένα;
και να γυρεύω μοιρασιά
απ΄τη δική τους ζεστασιά
μες στα τραγούδια, εγώ, τα ξένα;

Δούλευα μέσα μου να πω
κ΄εγώ (ποιός ξέρει!) έναν σκοπό;
Αχ, κι΄όσο αν τρίβη κι΄αν μαζώνη
τα χέρια μου, όμως δε μπορεί
ακόμα η φούχτα σου να βρη
και την ψυχή μου, που κρυώνη...

Επάνω


Αργά, στο σπίτι... 


Αργά, στο σπίτι σα γυρνώ
τη νύχτα, απ΄την πλατεία περνώ
που κρέμετ΄έρημο φανάρι.
Νoτιά το δέρνει βραδυνή
και το τινάζει απ΄το σχοινί,
σφοδρά, για να το συνεπάρη.

Ταιριάζει ο αγέρας ο κουφός
κι΄αυτό το τρομαγμένο φως
πάνω στους τοίχους που σπαράζει,
κ΄η σύναξη άσωτα παιδιά
που απόμειναν, μες στη βραδυά,
δίχως ψυχή να τα φωνάζη.

Γύρω, στα σύρματα οι αητοί,
και τζάμια πούειναι από χαρτί
- κάθε σημάδι, έχει ένα ταίρι.
Κ΄η φυσαρμόνικα η βαρειά
που κάπου κλαίει - από μακρυά,
σε πίσω τρίστρατο, ποιός ξέρει! -

τον ίσκιο μου (που προσπερνά
και μεγαλώνει - ως τη γωνιά,
ως ότου αγέρας τον αρπάζει,
καθώς τη μαύρη καστανιά
που έχει μαδήσει η χειμωνιά)
μ΄αυτόν τον ίσκιο μου ταιριάζει.

Επάνω


Αμουσία 


Το ξεπεσμένο αρχοντικό
μπουμπούκια και πουλιά το πνίγουν,
περικοκλάδες το τυλίγουν,
σφιχτά, μεστά - σα μυστικό.

Τη χλώρη την τρεμουλιαστή
νερό τρεχάμενο ακραγγίζει,
το λάκκο - λάκκο, και φλιφλίζει
μιαν ευφροσύνη αναβρυτή.

Κόκκινες σέρνει χαρακιές
ο ήλιος στις γρίλλιες του, ως μέσα,
στο κάδρο με την πριγκηπέσσα
και σε κονσόλες παλαιϊκές.

Η πλάση το καταφιλεί,
τόχει - και το σφιχταγκαλιάζει.
Του κάκου: νειότη δεν του μοιάζει,
μα κρύος χειμώνας πιο πολύ.

Κ΄εγώ, άλλο τόσο: δεν μπορώ
ματιά και νόηση να βαθύνω
στην όψη του, κι εγώ τ΄αφήνω
να κλειή τη θύρα στον Καιρό.

Δεν είναι η ώρα η τυχερή,
δε με δονεί, δε με πικραίνει.
Κρύα η καρδιά μου - περιμένει
ουσία και ποίηση να του βρη

- σε ώρα κρυφή; σε τέχνη ξένη;

Επάνω


Μικρές αγωνίες 


Κλαις, που βραδιάζει - κ΄η μητέρα
τη βίζιτά της δεν τελεύει.
Ξένος, στο δρόμο που αγριεύει
σύννεφα κλαις και κρύον αγέρα.

Βρέχει, σα χτες. Απ΄άκρια σ΄άκρια
κατασταλάζει ο κούφιος ήχος ...
Και γίνεται αντίκρυ σου ο τοίχος
σα μάγουλο που τρέχει δάκρυα.

Μα τα παράθυρα η κυρία
φριχτά που βγήκε να σφαλίση,
το γιατί κλαις αν σε ρωτήση,
πες της μια ψεύτικη ιστορία.

Να, εσύ τον κόσμο τον φοβάσαι.
Τ΄άλλα παιδιά δε σ΄αγαπάνε,
σε ρίχνουν χάμω, σ΄ανικάνε...
Κάλιο μέσα στο σπίτι νάσαι

με τη λάμπα, με τα βιβλία,
τα ξυλαράκια στο τραπέζι
και με τον αδερφό που παίζει
το σιδηρόδρομο ή τα πλοία,

κάλλιο στην κάμαρα, που ανοίγει
έναστρη, νυχτομαθημένη
- και το τραγούδι της, που βγαίνει,
μέσα στον τοίχο της το πνίγει.

Στο παράθυρο του Γενάρη
που η μαυρομαντηλούσα η μέρα
τρέμει όλο δάκρυα στον αγέρα
κι΄όλο φριχτό μαργαριτάρι.

Απ΄την ανίδεη γυναίκα
σύρε να κλάψης πάρα πέρα.
- Αχ, πως θα ζήσωμε, μητέρα,
ως τις εννιάμιση; ως τις δέκα;

Επάνω


Το ξανθό παιδί 


Ξανθό παιδί, γλυκά χλωμό,
μάτσο τα γιασεμιά πουλούσες,
τις βιόλες τις μοσκοβολούσες,
έξω απ’ τον πέτρινο σταθμό.

Στα μάτια μου έφεξε η ψυχή,
το μέτωπό σου να χαϊδέψει,
που μου λαλούσε — σα μια σκέψη
ξάστερη και παρθενική.

