Βρεττάκος Νικηφόρος


Δείγματα γραφής


Ο πράσινος κήπος
Ο άνθρωπος ο κόσμος και η ποίηση
Οι μουσικοί αριθμοί
Ένας μικρότερος κόσμος
Η Ελληνική γλώσσα
Ο αγρός των λέξεων
Αν δεν μου ‘δινες ποίηση Κύριε
Μια μυγδαλιά και δίπλα της…
Η βρύση του πουλιού
Ειρήνη είναι όταν…
Διεθνής Παιδούπολη Πεσταλότσι
Μαζεύω τα πεσμένα στάχια
Επιστροφή
Σου στήνω μια καλύβα
Επιστροφή στο βουνό
Δίχως εσέ
Το παιδί με τη φυσαρμόνικα
Ελεγείο πάνω στον τάφο ενός μικρού αγωνιστή
Γαλήνη
Γράμμα
Ανάμνηση απ’ τον Ταΰγετο
Της Σπάρτης οι πορτοκαλιές…
Γράμμα στον άνθρωπο της πατρίδας μου
Πλούμιτσα
Πικραμένος αναχωρητής
Μεταρσίωση
Γένεση
Σεμινάριο
Τα λουλούδια προσεύχονται για τα παιδιά
Ποιήματα για το ίδιο το βουνό
Οι μικροί γαλαξίες
Αν σου λείψω μια νύχτα
Μες τη διαφάνεια του πρωινού
Επίμονη γονικλυσία
Απόκριση
Το καθαρότερο πράγμα της δημιουργίας



Ο πράσινος κήπος


Έχω τρεις κήπους. Μια θάλασσα, έναν
ουρανό κι έναν πράσινο κήπο: τα μάτια σου.
Θα μπορούσα αν τους διάβαινα και τους τρεις, να σας έλεγα
που φτάνει ο καθένας τους. Η θάλασσα ξέρω.
Ο ουρανός, υποψιάζομαι. Για τον πράσινο κήπο μου,
μη με ρωτήσετε.


Επάνω


Ο άνθρωπος ο κόσμος και η ποίηση


Ανάσκαψα όλη τη γη για να σε βρω.
Κοσκίνισα μες την καρδιά μου την έρημο, ήξερα
πως δίχως τον άνθρωπο δεν είναι πλήρες
του ήλιου το φως. Ενώ, τώρα κοιτάζοντας
μες από τόση διαύγεια τον κόσμο,
μες από σένα – πλησιάζουν τα πράγματα
γίνονται ευδιάκριτα, γίνονται διάφανα –
τώρα μπορώ
ν’ αρθρώσω την τάξη του σ’ ένα μου ποίημα.
Παίρνοντας μία σελίδα θα βάλω
σ’ ευθείες το φως.


Επάνω


Οι μουσικοί αριθμοί


Χωρίς τη μαθηματική τάξη, δεν στέκει
τίποτε: Ούτε ουρανός έναστρος,
ούτε ρόδο. Προπαντός ένα ποίημα.
Κι ευτυχώς ότι μ’ έκανε η μοίρα μου
γνώστη των μουσικών αριθμών,
ότι κρέμασε μιαν αχτίνα πλέον
το άστρο την ημέρας στην όρασή μου
και κάνοντας τα γόνατά μου τραπέζι
εργάζομαι, ως να ‘ταν να φτιάξω
έναν έναστρο ουρανό, ή ένα ρόδο.


Επάνω


Ένας μικρότερος κόσμος


Αναζητώ μιαν ακτή να μπορέσω να φράξω
με δένδρα ή καλάμια ένα μέρος
του ορίζοντα. Συμμαζεύοντας το άπειρο, να ‘χω
την αίσθηση: ή πως δεν υπάρχουνε μηχανές
ή πως υπάρχουνε πολύ λίγες• ή πως δεν υπάρχουν στρατιώτες
ή πως υπάρχουνε πολύ λίγοι• ή πως δεν υπάρχουνε όπλα
ή πως υπάρχουνε πολύ λίγα, στραμμένα κι αυτά προς την έξοδο
των δασών με του λύκους• ή πως δεν υπάρχουνε έμποροι
ή πως υπάρχουνε πολύ λίγοι σε απόκεντρα
σημεία της γης όπου ακόμη δεν έγιναν αμαξωτοί δρόμοι.
Το ελπίζει ο θεός
πως τουλάχιστο μες στους λυγμούς των ποιητών
δεν θα πάψει να υπάρχει ποτές ο παράδεισος.


Επάνω


Η Ελληνική γλώσσα


Όταν κάποτε φύγω από τούτο το φως
θα ελιχθώ προς τα πάνω όπως ένα
ρυακάκι που μουρμουρίζει.
Κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα
στους γαλάζιους διαδρόμους
συναντήσω αγγέλους, θα τους
μιλήσω ελληνικά, επειδή
δεν ξέρουνε γλώσσες. Μιλάνε
μεταξύ τους με μουσική.


Επάνω


Ο αγρός των λέξεων


Όπως η μέλισσα γύρω από ένα άγριο
λουλούδι, όμοια κ’ εγώ. Τριγυρίζω
διαρκώς γύρω απ’ τη λέξη.

