Δημητριάδης Α. Δημήτρης


Ο Δημήτρης Α. Δημητριάδης γεννήθηκε το 1955 στο Τέμενος Παρανεστίου Δράμας. Ποιητής και αρθρογράφος. Συνεργάζεται με πολλά περιοδικά κι εφημερίδες λόγου και τέχνης («Μανδραγόρας», «Ένεκεν», «Ίαμβος art», «3η χιλιετία» κ.α.), συμμετέχει σε ηλεκτρονικές ιστοσελίδες και κείμενά του μεταδίδονται από ραδιοφωνικές εκπομπές. Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα Γαλλικά, Ιταλικά και Πολωνικά. Έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές και είναι μέλος του Συνδέσμου Ιστορικών Συγγραφέων και της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών.

  

Δείγματα γραφής

 


Ποίηση

Στη σπηλιά
Όπου κι αν ταξιδέψω
Ως καθημερινό συμβάν
Δίχως πατρίδα
Οι νέοι μου ήρωες
Κούνια που σε κούναγε
Φιλοσοφώντας
Χιονίζοντας
Για τη δικαίωση της όρασης
Απόσπασμα για ένα δοκίμιο
Ενίοτε στον ύπνο μου
Τους είδα

Αρθρογραφία

Παραμυθία και απάντηση
Ποίηση : Η καρδιά της τέχνης
Μποτίλια στον άνεμο
«Οίκαδε». Τώρα
Προς τιμήν της ζωής






Στη σπηλιά

Εδώ θα με βρεις

πάντα

αιωρούμενο
στη σπηλιά της μεγάλης αγέλης.

Επάνω


Όπου κι αν ταξιδέψω

Μ’ ακολουθεί
η μυρωδιά του σφαγείου μ’ ακολουθεί

όπου κι αν ταξιδέψω.

Επάνω


Ως καθημερινό συμβάν

Αίμα
αίμα
ρέει το αίμα
ως καθημερινό συμβάν
συνηθισμένο
αναμενόμενο
σαν να φέρνεις στο στόμα ένα ποτήρι νερό
να ξεδιψάσεις.

Επάνω


Δίχως πατρίδα

Μια ζωή μετανάστης
πατριώτης
δίχως πατρίδα.

Επάνω


Οι νέοι μου ήρωες

Περνούν τα ναρκοπέδια του κόσμου
ψάχνοντας τη ζωή τους

χτυπούν την πόρτα μου
τσακισμένοι
ρακένδυτοι
ικέτες

άνδρες
γυναίκες
και παιδιά

οι νέοι μου ήρωες

Επάνω


Κούνια που σε κούναγε

Κι αν νομίζεις βεβαίως
πως κατήγαγες μια νίκη
μια σίγουρη νίκη
κούνια που σε κούναγε.
Το καθεστώς σκύβει
έρπει
κουλουριάζεται
ταπεινώνεται
μα ποτέ δεν ξεχνά
την κατάλληλη στιγμή
να χύνει δηλητήριο
με τέχνη.

Επάνω


Φιλοσοφώντας

Είμαστε όλοι καλά Μαρία.

Κανείς δεν ξερίζωσε τα σπλάχνα του
κανείς δεν τσάκισε τη σιωπή του
ούτε πνίγηκε στο ποτάμι.

Είμαστε όλοι καλά

και μετράμε τις μέρες φιλοσοφώντας
φιλοσοφώντας
φιλοσοφώντας.

Επάνω


Χιονίζοντας

Χιονίζει
στα ψηλά της ψυχής μου χιονίζει
μια νάρκη στοργική γλιστράει σαν πυρετός
και με τραβάει
αποξύει μερόνυχτα
χρώματα
σιωπές
κάτοπτρα ονείρων μου θυμίζουν τη μίμηση
τη συνέχεια
τη συνάφεια
τη μήτρα
ίσως
της μάνας μου.

Επάνω


Για τη δικαίωση της όρασης

Σβήστε τα κεριά
να φωτιστούμε από τα βλέμματά μας.

Επάνω


Απόσπασμα για ένα δοκίμιο

Καμιά διαδρομή μάταιη.

Η Ιστορία δεν έχει τέλος
δεν υπάρχει τελευταία επανάσταση.