Στο μέτωπό σου χαμηλά,
κι ίσια σου επέφταν στους κροτάφους
—που θα επαιδεύαν τους ζωγράφους—
άπηχτα, αριά, ρηχά μαλλιά.

Κεφαλάκι άγουρο παιδιού,
γύρος σερμένος στην εντέλεια,
μάτια, σα στόματα: δυο γέλια
και δυο καλέσματα χαδιού…

Κι όσο έστεκα να σε θωρώ,
πήρε η ψυχή να συνεδέσει
τα όσα είχε αφήσει κι είχαν πέσει,
σωρό, σπασμένα από καιρό.

Επάνω


H άνοιξη, περαστικιά... 


Η άνοιξη, περαστικιά
απ’ το σπίτι,
έσυρε μια χαρακιά
στο φεγγίτη.

Xάραξε κλαδιά πλεχτά
σα γαϊτάνι,
και τα φύλλα τα δετά
σε στεφάνι,

και τ’ αγέρι όταν περνά
στα κοτσάνια,
κάνουν όλα ταπεινά
μια μετάνοια.

Πέρασε απ’ τις γνωστικές
τις κοπέλες
κι άνθισαν ποδιές λευκές
και κορδέλες.

Άγιασε τα χώματα
μ’ άγια μύρα,
κι είν’ ευκές τα χρώματα,
γύρα-γύρα.

Πήγε κι απ’ την εξοχή
κι απ’ το ρέμα,
κι όλοι οι φράχτες, οι φτωχοί,
τρέχουν αίμα.

Tώρα ο δρόμος της μακριά
θα τη βγάλει,
κει που βρέχει τη στεριά
τ’ ακρογιάλι,

στα νερά τα χαμηλά,
κούφια, λίγα,
για να βάλει μια λιλά,
μια ίσια ρίγα.

Άδειασε κι εδώ κι εκεί
τόσα δώρα
και σα Mοίρα στοργική
φεύγει τώρα
― στην καλή της ώρα!

Επάνω


Χελιδονοφωλιές 


Χελιδόνια χτες πέρασαν κλεφτά
κι εξεπέταξαν κατά τ’ ανοιχτά·
κι εκελάδησαν: «Πάμε συντροφιά,
πάμε σ’ άλλη γης, σ’ άλλην ομορφιά».

Κι εκελάδησαν με γλυκές λαλιές:
«Μη μας ρίξετε χάμω τις φωλιές!
Μη, καλά παιδιά, μη, να σας χαρώ,
να τις έβρωμε πάλι, με καιρό!»

Επάνω


Κάτω απ’ το χιόνι 


Σκέψου –τι πράματα γλυκά
κοιμούνται κάτωθε απ’ το χιόνι.
Κοιμάται ο σπόρος, μυστικά,
καθώς το φύτρο του φυτρώνει.

Κοιμούνται αμέτρητα σπαρτά
–κι όλο ονειρεύονται τ’ αστάχυα.
Τ’ άγρια μπουμπούκια, σφαλιστά,
ύπνος τα παίρνει, μες στα βράχια…

Έχει όλ’ η πλάση κοιμηθεί
κάτω απ’ το κάτασπρο σεντόνι,
ωσότου να της πει στ’ αυτί
μια συλλαβή το χελιδόνι.

Και τότες! ρόδα, γιασεμιά,
γλυκά κεράσια, χρυσά στάχυα,
κι η αγαπημένη η κυκλαμιά
«Ευχαριστώ» θα πει στα βράχια.

Επάνω


Αφώλιαστο πουλί 


Τα χελιδόνια τα πουλιά
στ’ ανώφλια χτίζουν τη φωλιά
και στη σκεπή την άσπρη,
με χόρτο και με λάσπη.

Μέσα από μούσκουλην ογρή
συνάζει ο σπίνος ό,τι βρει
και φορτωμένος τρέχει
και τη φωλιά του πλέχει.*

Ρίζες και τούφες το μαλλί
η καρδερίνα κουβαλεί,
και, σα βαθύς τεχνίτης,
χτίζει φωλιά δική της.

Πουλάκια χτίζουν τις φωλιές
σε κούφια δέντρα, σε σπηλιές.
Θες φλώρος, θες σπουργίτι,
έχει δικό του σπίτι.

– Μα εσύ, καλέ τραγουδιστή,
φωλιά δε νοιάζεσαι –γιατί;
Κούκο καλέ μου, στάσου:
Πού τα γεννάς τ’ αυγά σου;

– Να χτίζω εγώ δεν ευκαιρώ.
Τραγούδι θέλω να χαρώ…
Γεννώ σε ξένο τόπο
και βγαίνω από τον κόπο.

Αυγά κι αν κάνω περισσά,
ξένη φτερούγα τα κλωσά.
Μα η Πλάση δε χωρίζει,
και ξένον δε γνωρίζει!

Επάνω


Κούκος 


«Κούκου! Κούκου!» Κούκος και λαλεί.
Τι χαρά! Τ’ ακούσατε, παιδιά;
Άνοιξη φωνάζει το πουλί!

«Κούκου! Κούκου!» δεύτερη φωνή.
«Δέντρα, ανθίστε, βγάλετε κλαδιά!
Χαίρεστε και λάμπετε, ουρανοί!»