Ευχαριστώ τις μακριές σειρές
των προγόνων, που δούλεψαν τη φωνή,
την τεμάχισαν σε κρίκους, την κάμαν
νοήματα, τη σφυρηλάτησαν όπως
το χρυσάφι οι μεταλλουργοί κ’ έγινε
Όμηροι, Αισχύλοι, Ευαγγέλια
κι άλλα κοσμήματα.

Με το νήμα
των λέξεων, αυτόν το χρυσό
του χρυσού, που βγαίνει απ’ τα βάθη
της καρδιάς μου, συνδέομαι• συμμετέχω
στον κόσμο.
Σκεφτείτε
Είπα και έγραψα, «Αγαπώ».


Επάνω


Αν δεν μου ‘δινες ποίηση Κύριε


Αν δε μου ‘δινες ποίηση, Κύριε,
δε θα ‘χα τίποτα για να ζήσω.
Αυτά τα χωράφια δε θα ‘ταν δικά μου.
Ενώ τώρα ευτύχησα να ‘χω μηλιές,
να πετάξουνε κλώνους οι πέτρες μου,
να γιομίσουν οι φούχτες μου ήλιο,
η έρημος μου λαό,
τα περιβόλια μου αηδόνια.

Λοιπόν πως σου φαίνονται ; Είδες
τα στάχυα μου, Κύριε ; Είδες τ’ αμπέλια μου ;
Είδες τι όμορφα που πέφτει το φως
στις γαλήνιες κοιλάδες μου ;
Κι έχω ακόμη καιρό !
Δεν ξεχέρσωσα όλο το χώρο μου, Κύριε.
Μ’ ανασκάφτει ο πόνος μου κι’ ο κλήρος μου μεγαλώνει.
Ασωτεύω το γέλιο μου σαν ψωμί που μοιράζεται.

Όμως
δεν ξοδεύω τον ήλιο μου άδικα.
Δεν πετώ ούτε ψίχουλο απ’ ότι μου δίνεις.
Γιατί σκέφτομαι την ερημιά και τις κατεβασιές του χειμώνα.
Γιατί θα ‘ρθει το βράδι μου. Γιατί φτάνει όπου να ‘ναι
το βράδι μου, Κύριε, και πρέπει
να ‘χω κάμει πριν φύγω την καλύβα μου εκκλησιά
για τους τσοπάνηδες της αγάπης.


Επάνω


Μια μυγδαλιά και δίπλα της…


Μια μυγδαλιά και δίπλα της,
εσύ. Μα πότε ανθίσατε ;
Στέκομαι στο παράθυρο
και σας κοιτώ και κλαίω.

Τόση χαρά δεν την μπορούν
τα μάτια.
Δός μου, Θεέ μου,
όλες τις στέρνες τ’ ουρανού
να στις γιομίσω.


Επάνω


Η βρύση του πουλιού


Κάνε με αηδόνι Θεέ μου, πάρε μου όλες
τις λέξεις κι άφησέ μου τη φωτιά,
τη λαχταρά, το πάθος, την αγάπη,
να τραγουδώ έτσι απλά, όπως τραγουδούσαν
οι γρύλοι μία φορά κι αντιλαλούσε
η Πλούμιτσα τη νύχτα. Όπως η βρύση
του Πουλιού μες στη φτέρη. Να γιομίζω
με το μουμούρισμά μου τη μεγάλη
κυψέλη τα’ ουρανού. Να θησαυρίζω
τα νερά των βροχών και τις ανταύγειες
απ’ το θαύμα του κόσμου. Να μ’ απλώνουν
τις φούχτες του οι άνθρωποι κι ένας – ένας
να προσπερνούν. Κι αδιάκοπα να ρέω
τη ζωή, την ελπίδα, τη λάμψη του ήλιου,
του ηλιογέρματος το γαρουφαλένιο
ψιχάλισμα στα όρη, τη χαρά,
τα χρώματα να ρέω του ουράνιου τόξου
και τη βροχούλα της αστροφεγγιάς.
Ω τι καλά που ‘ναι σ’ αυτόν τον κόσμο !


Επάνω


Ειρήνη είναι όταν…


Ειρήνη, λοιπόν,
είναι ότι συνέλαβα μες απ’ την έκφραση
και μες απ’ την κίνηση της ζωής. Και Ειρήνη
είναι κάτι βαθύτερο απ’ αυτό που εννοούμε
όταν δεν γίνεται κάποτε πόλεμος.
Ειρήνη είναι όταν τ’ ανθρώπου η ψυχή
γίνεται έξω στο σύμπαν ήλιος. Κι ο ήλιος
ψυχή μες στον άνθρωπο.
         (Απόσπασμα από το έργο: Δύο άνθρωποι μιλούν για την ειρήνη του κόσμου)