Επάνω


Ενίοτε στον ύπνο μου

Ενίοτε στον ύπνο μου ακούγονται σαλπίσματα
ακούγονται τύμπανα
ακούγονται κραυγές:
εγερθείτε οι κοιμώμενοι
εξεγερθείτε οι φοβισμένοι

κι αίφνης ξεχύνονται κατά κύματα άσπρα πουλιά
ζυγιάζονται ανάερα
βουτούν
θρηνούν το αίμα των αθώων
ολολύζουν τα σφαγμένα παιδιά
δημιουργούν ιδεογράμματα
θέτουν πανάρχαια ερωτήματα:
τι είναι αλήθεια;
τι είναι ψεύδος;

και τότε φλέγονται οι χρησμοί
φλέγονται οι ξεχασμένοι κώδικες
σπηλιές κατακρημνίζονται
λιώνουν οι σταλακτίτες που έπηξε η σιωπή
οι σκέψεις εκπορθούν τα τείχη του χαμένου χρόνου.

Επάνω


Τους είδα

Τους είδα τους ανθρώπους
άσχημους και κακούς
αδύναμους και νοσηρούς
κι αδιάφορους
ισορροπημένους πάνω στο αδιέξοδο
ισοπεδωμένους απ’ τη γνώση
οικτρά πλανεμένους
μέσα σε τύπους άλυτους κι εξισώσεις
σε προθαλάμους μαντείων
σε προθαλάμους γραφείων
να μην είναι στο εδώ
μήτε στο εκεί
γλιστρώντας η ψυχή τους μες στη λάσπη

αξιωματούχους
εμπόρους
φορώντας καθαρό πουκάμισο
φορώντας καθαρό παντελόνι
γραβάτα
ατσαλάκωτους
σε συνέδρια
σε τελετές
πάνω σε κόκκινα χαλιά
και πλατείες κατάμεστες
ουρλιάζοντας στο μπαλκόνι
με τις φωνές τους τελεσίγραφα σαν το χαλάζι
να πήζουν πληγές στην ακοή

κι έρπητες τους είδα
κι εγγαστρίμυθους
πίσω απ’ το κρυφό φονικό
κουνώντας την ουρά τους σαν μαστίγιο
τρέμοντας το σινιάλο του φοβερού αρχηγού
τρέμοντας ακόμη και τον εαυτό τους
μικρούς
βαρετούς
ξέπνοους
πίνοντας ήσυχα τον καφέ τους
ναυαγισμένους στη βαθιά τους πολυθρόνα
σε στάσιμα νερά
πονηρούς
συριχτά ανασαίνοντας σαν το φίδι
καχύποπτους
Τελώνες και Φαρισαίους στη χάρτινη τάφρο τους

κι εκδιδόμενους
εισπράττοντας παλιά ξεπουλήματα
πλάσματα της λύπησης με τις αφέγγαρες νύχτες
οξειδωμένους
ρίχνοντας το λίπασμα του μετάλλου στις ρίζες των παιδιών
παράφρονες
αμετανόητους
όμοιους με τα άγρια ζώα που συνήθισαν το κυνήγι.

Τους είδα τους ανθρώπους
δίχως έπη
δίχως ήρωες και θεούς
σκυλιά γαυγίζοντας στα όνειρά μου
κουρδισμένα κοράκια
λύκους μέσα στο βέλασμα του αρνιού
ενώ τα τοπία βουλιάζαν
βουλιάζαν
τοποτηρητές σ’ ένα διαρκές πραξικόπημα
μαυραγορίτες με την πραμάτια τους –
στερήσεις
φόβο
ψέματα κι απόγνωση
στο τρομακτικό έρεβος ενός απύθμενου φερέτρου.

Ναι
ναι
τους είδα
σε δωμάτια ερειπωμένων ασύλων
σκαλί σκαλί ν’ ανεβαίνουν στα δωμάτια της τρέλας
αλέθοντας με την ψυχή τους πόνους αγιάτρευτους
χρόνια σκληρά
κάθε νύχτα
και το πρωί να τους λείπει το σώμα

κι άλλους
σε πολέμους
κραχ
ξεριζωμούς
μέσα σε τάφους
έξω από τάφους
ανάμεσα στο θάνατο και τον αριθμό
στην απέραντη έκσταση της βόμβας μεγατόνων
στάζοντας αίματα
αίματα
με σπλάχνα χυμένα

κι άλλους
κι άλλους
ξέπνοους
αποκοιμισμένους στο νεκρικό φως
της τηλεοπτικής σκλήρυνσης κατά πλάκας
σάπια μαργαριτάρια που έχασαν την αξία τους.