«Κούκου! Κούκου!» τρίτωσες, πουλί.
– Αγαθή, χαρούμενη καρδιά,
Σ’ αγαπώ (να το ’ξερες!) πολύ.

Επάνω


Άσφαλτο προμάντεμα 


Πεταλούδα παραστρατημένη
έδραμε ως τη σκάλα, θλιβερά –
το αλαφρό της πέταμα βαραίνει
απ΄ τα ζαρωμένα της φτερά.

Είναι δύση – αλήθεια – ευλογημένη,
ήμερος καιρός, χαρά Θεού...
κι όλο το από μέσα του σπιτιού
άμοιαστο αντιφέγγισμα λαβαίνει :

κόκκινος ηλιόγυρος αγάλι
βασιλεύει μες στην εξοχή,
– μες στην ησυχία, που η ανεμοζάλη
την παραμονεύει κ΄ η βροχή...

Αύριο θα μαυρίσει μες στο σπίτι,
θάρθει ανεμολόι, κι ογρή νοτιά...
Και, ήλιο αποζητώντας και φωτιά,
θα συχνοσπαράζει στον φεγγίτη.

Ρόδα στα ποτήρια πια δε θάναι,
μήτε δαυλιά ακόμα στη γωνιά,
κρύες οι φούχτες, δε θα τη χωράνε,
κ΄ η καρδιά μας θάχει παγωνιά.

Κ΄ έτσι, σαν την ίδια μας τη νειότη,
τ΄ άσπρο της φτερό θα μαραθεί,
όπως έχει η αγάπη μας χαθεί,
κ΄ η επουράνια η μνήμη μας η πρώτη...

Επάνω


Το πικρό μάλωμα 


Άκρη το ανώνυμο όργανο
στην κρύα πλατεία σαλεύει
κι άσφαλτα τις παράκαιρες
τις νότες του δουλεύει.

Δε μελετάει τα ονείρατα
κι – απόψε – ένα προς ένα
δε λύνονται τα μυστικά
και τα μαρτυρημένα.

Δεν πάει να παραπονεθεί,
μηδέ να καλοπιάσει :
μόνο ερεθίζει την καρδιά
και κλαίει για να δαγκάσει.

Πιο αλύγιστα, παρά γλυκά,
ξορκίζει και μαλώνει.
Κι ως νάταν λόγος, που άσκεπο
το πείσμα τον κλειδώνει,

ήχος σκληρός κι αγύριστος,
που το σκοπό του χάνω,
πάει κ΄ έρχεται στα τέλια του
και στα κλειδιά του απάνω

τόσο πολύ, που είν΄ αρκετό
για την ψυχή, – ως να πάψει –
όχι να στέρξει, – μοναχά
να δυνηθεί να κλάψει.-

Επάνω


Νυκτερινό 


Το βορεινό ουρανό κλωθογυρνούνε
τ΄ άστρα τα εφτά τα σταυρωμένα.

Μέσα από τα σκοινιά που αργοσαλεύουν
κι απ΄ τα λογής κατάρτια τα γερμένα
(άκου, πώς πάνε κι έρχονται, λυπητερά, ολοένα!)
μέσα από τα σκοινιά που αργοσαλεύουν
στον ξάστερο ουρανό πώς τρεμουλιάζουν
πάνω απ΄ το μώλο τ΄ άστρα στηλωμένα!

Μέσα στην άδειαν ύπαρξή μου
εσένα, γλυκό μάτι, που χαράζει
ο Αυγερινός, εσένα έχω κρατήσει,
πάνω απ΄ την τρικυμία που έχει φυσήσει
να κυβερνάς, καλόβουλο κι αγαπημένο αστέρι.

Λάμψη τόσο ακριβή, πώς μου μερώνεις
μια χειμωνιά γυμνή και παγωμένη!
Μέσα της τώρα
είσ΄ η Πλειάδα, που ανεβαίνει.-

Επάνω


Oι μεγάλες λύπες (πεζό) 