Επάνω


Διεθνής Παιδούπολη Πεσταλότσι


Τα πρόσωπα των παιδιών είναι πατρίδες
φερμένες εδώ απ’ τα τέσσερα σημεία της γης
για ένα διάλογο αγάπης. Κοινό το χορτάρι κι ο ήλιος
και τα χέρια που παίζουνε. Βλέπετε αυτά τα παιδιά
που τα μάτια τους είναι γιομάτα ουρανό
και αθωότητα ; Είναι οι ίδιοι αυτοί
που σκοτώθηκαν στους πολέμους.
που εξωσμένοι απ’ του κόσμου αυτού την αδιαίρετη
σκηνή επαιτήσανε το δικαίωμα
να χαρούνε τη γη που τους γέννησε:
Να κάθονται πάνω της ή να πορεύονται,
να μαζεύουν λουλούδια, να ψαρεύουν στις λίμνες,
να σκάφτουν, να χτίζουν, να θαυμάζουν τον κόσμο
μες απ’ των άσπρων τους σπιτιών τα παράθυρα
δίχως φόβο, ασφαλείς και ισότιμοι
απέναντι στη βροχή. Οι ίδιοι που πάλαιψαν
γενναία το αδυσώπητο σκοτάδι
και πέσανε. που έκαμαν
όμορφα όνειρα. Δεν ήτανε διαφορετικά
το γέλιο, τα χέρια, οι κινήσεις τους,
κι όμως σκοτώθηκαν. Τα μάτια τους ίδια
το φως που ζητούσανε.
Κάθε πρωί
που βγαίνει ο ήλιος στην πόλη του Τρόγγεν,
στο χωριό Πεσταλότσι, τα πράγματα είναι
το ίδιο απλά, όπως άλλωστε ήταν πάντοτε
σε τούτο τον κόσμο. Μονάχα πως τα πρόσωπα
εδώ των παιδιών είναι πατρίδες.
Κάθε πρωί, με το ίδιο τραγούδι
και κάτω απ’ την ίδια υπόσχεση
αγάπης
όλα μαζί
είναι η Υδρόγειος που προσεύχεται.


Επάνω


Μαζεύω τα πεσμένα στάχια


Μαζεύω τα πεσμένα στάχια να σου στείλω λίγω ψωμί,
μαζεύω με το σπασμένο χέρι μου ότι έμεινε απ’ τον ήλιο
να σου το στείλω να ντυθείς. Έμαθα πως κρυώνεις.

Την πράσινη σου φορεσιά να την φορέσεις την Λαμπρή !
Θα τρέξουν μ’ άνθη τα παιδιά. Θα βγουν τα περιστέρια,
κ’ η μάνα σου με μια ποδιά, πλατιά, γεμάτη αγάπη !

Πάρε όποιο δρόμο, όποια κορφή, ρώτα όποιο δένδρο θέλεις
Μ’ ακούς ; Οι δρόμοι όλης της γης βγαίνουνε στην καρδιά μου
Μην ξεχαστείς κοιτάζοντας το φως. Τ’ ακούς ; … Να ‘ρθεις !


Επάνω


Επιστροφή


Με σπαραγμό κρατώντας τη βαριά καρδιά μου
βρήκα το πατρικό μου σπίτι να κοιτάζει,
μες απ' τις φυλλωσιές, σαν άλλοτε, τη δύση.

-με σπαραγμό κρατώντας τη βαριά καρδιά μου.

Γοργά το τζάκι η μάνα μου τρέχει ν' ανάψει.
Κ' ενώ απ' την πόρτα βλέπω τις γλυκές του λάμψεις,
με σπαραγμό κρατώντας τη βαριά καρδιά μου
δε μπαίνω μέσα. Απέξω κάθομαι και κλαίω...


Επάνω


Σου στήνω μια καλύβα


Σου στήνω μια καλύβα, στους αιώνες των αιώνων,
ένα κήπο να περπατάς,ένα ρυάκι να καθρεφτίζεσαι,
μια πλούσια πράσινη φραγή να μην σε βρίσκει ο άνεμος
που βασανίζει τους γυμνούς - στους αιώνες των αιώνων!
Σου στήνω τ' οραμά σου πάνω σ' όλους τους λόφους,
να σου φυσάει το φόρεμα η δύση με δυο τριαντάφυλλα,
να γέρνει ο ήλιος αντίκρυ σου και να μη βασιλεύει,
να κατεβαίνουν τα πουλιά να πίνουνε στις φούχτες σου
των παιδικών ματιών μου το νερό - στους αιώνες των αιώνων.


Επάνω


Επιστροφή στο βουνό


Δε θα ξανάρθω πια κοντά σου
να μην ακούσεις το ποτάμι
που μες στο στήθος μου κυλά.
Αν δεις τον ήλιο να σου γνέφει
τον έσπερο να σε ρωτά,
βάλε τα σπάρτα τα μαλλιά σου
τις μυγδαλιές στην αγκαλιά σου
κι' έβγα νυφούλα στα βουνά

Έβγα νυφούλα στα βουνά.
κι' αν σε ρωτήσουνε τ' αλάφιά,
αν σε ρωτήσουν τα πουλιά,
πες τους: θα βγω με το φεγγάρι,
με τρεις αγγέλους συντροφιά!
Διπλό γαρύφαλλο στ' αφτί μου,
η μάνα μου και τ' άλογό μου,
ο Ιησούς Χριστός κ' εφτά παιδιά!


Επάνω


Δίχως εσέ


Δίχως εσέ δεν θα ‘βρισκαν
νερό τα περιστέρια
δίχως εσέ δε θ’ άναβε
το φως ο Θεός στις βρύσες του

Μηλιά σπέρνει στον άνεμο
τ' άνθη της, στην ποδιά σου
φέρνεις νερό απ' τον ουρανό,
φώτα σταχυών κι απάνω σου
φεγγάρι από σπουργίτες.