Τους είδα
τους είδα τους ανθρώπους
πολλούς μαζί και πάντοτε μόνους
να τους υφαίνει η αράχνη του πλεξιγκλάς
ο ιστός της να τυλίγει τις μέρες
τις νύχτες τους

σκορπισμένους παντού
πάνω σε τρένα και τραμ
και καταστρώματα πλοίων που πρόδωσε η αντάρα
με την ανάσα κομμένη στα στεγνά τους λαρύγγια
κομματιασμένους
κουλουριασμένους
στήνοντας αυτί στο ατέλειωτο κλάμα
που ξέσκιζε το σιδηρούν παραπέτασμα
ψηλαφώντας σιωπηλές φωνές
νεκρές ανεμώνες
καταδικασμένους να επαναλαμβάνουν κάθε μεσάνυχτα
τον ίδιο δίκαιο φόνο

χωρίς μάτια
χωρίς χέρια
στο στόμα του τυφώνα
στη γλώσσα του τυφώνα
να πέφτουν πρηνηδόν βλέποντας ανθρώπους.

Επάνω


Παραμυθία και απάντηση

Ζούμε σε έναν κόσμο όπου κάποιοι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τη ζωή μέσα από μια επίπλαστη, πέρα για πέρα ψεύτικη εικόνα, αυτή που τους προσφέρεται από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και την καταπίνουν αμάσητη, επειδή η πραγματικότητα που ζουν δεν μπορεί να τους προσφέρει κάποια διαφορετική διέξοδο, μια κάποια χαραμάδα προς την κατανόηση του κόσμου, τον αυτοσεβασμό τους.
Οι άνθρωποι έχουν χάσει τον πραγματικό χρόνο, τον ουσιαστικό χρόνο που ωριμάζουν τα πράγματα, έχουν χάσει την αναγκαία βραδύτητα – απαραίτητη για τη σκέψη, για την αίσθηση και την απόλαυση της ζωής. Θεωρούν υπέρτατη αξία το χρήμα, μαθαίνοντας να εκτιμούν μόνον ό, τι αγοράζεται και πουλιέται. Οπότε ακόμα και η εκπλήρωση βασικών αναγκών τους, όπως το φαγητό, ο έρωτας, η ανάγνωση, έχουν καταντήσει «προϊόντα» προς εκμετάλλευση.
Ζούμε σε έναν κόσμο διαδικτυακού παιχνιδότοπου, που τρέφει την ψευδαίσθηση της «ανοιχτής, πανανθρώπινης ελευθερίας», του «δημόσιου διαλόγου», αγνοώντας ότι ο πολύχρωμος αυτός κόσμος της διαδραστικής εικόνας είναι απλώς προέκταση του φυσικού μας κόσμου. Αγνοώντας ότι στο βαθμό που ο φυσικός κόσμος έχει καταντήσει μια στυγνή και βάρβαρη αγορά, που υποτάσσει κάθε δίκαιο και ηθική στους νόμους του άγριου χρηματιστικού κέρδους, το ίδιο ακριβώς ισχύει και στον διαδικτυακό. Πέρα από την όποια αδιαμφισβήτητη χρησιμότητα του διαδικτύου, ως εργαλείου, ζούμε σε ένα απέραντο ψηφιακό εργοστάσιο, όπου οι πάντες, είτε μας αρέσει είτε όχι, διαθέτουμε ακατάπαυστα τις υπηρεσίες μας, το χρόνο μας, τη ζωή μας.
Οι άνθρωποι πορεύονται, πλέον, διδασκόμενοι να μην ελπίζουν κάτι καλύτερο από το προσωπικό, εθισμένοι στο να αντικρίζουν τον κόσμο με τα τρύπια μάτια της Μπάρμπι, μαθαίνοντας ότι το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή είναι το εύκολο, γρήγορο κέρδος, χάνοντας το βιβλίο και το διάβασμα ως εργαλείο ζωής.
Ωστόσο, βιβλίο εστί παραμυθία και απάντηση. Με το βιβλίο γαληνεύουν ο νους και η ψυχή, για να μπορέσουν να ξανακοιταχτούν στο μαγικό τους καθρέφτη και να πλάσουν το όραμα της επόμενης μέρας. Βιβλίο και διάβασμα οδήγησαν το ανθρώπινο γένος στην εξέλιξη, μέσα από την ευγένεια κάθε συναισθήματος. Με το βιβλίο και το διάβασμα θα αντιμετωπιστούν, εκ νέου, οι παραλογισμοί των δύσμοιρων καιρών μας. Με όπλα διαχρονικά πνευματικά, με στρατούς εννοιών, με ήθος και αξιοπρέπεια θα αντιμετωπιστούν οι ξύλινοι έως ανόητοι λόγοι, οι γυρολόγοι πωλητές των ανθρώπινων αναγκών. Η αναδημιουργία ενός καλύτερου, δικαιότερου κόσμου, ξεκινά από εδώ, από τις σκέψεις που αναδύονται μέσα από τις γραμμές των βιβλίων και των κειμένων.