Eκείνο το πρωί που ο πατέρας κι η μητέρα γύρισαν απ’ το ταξίδι, ήμαστε έξω στο δρόμο και παίζαμε με τ’ άλλα τα παιδιά.
– O Γιαννάκης τα φυλάει!
– Kαλά, κι εγώ δεν παίζω, Θοδωράκη!
– Mιχαλάκη, θα σε βαρέσω.
– Kι εγώ θα σε βαρέσω.
Έρχεται τότε έν’ αμάξι μακρουλό και σταματάει απ’ έξω από το σπίτι μας. Kι εγώ, κι ο αδερφός μου ο πιο μικρός, και τ’ άλλα τα παιδιά παρατούμε το παιγνίδι και πάμε στ’ αμάξι. Eίχε απάνω στρώματα ριγωτά, σιδερικά του κρεβατιού με χρυσά πόμολα, του κομού το μάρμαρο, κι αψηλά αψηλά έν’ αρνάκι· έν’ αρνάκι ζωντανό. H θεια μου μας φώναξε μέσ’ από το παράθυρο:
– Nά, σας φέρνουνε κι έν’ αρνάκι!
Όλα τ’ αρνάκια του κόσμου είν’ όμορφα –και ποιο δεν είναι;
Kαι το δικό μας ήταν όμορφο, κι ας ήταν μοναχά άσπρο –και τίποτ’ άλλο. Πολλά έχουνε πινελιές, πότε στο πόδι, πότε στην ουρά, πότε στη μούρη. Tούτο δεν είχε τίποτα… Όμως, μόλις το κατεβάσανε κάτω, έδειξε τόσο καλό! Eμένα, με πήρε ευθύς ξωπίσω. Tρέχω εγώ, τρέχει κι εκείνο. Aνεβαίνω εγω, ανεβαίνει και κείνο. Eίχε κάτι
ποδαράκια, το πετσί και το κόκαλο! Kαι, καθώς πηδούσε, νομίζεις πως θα σπάσουν στη μέση τα γόνατά του. Σαν τρελό.
T’ αγκαλιάζω απ’ το λαιμό, βάνω το κούτελό μου πάνω στο δικό του και του λέω:
– Bρε κουτό, πού με ξέρεις;
Έκανε σα να με ξέρει!
Ύστερ’ από λίγο, ήρθανε κι ο πατέρας με τη μητέρα. O πατέρας εγκρίνιαζε, είπε πως είμαστε αδύνατοι, πως το σπίτι είναι υγρό και πρέπει να βρούμε άλλο.
Aλήθεια, ξέχασα: θέλουμε να περάσουμε στ’ αρνάκι ένα κομμάτι σχοινί απ’ το λαιμό, για να μη μας φύγει.
– Ωσότου να του βάλουμε την κόκκινη κορδέλα! είπε η μητέρα.
Σκέφτηκα κι εγώ πως, αν είχε μια κόκκινη κορδέλα, θα ’τανε, αλήθεια, τρέλα απ’ την ομορφιά.
– Eγώ θα του την περάσω.
– Aν τα καταφέρνεις! είπε κείνη και γέλασε.
Mα το αρνάκι ήτανε πάντα τόσο κοντά με μας, που το σχοινί του σερνόταν χάμω ή μπερδευόταν στα πόδια του.
Ήταν στα μισά της Σαρακοστής, στα τέλη του Μάρτη, και, κατά τα μεσημέρια, ο καιρός έδειχνε ανοιξιάτικος. Ανοίγαμε την πόρτα κατά το περιβολάκι, το πουλάκι πάνω στο κλουβί κελαδούσε, στο δρόμο γινόταν ησυχία άκρα, και τη γιαγιά την έπιανε νύστα.
Έγερνε το καλογερίστικο το κεφάλι της πάνω στο ξυλένιο το πόμολο του καναπέ… Αχ, πού να κλείσει μάτι, αν δεν ησύχαζε κείνο! Σηκωνόταν απάνω, το ’πιανε, το πήγαινε στη γωνιά κι ήθελε εκεί με το στανιό να το ξαπλώσει.
– Κοιμήσ’! Κοιμήσ’!
Μα εκείνο δεν ήταν άξιο μήτε για μια στιγμή να την ξεγελάσει.
Μονομιάς, να σηκωθεί! Του ζουλούσε κείνη το λαιμό, κείνο πατούσε τα μπροστινά του πόδια στερεά χάμω, για νά ’βρει πάτημα να ξανασηκωθεί· μα το νύχι του γλιστρούσε στο πάτωμα, και πάλι ξαπλωνόταν χάμω· και πάλι έβανε τη φορά του· έκανε σαν άγριο άλογο που γλίστρησε στον πάγο κι έπεσε, και πάσχει.
– Μυαλό που το ’χεις, καημένη μητέρα! έλεγε η θεια μου, με τα γέλια· να βάλεις τ’ αρνί να κοιμηθεί…
Τότε, το ’παιρνα εγώ και τρέχαμε στο δρόμο, ώς τη γωνία.