Επάνω


Το παιδί με τη φυσαρμόνικα


Θα βγω στον κάμπο να μαζέψω
τα πεσμένα φύλλα του ήλιου,
να πλάσω τις ακτίδες του -τούτο το καλοκαίρι-,
να πλάσω τις ακτίδες του σε φύλλα για να γράψω
τον ουρανό και το τραγούδι σου, Ελληνόπουλο!
Γιατί το χώμα δε με φτάνει! Δε με φτάνει το αίμα μου!
Γιατί τα δάκρια μου δε φτάνουνε να πλάσω τον πηλό μου!

Τι να το κάνω το σπίτι μου; Έξω σε τραγουδάνε!
Έξω μιλούν για σένανε! Δε μου φτάνει η φωνή μου!
Θα τρέξω εκεί που σ' άκουσα να λες "Όχι" στο θάνατο.
Θα τρέξω εκεί που πήγαινες σφυρίζοντας αντίθετα
στ' αστροπελέκι, αντίθετα στη διαταγή
και στο γλυκό ψωμί της γης! Αντίθετα
στα γαλανά σου μάτια που ήταν για τον έρωτα!


Επάνω


Ελεγείο πάνω στον τάφο ενός μικρού αγωνιστή


Πάνω στο χώμα το δικό σου λέμε τ' ονομά μας.
Πάνω στο χώμα το δικό σου σχεδιάζουμε τους κήπους
και τις πολιτείς μας
Πάνω στο χώμα σου είμαστε. Έχουμε πατρίδα.
Έχω κρατήσει μέσα μου τη ντουφεκιά σου.
Γυρίζει μέσα μου ο φαρμακερός ήχος του πολυβόλου.
Θυμάμαι την καρδιά σου που άνοιξε,
κ' έρχονται στο μυαλό μου
κάτι εκατόφυλλα τριαντάφυλλα
που μοιάζουνε
σαν ομιλία του απείρου προς τον άνθρωπο
-έτσι μας μίλησε η καρδιά σου.
Κ' είδαμε πως ο κόσμος είναι μεγαλύτερος,
κ' έγινε μεγαλύτερος για να χωρά η αγάπη.
Tο πρώτο σου παιγνίδι: Εσύ.
Το πρώτο σου αλογάκι: Εσύ.
Έπαιξες τη φωτιά. Έπαιξες το Χριστό.
Έπαιξες τον Αη-Γιώργη και το Διγενή.
Έπαιξες τους δείκτες του ρολογιού που κατεβαίνουνε
απ' τα μεσάνυχτα.
Έπαιξες τη φωνή της ελπίδας, εκεί που δεν υπήρχε φωνή.
Η πλατεία ήταν έρημη. Η πατρίδα είχε φύγει.
Ήταν καιρός! Δε βάσταξε η καρδιά σου περισσότερο
ν' ακούς κάτω απ' τη στέγη σου τ' ανθρώπινα μπουμπουνιτά της Ευρώπης!
’ναψες κάτω απ' το σακκάκι σου το πρώτο κλεφτοφάναρο...
Kαρδιά των καρδιών! Σκέφτηκες τον ήλιο, και προχώρησες...
Ανέβηκες στο πεζοδρόμιο κ' έπαιξες τον άνθρωπο!


Επάνω


Γαλήνη


Κρεμάστη ανάστροφα η σελήνη πάνω στο χάος το γαλανό
κι ο θεός προσμένει το θεό του σαν άνθρωπος στον ουρανό.


Επάνω


Γράμμα


Δεν έχω ένα φύλλο απ’ τα παλιά πράσινα δένδρα.

Σου γράφω τη λύπη μου σ’ αυτό το χαρτί.
τόσο ελαφριά που να στη φέρει ο άνεμος,
τόσο καλή και τρυφερή που να μη παραξενευτεί ο ήλιος,
ευγενική σαν τη σιωπή που περπατεί στο χορτάρι
τη νύχτα, απλή και καθαρή σαν το νεράκι που τρέχει
και δε μαντεύεις πως το γέννησε η χτεσινή καταιγίδα.

Πολλοί σκοτώθηκαν. Πολλοί ζούμε. Όλοι μας είμαστε
λαβωμένοι. Είναι βαρύς από τον πόνο μας ο κόσμος.

Με τη σιωπή της θάλασσας θα λάβεις τη λύπη μου.
Σου στέλνω αυτό το αιώνιο μου Μη με λησμόνει !
Είναι ένα φως διπλωμένο ανάμεσα σ’ ένα μικρό συννεφάκι.
Σου στέλνω αυτό το αρνάκι, μια κ’ είσαι κοντά στο θεό,
να τ’ οδηγήσεις σ’ ένα πράσινο κήπο του.

Σου στέλνω αυτό το βρέφος με το τσακισμένο ποδαράκι.
Ανέβασέ το στο παράθυρο με τον αυγερινό,
κοντά στον κόσμο, κοντά στο όνειρο,
κοντά στην καλοσύνη σου, που είναι ζεστή σα μια ανάσα μητέρας,
κοντά στο τζάκι που ονειρεύεσαι με το χέρι στο μέτωπο
την ευτυχία του πεινασμένου, του στρατιώτη, του άρρωστου.
Βάλτο κοντά στην πράσινη σημαία. Κοντά στο κόκκινο
άλογο. Στη μητέρα σου πλάι, που τριγυρισμένη
απ’ του Γενάρη τους σπουργίτες, γνέθει την ελπίδα.
Βάλτο κοντά στο στεναγμό της φιλίας. Κοντά – κοντά.
Βάλτο να κάτσει, κι άνοιχτου σαν ένα γέλιο το παράθυρο
να ιδεί τον κόσμο.