Για κείνο είχα ξεχάσει και το γατάκι και τη μαϊμού της γειτόνισσας, που ερχόταν στα κρεβάτια μας κι έκανε τούμπες γύρω απ’ τις σιδερένιες ρίγες.
Εκείνο τον καιρό το γρασίδι δεν ήταν και πολύ μακριά απ’ το σπίτι. Πράσινο χορταράκι ξεφύτρωνε κάμποσο παραπέρα, ώς είκοσι λεπτά δρόμο· πράσινο χορταράκι σε λακκούβες, σε ισιώματα, άκρη σε πεσμένους τοίχους· κάπου κάπου, και κόκκινες παπαρουνίτσες, με την ογρή τη μυρωδιά, που μυρίζει μουσκεμένη γης. Τότε, έμαθα πως το χόρτο το λένε «γρασίδι» και πως το αγαπάνε τα πρόβατα, όπως εμείς, τα παιδιά, αγαπάμε τις πατάτες.
Λοιπόν, πιο πολύ από όλα, μ’ άρεσε να πηγαίνω τότες κοντά στ’αρνάκι, να σκύβω μπροστά στη μούρη του, και να τ’ ακούω να τρώει. Εκείνο καθόλου δεν με πρόσεχε, μόνο κάπου κάπου γυρνούσε τη μούρη του και κατά μένα κι έκανε «χου»· ύστερα ξανάπιανε το γρασίδι. Κι εγώ, τ’ άκουγα να το ξεριζώνει απ’ το χώμα, και την ίδια ώρα, να το κόβει με τα δόντια, να το μασουλίζει… χραπ, χραπ, χραπ, χραπ… έκοβε, έκοβε, σα να πεινούσε χρόνια και χρόνια, ή σα να φοβόταν πως το γρασίδι ήθελε σωθεί. Χραπ, χραπ, χραπ, χραπ… Ούτε πουλάκι τόσο γλυκά δεν κελάδησε, όσο τρώει έν’ αρνάκι το γρασίδι. Κι έπειτα ν’ ακούς από τόσο σιμά ένα πρόβατο να τρώει είναι σα να μπαίνεις στο πιο βαθύ το μυστικό που έχει.
Ήθελα να το φιλήσω, μα το μαλλί του συχνά ήτανε πηχτό, κολλημένο απ’ τις λάσπες, είχε και φούχτες σκόνη επάνω του, και μύριζε. Δεν μπορούσα να το φιλήσω, όμως μου άρεσε να το μυρίζω. Της κότας τα πούπουλα και του προβάτου το μαλλί είναι δυο μυρωδιές που σου μαθαίνουνε πολλά, πιο πολλά κι από ένα παραμύθι. Και μια μέρα, όλ’ αυτά τα καταλαβαίνεις, μα τα παραμύθια τα λησμονάς και πάνε.
Πολλά πολλά μου ’μαθε τ’ αρνάκι, με τα πηδήματά του, με τα τρεχάματά του, με τα δόντια του, με την αγκαλιά του, που έφτανε ώς το λαιμό του. Πολλά πράματα ωραία, που δεν τα ’μαθα στο σχολειό και που δεν ξέρω να τα πω. Έβλεπα αρνάκια και πρώτα απάνω, τις τετράψηλες καμάρες –τα πλατάνια– χάμω τα θολά νερά των
αυλακιών, και στο πλευρό, τα μεγάλα τα μαντριά με τα πολλά τα πρόβατα. Και στο σπίτι μας μέσα στη σάλα, ήταν αρνάκια – ζωγραφιστά. Ήταν ένα κάδρο στον τοίχο… Στο βάθος, φεγγαράκι κοκκινωπό. Εδώ κι εκεί, σκοτεινά ρείκια και θυμάρια. Έν’ αμαξάκι εξοχικό, πήγαινε. Στη μέση, ένα κοπάδι πρόβατα, το ένα πάνω στ’
άλλο· και ξοπίσω η βοσκοπούλα, κι είχε –για φαντάσου!– είχε έν’ αρνάκι περασμένο στο λαιμό της: με τα χέρια της, κρατούσε τα ποδαράκια του, δυο δυο. Η μαμά μού ’λεγε πως το κάδρο είχε γίνει απάνω στο τραγούδι:
«Μια βοσκοπούλα –τ’ αρνί της χάνει– στην ερημιά».
Μα στο κάδρο, η βοσκοπούλα το είχε ξαναβρεί τ’ αρνάκι της, και το ’χε βάνει έτσι, να την αγκαλιάσει.
Ωστόσο, όλα εκείνα τ’ αρνάκια ήτανε ξένα· τούτο ήτανε δικό μου. Τ’ άλλα ήτανε σαν ψεύτικα· αυτό ήτανε ζωντανό. Άλλο είναι να ’χεις ένα πράμα δικό σου, και να σ’ αγαπάει.

Κάθε Μεγάλη Παρασκευή, ο ουρανός συννεφιάζει κι αλαφροψιχαλίζει. Η μητέρα λέει: «Κι ο ουρανός πενθεί». Έπειτα, αρχίζουν οι λυπητερές καμπάνες. Ο δρόμος, γεμάτος παιδιά.
Σμίγουν, χωρίζουν, βαράνε στράκες, ανάβουν από κείνες τις «τρελές», σου ’ρχονται ανάμεσα στα πόδια. Κάπου κάπου, από μακριά, ακούς και τα βαρελότα.
Τ’ απόγεμα, σε πηγαίνουν στην εκκλησία ν’ ασπαστείς. Μα πού βρίσκονται σήμερα τόσα παιδιά; Άλλα παιδιά και δω! Τα πιο πολλά κορίτσια. Κι όλες τους κάτι κάνουν, κάτι σιάχνουν, κάτι φέρνουν, κάτι καταπιάνουνται. Η εκκλησία, περιβόλι.
Κι η καρδιά του περιβολιού, η Αγια-Τράπεζα, στημένη στη μέση· έν’ άσπρο μεταξωτό πανί, κι απάνω χρυσοκέντητος ο Ιησούς Χριστός, πεθαμένος ο Ιησούς Χριστός… κρύο το χρυσάφι του, κρύα τα τριαντάφυλλα που είναι σκόρπια πάνω του και τα πιότερα χάμω… Σου ’ρχεται να κλάψεις, και πάλι ντρέπεσαι· καλά
καλά δεν καταλαβαίνεις τι σου γίνεται· λες: «καλύτερα να φύγουμε», κι όμως πιο πολύ θέλεις να μείνεις. Κι εσύ δεν ξέρεις…
Μα εκείνο που δεν το θέλεις καθόλου, είναι να περάσεις από κάτω απ’ την Αγια-Τράπεζα, μια, δυο, τρεις φορές –να μπεις απ’ τη μια μεριά και να βγεις απ’ την άλλη· και τ’ άλλα τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, να σε κοιτάνε… Κι όμως πρέπει, αλλιώς δε γίνεται.
Όταν φύγαμε για ν’ ασπαστούμε τον Επιτάφιο, ήθελε νά ’ρθει
και τ’ αρνάκι. Σκοτώθηκε να μας πάρει ξοπίσω! Κι άμα το αποτράβηξαν, τίναξε το σχοινί του και ξέφυγε και μας έφτασε. Τότε, γυρίσαμε πίσω, για να το ξεγελάσουμε και να μείνει. Κι εγώ, πρώτηφορά τότε του θύμωσα και, στο θυμό μου, του ’δωσα μια πάνω στο κεφάλι. Στο τέλος, το ’δεσα σφιχτά απ’ το δέντρο, να φωνάζει εκεί του κάκου.
Στο γυρισμό, τ’ αρνάκι έλειπε! Η αυλίτσα ήταν μούσκεμα στα νερά, κι εκείνο έλειπε.
– Τ’ αρνάκι μάς έφυγε! είπε η μητέρα.
Έφυγε τ’ αρνάκι; Και ποιος τ’ άφηκε να φύγει; Πού είχατε το νου σας;
Πρώτη μου φορά θύμωσα που με πήραν τα κλάματα.
– Εγώ θα πάω να το βρω! είπα. Γιατί στοχάστηκα πως κι εγώ έφταιγα. Έν’ από τα δυο: ή το ’κανε επειδή το χτύπησα και δεν τ’ αγαπούσα, ή –το κακόμοιρο– έτρεξε να μας βρει και χάθηκε.
«Μια βοσκοπούλα –τ’ αρνί της χάνει– στην ερημιά…»
– Τέτοια ώρα, πού θα πας; φώναξε η μητέρα. Τώρα νύχτωσε, θα περάσει κι ο Επιτάφιος.
– Εγώ θα πάω! φώναξα με τα κλάματα. Κι έτρεξα κατά την πόρτα. Μα το ’λεγα επίτηδες. Πού να πάω; Εγώ περίμενα να κάνω τους άλλους να κουνηθούν… Στάθηκα κι αφογκραζόμουν, μήπως ακούσω απ’ τα στενά τη φωνή του. Τίποτα! Μοναχά οι στράκες, τα βαρελότα… Γύρισα κατά μέσα. Στο μαγερειό, ήτανε κιόλας φως.
Είχαν ανάψει τη λάμπα, και σ’ ένα τραπέζι απάνω βρίσκονταν ένα σωρό κόκκινα κόκαλα, κόκκινα κρέατα και πέτσες άσπρες. Η θεια μου είχε ένα ξυλαράκι, ψιλό σα μολύβι, και γρήγορα, το περνούσε μέσα από τ’ αντεράκια που δεν είχαν τελειωμό. Στάθηκα και κοιτούσα κι απολησμονήθηκα. Όμως μονομιάς ξανάρθα στο σκοπό μου.
– Πάμε να βρούμε τ’ αρνάκι! Πάμε να το βρούμε! Έλα σήκω!
Και την τραβούσα.
Μπα! Μήτε σάλευε, μήτε με παρηγορούσε κανείς.
Στο τέλος, είπε η μητέρα:
– Αύριο, άμα ξημερώσει, θα στείλω εγώ άνθρωπο να το βρει, να μας το φέρει.
Μα όχι, ώς το πρωί θα μας το ’χουν πάρει σ’ άλλο σπίτι· μπορούσαν να το βρούνε οι λύκοι να το φάνε!
– Τώρα θέλω, τώρα! Θύμωσα, χτύπησα τα πόδια μου, κουνούσα το τραπέζι, έσχισα το τετράδιό μου που έγραφα τις αριθμητικές… Τότε η μητέρα μου μ’ έπιασε απ’ το χέρι και μου ’δωσε μια μπάτσα στο μάγουλο.
– Δεν ήθελα να σε χτυπήσω τέτοια μέρα, μα εσύ είσαι θηρίο.
Κι εγώ τα παράτησα πια όλα! Έτρεξα μέσα, στον καναπέ της γιαγιάς, ανέβηκα πάνω, έγινα όλος μια φούχτα, κι εκεί, στα σκοτεινά, ζούλησα το κούτελό μου πάνω στα «μακάτια» που μύριζαν αλαφρό λιβάνι, κι έκλαιγα. Μ’ έτσουζε το μάγουλό μου, μα δεν έκλαιγα γι’ αυτό. Καλά να πάθεις! έλεγα στον ίδιο τον εαυτό μου. Εσύ πονάς· εκείνο τάχα δεν πονούσε, που το χτύπησες στο κεφάλι; Κι άλλες, κι άλλες μπάτσες να φας στα μάγουλα!
Ακούς, να χαθεί τ’ αρνάκι και κανέναν να μην τον μέλει! Ώς αύριο! Τόσες ώρες, ώς αύριο το πρωί! Και να το ’χω και χτυπήσει στο κεφάλι!…
Μήτε αύριο, μήτε ποτέ. Δεν εξαναβρέθηκε. Μου ’μεινε πάλι η γάτα κι η μαϊμού της γειτόνισσας. Πέταξα τη γαβάθα του, που του ζύμωνα κάποτε το φαΐ του, και την έσπασα. Είχα βρει και μια κόκκινη κορδέλα να του περάσω στο λαιμό, άμα θα γινόταν Ανάσταση. Και μ’ αυτήν ετριπλόδεσα της γάτας το λαιμό, που παραλίγο να την πνίξω.
Όχι! Ένα παιδί, άμα αγαπάει έν’ αρνάκι, στιγμή να μην τ’ αφήνει από κοντά του! Αν είναι σκύλος, ή γάτα, ή πουλί, δεν πειράζει. Αυτά το θέλουνε το σπίτι, και το κατοικούνε. Μα το αρνάκι αγαπάει την εξοχή και φεύγει, και χάνεται.