Επάνω


Ανάμνηση απ’ τον Ταΰγετο


Έστηνε η Άνοιξη την προτομή μου
σε μικρούς λόφους ειρήνης,
έλαμπε καθισμένο στο ραβδί μου ένα πουλί από φως
κ' έβρεχε ιριδισμούς στα πρόβατα το αιώνιο σέλας της αγάπης.

Μες στη σιωπή, το θαλασσί φλοίβησμα του αίματός μου
ανάδινε τον ήχο του αδραχτιού της μητέρας μου,
που ύφαινε στων σταχτιών το πράσινο και το λευκό μαλλί του αυγερινού.

Μικρός Εωσφόρος του φωτός στου Ευρώτα τις ροδοδάφνες,
έπαιρνα δίπλα τα βουνά βρεγμένος από το φεγγάρι
με δυο άσπρους κρίνους στην καρδιά,
μ' εφτά σημαίες στα χείλη,
κι απάνω από των γερακιών τις ατελεύτητες μοναξιές
επόπτευα το σύμπαν, θησαυρίζοντας τοπία
κι αλλοτινά φώτα στη μνήμη μου.


Επάνω


Της Σπάρτης οι πορτοκαλιές…


Της Σπάρτης οι πορτοκαλιές, χιόνι, λουλούδια του έρωτα,
άσπρισαν απ’ τα λόγια σου, γείρανε τα κλαδιά τους
γιόμισα το μικρό μου κόρφο, πήγα και στη μάνα μου.

Κάθονταν κάτω απ’ το φεγγάρι και με νοιάζονταν,
κάθονταν κάτω απ’ το φεγγάρι και με μάλωνε:
Χτες σ’ έλουσα, χτες σ’ άλλαξα, που γύριζες –
ποιος γιόμισε τα ρούχα σου δάκρυα
και νεραντζάνθια ;


Επάνω


Γράμμα στον άνθρωπο της πατρίδας μου


...Μην με μαρτυρήσεις!
και προπαντός να μην του πεις
πως μ' εγκατέλειψεν η ελπίδα!
Καθώς κοιτάς τον Ταϋγετο,
σημείωσε τα φαράγγια που πέρασα.
Και τις κορφές που πάτησα.
Και τα άστρα που είδα.
Πες τους από μένα,
πες τους από τα δακρυά μου,
ότι επιμένω ακόμη
πως ο κόσμος είναι όμορφος!


Επάνω


Πλούμιτσα


Πρόσμενες να με δεις όπως το δέντρο
που κουνιέται από τα άνθη του! … Όμως όχι !
Χρειάζεται πολύς ήλιος για ν’ ανθίσεις !


Επάνω


Πικραμένος αναχωρητής


Θα φύγω σε ψηλό βουνό, σε ριζιμιό λιθάρι
να στήσω το κρεβάτι μου κοντά στη νερομάνα
του κόσμου που βροντοχτυπούν οι χοντρές φλέβες του ήλιου,
ν' απλώσω εκεί την πίκρα μου, να λυώσει όπως το χιόνι.
Μήν πιάνεσαι απ' τους ώμους μου και στριφογυρίζεις
άνεμε!
φεγγαράκι μου!
Καλέ μου!
Αυγερινέ μου!
Φέξε το ποροφάραγκο! Βοήθα ν' ανηφορήσω!
Φέρνω ζαλιά στις πλάτες μου τα χέρια των νεκρών!
Στη μια μεριά έχω τα όνειρα, στην άλλη τις ελπίδες!
Κι ανάμεσα στις δυο ζαλιές το ματωμένο στέφανο!
Μη με ρωτάς καλέ μου αϊτέ, μη με ξετάζεις ήλιε μου!
Ρίχτε στο δρόμο συνεφιά να μη γυρίσω πίσω!
Κοιτάχτηκα μες στο νερό, έκατσα και λογάριασα,
ζύγιασα το καλό και το κακό του κόσμου.
Κι αποφάσισα, να γίνω το μικρότερο αδερφάκι των πουλιών!


Επάνω


Μεταρσίωση


Το πνεύμα μου, σαν ουρανός, σαν ωκεανός, σαν θάλασσα,
λύνεται απόψε στο άπειρο χωρίς να βρίσκει αναπαμό.
Τις ζώνες γύρω του έσπασε και ανατινάζεται θερμό
το πνεύμα μου σαν ουρανός, σαν ωκεανός, σαν θάλασσα.
Σαν γαλαξίας απέραντος το σύμπαν σέρνω στο χορό.
'Hλιο τον ήλιο γκρέμισα, θόλο το θόλο χάλασα,
κι είμαι σαν μιαν απέραντη, πλατιά γαλάζια θάλασσα,
που οι στενοί πάνω μου ουρανοί δε μου σκεπάζουν το νερό.


Επάνω


Γένεση


Αυτό το γαρύφαλλο, που κρατώντας το
ανάμεσα στα τρία μου δάχτυλα
το σηκώνω στο φως, μου μίλησε και
παρά τον κοινό νου μου το κατανόησα.
Μι' αλυσίδα από ατέλειωτους γαλαξίες συνεργάστηκαν,
διασταύρωσαν κάτω στη γη φωταψίες
- το σύμπαν ολόκληρο πήρε μέρος στη γέννηση
αυτού του γαρύφαλλου.

Κι' αυτό που ακούω είναι οι φωνές
των μαστόρων του μέσα του.


Επάνω


Σεμινάριο


Αν με βλέπουν να στέκομαι
όρθιος, ακίνητος, μες
στα λουλούδια μου, όπως
αυτή τη στιγμή,
θα νόμιζαν πως τα διδάσκω.
Ενώ είμαι εγώ που ακούω
κι αυτά που μιλούν.
Έχοντάς με στο μέσο
μου διδάσκουν το φως.


Επάνω


Τα λουλούδια προσεύχονται για τα παιδιά


Αναδύθηκε δάσος ζοφερό
απ' το πνεύμα μας
κι εκάλυψε τον ορίζοντα.
Μόνο ατραποί τρυπώνουν
και χάνονται μέσα στο φόβο.
Μέλλον δεν φαίνεται.

Τρέχουν, χορεύουν ανύποπτα
για ό,τι γίνεται πάνω τους
τα παιδια, ενώ γέρνοντας γύρω
και κάτω απ' τα πόδια τους, (ως
ν' ακούν τη βοή και να βλέπουν
το σύννεφο) σαν ένα απέραντο
υπαίθριο εκκλησίασμα
τα λουλούδια προσεύχονται.


Επάνω


Ποιήματα για το ίδιο το βουνό


Ι
Όχι ακόμη, δεν ήρθα να σε απο-
χαιρετήσω αδελφέ, που σε ανέβηκα
πρώτη φορά όταν ήμουν φως
σ' ένα μίσχο. Οι περσότεροι
στίχοι μου είναι κτίσματα
πάνω σου. Κι αν ο λόγος μου
γίνονταν Λόγος, θα μέναμε όρθιοι
τότε κ' οι δυό σαν πέτρες
παράλληλες. Όμως μέσα
στο ανάστατο δάσος του κόσμου
σήμερα ο Λόγος δύσκολα
ακούγεται. Αλλά τα παιδιά
το ξέρω πώς μέσ' από τα
βιβλία μου αύριο θα μαζεύουν
λουλούδια και πως θα μιλούν
για το θαύμα - ζωή, κοιτώντας
τον κόσμο μέσ' απ' τους στίχους μου.

ΙΙ
Σε ανέβαινα, σε κατέβαινα, ουρανό
φορτωμένος για τις ανάγκες μου.
Οι λέξεις μου, κάλυκες, έπρεπε
να γιομίζουν με φως. Οι στίχοι μου
γλάστρες στου Θεού το παράθυρο.

ΙΙΙ
Όταν ήρθα στον κόσμο κ' είδα
τον ήλιο, είπα: Θα πρέπει κάτι
ν' αφήσω πίσω μου φεύγοντας.

Και το βρήκα αρκετό. Ν' ανεβώ
στην κορφή σου, να πετάξω
στη γης ένα λουλούδι.

IV
Είδα τον κεραυνό, το φιδίσιο του
τίναγμα. Ταλαντεύονταν λάμποντας
από κάτω ως απάνω την κορφή σου,
μετέωρος. Κ' η σκέψη μου έπαιξε
μες το κρανίο μου σαν αστραπή:
Πηδώντας στο πρώτο του, ν' ανεβώ
ένα - ένα, από κάτω ως απάνω
τα λοξά σκαλοπάτια του.

V
Η ουράνια δαντέλα,
η σχεδόν κυματίζουσα,
των γραμμών σου, θαρρείς
όταν δύει ο ήλιος
και γιομίζει αγγέλους.

Προχωρούν, ανεβαίνουν
απ' τις δύο παρυφές
στη μεγάλη κορφή σου.

Συγκεντρώνονται πάνω της
σαν μιά χορωδία.

Όσο που τέλος,
κάποιος απ' όλους
απλώνει το χέρι
κι ανάβει τον έσπερο.

VI
Εδώ πάνω είναι ο θάνατος άγνωστος
έλεγα κ' έγραφα κάποτε. Κ' ήταν
αλήθεια. Γινόταν συχνά.
Τα περάσματα έκλειναν.
Ο κρύος αέρας κ' οι σκιές
της νυχτός δεν έβρισκαν
δίοδο.
………Συναντιόνταν
το έξω και το μέσα μου φως
κι απλωνόταν δίχως όρια γύρω μου.

VII
Ήμουν δέκα χρονών όταν χάραξα
μ' ένα σουγιά σε μια πλάκα σου
τ' όνομά μου, μόλις βγαίνει να το
συλλαβίζει ο ήλιος. Ήταν τότε
που ακόμη είχα "εγώ" μα που
αργότερα το 'σβησα, καθώς
η βροχή απ' την πλάκα σου
τ' όνομά μου.
………………Τ' όνομά μου
η φωνή ενός αηδονιού
που βγαίνει απ' το δάσος
χωρίς τ' όνομά μου.

Μου αρκεί να γνωρίζω ότι
στάζει Θεό στις ψυχές
των παιδιών η λάμψη των λέξεων.