Επάνω


Στοχασμοί για τη ζωή και την τέχνη 


1
"Η ποίηση - είπε ο Πόε - δεν είναι το Έργο μου : είναι το πάθος μου". Λακωνικότερος και ακριβέστερος χαρακτηρισμός δεν ημπορούσε να δοθεί. Για τη λογική, υπάρχει στην Κριτική αρκετός τόπος. Για την ψυχολογία, υπάρχει στην πρόζα αρκετό έδαφος. Για την ποίηση είναι το πάθος σε όλη του την κλίμακα.


2
Υπάρχει στην ποίηση μουσική, είναι η γοητεία της. Όπως ο υπνωιστής δεν γοητεύει με τα λόγια, αλλά με τον τόνο της φωνής, το ίδιο και ο ποιητής : αίρεται από τα λόγια, προς τον τόνο , που σαν ρεύμα σε υπόκωφη κίνηση, περιστρέφεται γύρω απ΄ τον έναρθρο λόγο.


3
"Και μες στην τέχνη πάλι ξεκουράζομαι από τη δούλεψή της" είπε ο ποιητής. Ώ, δεν υπάρχει καμιά αγωγή τελειώτερη για τον ποιητή, παρά η ίδια η ποίηση, η μακρότατη ποιητική παράδοση, ο μέγας αυτός κόσμος ! Ανεξάρτητη από τη τέχνη η ζωή είναι μιά αδρανής ύλη, μιά σύγχυση υποδεέστεση, ασυστηματοποίητη κι ανοργάνωτη και πού - το χειρότερο - δεν έχει ανάγκη από τίποτε πιό πολύ ... Στον κόσμο δεν υπάρχει άλλο, από προσωπικές συλήψεις, προσωπικές αγωνίες, προσωπικές μορφές. Η αντικειμενικότητα είναι απάτη.


4
Η φαντασία είναι ο θησαυρός, του οποίου ποτέ δεν θα αντιληφθούμε ακέρια τη σημασία. Θεμέλιο όπου βασίζονται τα πάντα, ακόμη και η βούληση και η ζωή.


5
Η πίκρα, η απόγνωση, η απογοήτευση, η τραγικότητα, δεν είναι δυστυχήματα για τον καλλιτέχνη. Δυστύχημα είναι ο περισπασμός και η παραζάλη, η απορρόφηση της πεζότητας της ζωής.


6
Είναι ψευδές ότι υπάρχουν πραγματικότητες - φυσικές, κοινωνικές ή ατομικές - ανώτερες από ένα αντίστοιχο έργο τέχνης : απλώς, το έργο αυτό της τέχνης δεν είναι το ανώτερο στο θέμα του.


7
Η κλίση, η ιδιοφυία, η φαντασία, απλουστεύουν πράγματα, εμπρός στα οποία ο ψύχραιμος τρίτος κυριεύεται από ίλιγγο κοπώσεως.


8
Η αίσθηση της ομορφιάς δεν έρχεται παρά με τον εσωτερικό ξεπεσμό. Ωραίο δεν υπάρχει για το παιδι. Το έχει ξεπεράσει.


9
Αν η θρησκεία χαθεί κάποτε ολοκληρωτικά από τη γη, η αξιολογία των ανθρώπινων πράξεων θα βασισθεί πάνω στην Αξιοπρέπεια.


10
Δεν υπάρχει τίποτε το πιό αντικαλλιτεχνικό, το πιό αφιλοσόφητο, το πιό εφιαλτικό, από το να λετρεύει κανείς το πλήθος, τον όγκο, το μέγεθος, τον αριθμό !


11
Ποτέ δεν αισθάνεται κανείς τον εαυτό του τόσο πλούσιο σε δύναμη, όσο όταν την ξοδεύει.


12
"Είναι σαν την κούκλα" λέγουν οι απλοί άνθρωποι για να χαρακτηρίσουν τη μεγάλη φυσική ομορφιά. Η τέχνη λοιπόν δεν είναι το κριτήριο για τη φύση ;


13
"Πολιτισμός - μας εδίδαξαν στα φοιτητικά μας χρόνια - είναι αύξηση των αναγκών του ανθρώπου". Και όμως, μήπως είναι εντελώς το αντίθετο ;


14
Μετάπλαση του θαυμασμού πρός το ποσόν, σε έρωτα προς το ποιόν, αυτό είναι το πρώτο στοιχείο πολιτισμού.


15
Το κωμικό, λέγουν πηγάζει από την αντίθεση. Αλλά από που αλλού το τραγικό ;


16
Τι άλλο είναι ο πόνος παρά εγωισμός ;


17
Η περιφρόνηση, η αδιαφορία των νέων προς του πρεσβυτέρους είναι, συχνά, η μόνη για τους νέους εξεύρεση όρων υπάρξεως.


18
Αγαθό και Κακό είναι, στην ακρότατή τους απλοποίηση, στην ταπεινότατή τους ενανθρώπιση, δύο έννοιες που πηγάζουν από δύο άλλες, απείρως ανώτερες, ελεύθερες, μεγλοπρεπείς,
υπερφυσικές.