VIII
Υποσχόμουν στο ένα που ήταν όλα.
Χαμογελούσα στο ένα που ήταν όλα.
Δεν ήσουν το ένα, καλό μου βουνό.
Σε έκαμα πρόσωπο, σε είδα λαό
και σε είδα πλανήτη. Κ' έκαμα
ένα όμορφο όνειρο: Να μεταβάλω
μ' αυτό το χαμόγελο πάνω σου
σε κρόσια ήλιου όλα τα σύννεφα,
σε φώσφορο ειρήνης μιά καταιγίδα.

IX
Είχα ανάγκη να υπάρχεις. Να βρω
ν' ακουμπήσω κάπου τη λύπη μου.
Σε καιρούς όπου όλα, πρόσωπα,
αισθήματα, ιδέες, ήταν ρευστά,
χρειαζόμουν μιά πέτρα στερεή
ν' ακουμπώ το χαρτί μου.

Μην αποσύρεις την πέτρα σου,
Κύριε, και μείνουν τα χέρια μου
στο κενό. Έχω ακόμη να γράψω.

X
Παλεύοντας διάσχισα ανέμους
πολλούς, που βρίσκαν το στήθος μου
ανοιχτό και με πάγωναν. Υδρορροές
κεραυνών το μέτωπό μου, φαγώθηκε,
έτσι που τώρα να στεκόμαστε
ο ένας μας αντίκρυ στον άλλο,
σαν δυό αδελφά γκρίζα
πετρώματα.
……………..Η γαλήνη σου
όμως και η γαλήνη μου πάντοτε.
Καθισμένος στα πόδια σου,
γιομάτος πληγές, μακαρίζω
την ύπαρξη.
…………….Η μοίρα
μου επέτρεψε απ' όλον τον μέγα
πλούτο που υμνώ, να έχω
κ' εγώ στο σύμπαν μιά πέτρα.

XI
Πολύ το προσπάθησαν οι άσχημοι
τούτοι καιροί, αλλά τέλος
δεν μου ρήμαξαν την ψυχή
για να μείνει εδώ, να στέκεται
δίπλα σου, να σε ντύνει,
σε ώρες χαρμόσυνων ημερών,
αγγελμάτων.
………………Θα 'ναι το γιορ-
τινό σου πουκάμισο.

XII
Θέλω να υφάνω, ν' αποδώσω με λέξεις
το ρυθμό του νερού, που χτυπάει
στα χαλίκια κάτω απ' τις φτέρες σου.
Ν' ακούγεται όμοια κ' η ψυχή μου
κυλώντας, λέξη τη λέξη, μέσα
στους στίχους μου, να ρέει
συνεχώς, καθαρά, τρυφερά,
(από δω ουρανός κι από κει ουρανός)
μουσική δωματίου μέσα στο χρόνο.

XIII
Με τις λέξεις σου μίλησα των τσοπάνηδων
που τις φύλαξα στο αίμα μου. Ήταν
γυμνές και τους φόρεσε ένδυμα
να ταιριάζουν στην ομιλία μου
με τον κόσμο - με τα ζώντα και μη,
που όλα μαζί σχηματίζουνε έναν
ποταμό ομορφιάς, που εδώ ακριβώς,
στους δυό μας ανάμεσα και γύρω από μας,
στο χώρο της γης, τέμνει την άβυσσο.

XIV
Το ξέρω ότι ήσουν και πριν
γεννηθώ. Το ύψος σου
πάντως βγήκε από μέσα μου.


Επάνω


Οι μικροί γαλαξίες


Πάνε κι έρχονται οι άνθρωποι πάνω στη γη.
Σταματάνε για λίγο, στέκονται ο ένας
αντίκρυ στον άλλο, μιλούν μεταξύ τους.
Έπειτα φεύγουν, διασταυρώνονται, μοιάζουν
σαν πέτρες που βλέπονται.
Όμως, εσύ,
δε λόξεψες, βάδισες ίσα, προχώρησες
μες από μένα, κάτω απ' τα τόξα μου,
όπως κι εγώ: προχώρησα ίσα, μες από σένα,
κάτω απ' τα τόξα σου. Σταθήκαμε ο ένας μας
μέσα στον άλλο, σα νάχαμε φτάσει.
Βλέποντας πάνω μας δυο κόσμους σε πλήρη
λάμψη και κίνηση, σαστίσαμε ακίνητοι
κάτω απ' τη θέα τους -
Ήσουν νερό,
κατάκλυσες μέσα μου όλες τις στέρνες.
Ήσουνα φως, διαμοιράστηκες. Όλες
οι φλέβες μου έγιναν άξαφνα ένα
δίχτυ που λάμπει: στα πόδια, στα χέρια,
στο στήθος, στο μέτωπο.
Τ' άστρα το βλέπουνε, ότι:
δυο δισεκατομμύρια μικροί γαλαξίες και πλέον
κατοικούμε τη γη.