Επάνω


Το περιθώριο 


Η πρώτη βάσιμη, απόλυτη λύτρωση της ζωής είναι η συγκίνηση, η δεύτερη, είναι το πάθος, η τρίτη είναι το πάθος το αισθησιακό. Τα λοιπά είναι φαντασιοπληξίες.

Για τον άνθρωπο, που αξίζει τ' όνομά του, στην αντίστοιχη ανιούσα της Λύπης, δεν είναι η ανόητη Ευτυχία, μήτε η ακαθόριστη και κουραστική Χαρά : παρά η συγκίνηση, το πάθος, η έκσταση.

Καθώς οι στάσεις των αγαλμάτων της κλασικής αρχαιότητας της δίνουν την αίσθηση της αιωνιότητας μέσα στο χρόνο παρόμοια κι' από κάθε καλλιτέχνημα, - κάτω απ' το ξετύλιγμα των περιστατικών και τη σύγκρουση των παθών μ' όλη τους τη σφροδρότητα - πρέπει ν' αναδίδει και να μεταγγίζεται στην ψυχή μας μιά έννοια
απόλυτης ισσοροπίας, μιά βαθύτατη κ' εσωτερική ιδέα στάσης, - αποκρυστάλλωτη κι ακινησία, ομόρρυθμη με τους νόμους τους πνευματικούς. Και η εκδήλωση τούτη είναι για τον δημιουργό, το πνεύμα της τεχνικής, και για τον θεατή ή τον αναγνώστη, η αποκατάσταση που ζητά στο βάθος της τέχνης χωρίς νάχη τη συνείδησή της.

Μιά πηγή μελαγχολίας είναι η αταξία κ' η ασχήμια.

Το γυάλινο πρίσμα είναι η ανάλυση του φωτός σε χρώματα : η Αιολική άρπα δεν είναι τάχα η ανάλυση του ανέμου σε μουσικές νότες ;

Για τον καλλιτέχνη, η τέχνη δεν πρέπει να είναι το υπόλοιπο της ζωής, - το περίσσευμα ή - συχνά - το υστέρημά της. Πρέπει να είναι η μετουσίωση της ζωής.

Ότι μας επιβάλλει την έννοια του Απείρου, έιναι η λογική. Η φαντασία δεν μπορεί να την συλλάβει.

Ένας Στωικός μπορεί να πει : - ¨Τι σε μέλλει κι' αν δυστυχείς ; Τι σε μέλλει κι' αν δεν λυτρώνεσαι στη ζωή ; - Αν παραδέχεσαι πως υπάρχει επιβίωση κ' αιωνιότητα, φαντάσου, πόσον ασήμαντο ίχνος θα φύγη μέσα σ' αυτήν, ο τωρινός καιρός της θλίψης σου ! Αν πάλι πιστεύεις πως ο τάφος είναι εκμηδένιση, τι σημασία θάχε ένας τωρινός καιρός ευτυχισμένος, μέσα στην αιώνια λήθη που για πάντα θα σε σκεπάσει ;"
Ναι, - μα αμφιβάλεις : μήπως δεν πρόκειται απλώς για ένα δίλημμα ; μήπως και τρίτη υπόθεση μπορεί να υπάρξει ; "Αν η φτωχούλα τούτη στιγμή, η πρόσκαιρη τούτη ανθρώπινη ζωή, είναι καμωμένη για νάναι η βάση κ' η αφετηρία για μιά παντοτεινήν επιβίωση ;"

Προτιμώτερος ο κάματος, παρά η τύψη.

Οι απλοί στοχασμοί κ' οι πρωτόγονες κρίσεις ξαναγυρίζουν μέσα μας σαν χρησμοί σοφίας, επιστρεφόμενοι απ' τα πράγματα, τα πρόσωπα, τη ζωή.

Ποιά βαθειά κ' εφτασφράγιστην αποκάλυψη κρύβουν οι μεταχειρισμένες λέξεις που πάνε κ' έρχονται κάθε μέρα εμπρός στα μάτια μας, φαίνεται μόνο μέσα στα έργα των αληθινών ποιητών.

Επάνω


Άκου, το κέρας θλίβεται (Μετάφραση - Paul Verlaine) 


Άκου, το κέρας θλίβεται κατά τα δάση
κι έχει τόσον καημό, που ορφάνιες θυμίζει
κι έρχεται ως του βουνού τα πόδια να σωπάσει
με τ' αγέρι που τρέχει και στενά γαβγίζει.

Του λύκου κλαί' η ψυχή σε τούτη τη φωνή
που βγαίνει (όπως κι ο ήλιος, που όλο χαμηλώνει)
από μιαν αγωνία που μοιάζει ταπεινή
και που μια σε μαγεύει, μια σε φαρμακώνει.

Το παράπονο τούτο ως για να το χορταίνει,
σε ξέφτια μακρουλά το χιόνι κατεβαίνει,
με τον ήλιο που μέσα στο αίμα βασιλεύει.

Στεναγμός χινοπώρου μοιάζει η ατμοσφαίρα:
ω, τόσο είναι γλυκιά η μονότονη εσπέρα,
που ο τόπος ο ήμερος τον ύπνο του γυρεύει.

Επάνω





.