Επάνω


Αν σου λείψω μια νύχτα


"Αν σου λείψω μια νύχτα μην ανησυχήσεις
ως το άλλο πρωί, ως το άλλο βράδυ, ως την Κυριακή.
Εδώ κάπου θα βρίσκομαι σ' έναν άρρωστο δίπλα,
μ' ένα πικρό ραβδί θα ψάχνω να βρω μια πηγή,
πόρτα σε πόρτα θα γυρνώ μ' ένα ψωμί στη μασχάλη.
Έχε αναμμένη τη φωτιά πάντοτε, γιατί πάντοτε
θα σου γυρίζω μουσκεμένος. Έχω ζεσταμένο
στα γόνατά σου ένα πουκάμισο κι έχε το νου σου
στην πόρτα και στη δημοσιά μην ακουστώ, γιατί,
δίχως λειψό αποφέγγαρο κι άστρι, κάθε φορά,
από την άκρη θα 'ρχομαι του κόσμου"


Επάνω


Μες τη διαφάνεια του πρωινού


Μες τη διαφάνεια του πρωινού άνοιξα τα παράθυρά μου
και σ' είδ' απ’ όλα τα σημεία χαρούμενη να κατεβαίνεις,
πλαγιά-πλαγιά τους ουρανούς, πλαγιά-πλαγιά τους λόφους,
σα νάρχεσαι από την αρχή κι άπ' την πηγή του κόσμου.
Κουδούνια και χαμόγελα το φόρεμά σου
που το φιλούν, και το γυρίζουν οι αύρες στο γαλάζιο
κι είσαι παντού με μι' αγκαλιά τριαντάφυλλα που φέγγουν τις
πέτρες χρωματίζοντας γύρω μου όταν βραδιάζει.
Μα όταν νυχτώνει, κλείνοντας τα τέσσερα παράθυρά μου,
ενώ στο σκούρο θαλασσί παίρνουν ν' ανθίζουν τ' άστρα,
σμίγω έξω με του σύμπαντος το μέγα φως, το φως σου,
λιώνοντας την εικόνα σου σ' άχνινα συννεφάκια.
Κι ενώ κάτω άπ' τη στέγη μου γέρνω το μέτωπό μου
κι ακούω σκυμμένος του δικού μου κόσμου τις καμπάνες,
απ' έξω υπάρχεις εσύ: φως, στερέωμα, ουρανός.


Επάνω


Επίμονη γονικλυσία


Στους εκτελεσμένους του Διστόμου
Δεν σας ξεχάσαμε
Είναι η καρδιά μας ένα ευρύ πεδίο αναστάσεως.
Δεν σας αφήσαμε άνιφτους και άντυτους,
όλο αίματα, τρύπες και χώματα.

Μάρτυς ο ήλιος μας δεν σας ξεχάσαμε !
Η καρδιά μας μεγάλωσε, απόχτησε ουρανό
με σελήνη κι αστέρια δικά της, λαμπρά,
για τους ήρωες, τους μάρτυρες τους αγίους της.
Σκηνώσατε μέσα της κι υπάρχει απ’ όταν
χάσατε εδώ τα παιδιά και τα σπίτια σας.
Υπάρχετε μέσα κι έξω από μας, στα δέντρα
που φυτέψατε και ψήλωσαν, άνθισαν, κάρπησαν
μόνα τους, δίχως εσάς. Δεν σας ξεχάσαμε !...

Κι αν δεν σας κάναμε αιώνιο τραγούδι
δεν φταίμε εμείς. Σε τούτο τον τόπο
είναι πολλά αυτά που το ύψος τους
φαίνεται δύσκολα. Περιβλημένες από ένα
πλατύγυρο φως καμωμένο από διάφανο αίμα
οι μορφές σας, στέκουν πάνω απ’ την ποίηση.
Δε χωράνε στη μουσική. Ούτε φθόγγοι ούτε λέξεις
δεν φτάνουν να φτιάξουμε, ωραίο – ωραίο, καθώς
θα της ταίριαζε, ένα ένδυμα στη θυσία σας.
Αν μπορείτε ν’ ακούσετε τη σιωπή μας, ακούστε τη
αδελφοί. Συγχωρέστε μας. Δεν σας ξεχάσαμε!


Επάνω


Απόκριση


στον ποιητή Θανάση Παπαθανασόπουλο
Ο ήλιος μοιράζεται σε κομμάτια
μέσα στους ποιητές. Είναι το αντίδωρο
που ο Θεός διανέμει στους εντολείς του.

Συμμετέχουμε στην υπόθεση του φωτός.

Ενώ φτιάχνουν εκείνοι, πουλούν, διακινούν
όπου γής κι όπου άνθρωποι όπλα
κι αποθηκεύουν αίμα σκοτώνονται όνειρα
εμείς προσπαθούμε
Να φτιάξουμε
έναν ουρανό με λίγες λέξεις.


Επάνω


Το καθαρότερο πράγμα της δημιουργίας


Δεν ξέρω, μα δεν έμεινε καθόλου σκοτάδι.
Ο ήλιος χύθηκε μέσα μου από χίλιες πληγές.
Και τούτη τη λευκότητα που σε περιβάλλω
δε θα τη βρεις ούτε στις Άλπεις, γιατί αυτό ο αγέρας
στριφογυρνά ως εκεί ψηλά και το χιόνι λερώνεται.
Και στο λευκό τριαντάφυλλο βρίσκεις μια ιδέα σκόνης.
Το τέλειο θαύμα, θα το βρεις μοναχά μες στον άνθρωπο:
λευκές επεκτάσεις που ακτινοβολούν αληθινά
στο σύμπαν και υπερέχουν. Το πιο καθαρό
πράγμα λοιπόν της δημιουργίας δεν είναι το λυκόφως,
ούτε ο ουρανός που καθρεπτζεται μες στο ποτάμι, ούτε
ο ήλιος πάνω στης μηλιάς τ’ άνθη. Είναι η αγάπη.


Επάνω