Ας γίνουν οι τόποι του βιβλίου τόποι απόδρασης, η σκέψη τόπος προορισμού, οι χάρτινες σελίδες ριπές θαλασσινής αύρας χειμώνα – καλοκαίρι και οι γειτονιές των καταφρονεμένων γειτονιές των βιβλιοφάγων: οι καταφρονεμένοι θα πάψουν να είναι οι αμελητέοι του συστήματος και θα γίνουν οι σκεπτόμενοι κριτές του.
Ας διαβάζουμε στους δρόμους. Σε πεζούλες, σε παγκάκια, σε πάρκα. Εκεί που το κείμενο αναπνέει μακριά από τα θερμοκήπια της πλήξης. Εκεί που οι λέξεις μπλέκουν με τις μορφές, η ποίηση των στίχων με τον πεζό των πεζοδρομίων, εκεί που οι εικόνες μπλέκουν με τις εικόνες. Ας διαβάζουμε στο μετρό, στα τρόλεϊ, στα λεωφορεία, αφήνοντας τον συνειρμό να τρέχει γρηγορότερα από το συρμό.
Ας κάνουμε τα πάντα στη ζωή μας έχοντας δίπλα μας ένα βιβλίο. Ας τρώμε παρέα με ένα βιβλίο, ας πίνουμε κρατώντας ένα βιβλίο, ας κοιμόμαστε συντροφιά με ένα βιβλίο. Οι σελίδες του αναζητούν χώρο στα πιο πυκνοκατοικημένα ράφια της ψυχής μας. Από το σπίτι, από τη δουλειά, από το δρόμο, ας χαρίσουμε ένα βιβλίο, ας ανταλλάξουμε ένα βιβλίο, ας στείλουμε ένα βιβλίο, ας δώσουμε ένα βιβλίο στον άλλον. Είναι η μόνη απάντηση στους διαταραγμένους καιρούς μας, όπου η ψυχή ψάχνει κάπου να πιαστεί, όπου τα μάτια αναζητούν την ελπίδα, όπου ο νους αγωνιά να γοητευτεί για να πράξει.
Ήρθε η ώρα να ξαναμυηθούμε στη σοφία των αιώνων, με το βιβλίο. Ας γίνει, λοιπόν, η ανάγκη γνώση και επίγνωση. Οι βιβλιοθήκες, οι τόποι βιβλιοσυναντήσεων είναι ανοιχτά και μας περιμένουν. Ας πράξουμε μια επανάσταση. Ας αντισταθούμε στην απομόνωση και στον κοινωνικό αποκλεισμό. Ας σηκωθούμε από τον καναπέ της τηλεόρασης κι ας πάμε σε μια συνάντηση συγγραφέων. Για μας γράφουν, ακόμη κι όταν είναι κλεισμένοι στο σύμπαν τους. Το δικαιούμαστε, καθώς τα βιβλία είναι ανοιχτά σε όλους ανεξαιρέτως, είναι πιο ελεύθερα και δημοκρατικά ακόμη κι από αυτούς που τα γράφουν.
Και ναι, είναι η φυγή από την πραγματικότητα μέσα στην πραγματικότητα, είναι το νυχτερινό ραντεβού, η ανάπαυλα την ώρα της ξεκούρασης, η απογευματινή σιέστα με παγωμένο κοκτέιλ κάτω από τον ήλιο ή με παγωτό σοκολάτα.
Οι λέξεις, οι σκέψεις, μας ανοίγονται απλόχερα. Είναι εκεί για μας. Ο αναγνώστης έχει πια τον πρώτο λόγο. Ο πολίτης έχει πια τον πρώτο λόγο. Ας γίνει, λοιπόν, ο πολίτης αναγνώστης και ο αναγνώστης πολίτης. Τότε, το συλλογικό νόημα της επίγνωσης θα’ ναι τόσο εκκωφαντικό που κανείς δεν θα μπορεί να το αγνοήσει.
Τότε η επανάσταση της ανάγκης θα έχει γίνει πράξη.

Επάνω


Ποίηση : Η καρδιά της τέχνης

Η ποίηση/ ρουφήχτρα αστραπής και κεραυνού/ αίμα

τρελό στις αρτηρίες/ στραπάτσο φύλλο/ ή φλέβα

νταμαριού./ Η ποίηση κόκκινη φέτα σελήνη/ και

κρύπτη μυστική/ ήχος σε πηγάδι με μπαμπάκι/ το

μουγκρητό/ ο παφλασμός/ και το κλάμα/ στις

πανάρχαιες κοίτες.

Ποίηση είναι η καρδιά της τέχνης. Είναι οι εκρήξεις της εσωτερικής έντασης πέρα από τις διαστάσεις του ορατού και του αόρατου, από τα όρια του χρόνου, του μύθου και της Ιστορίας, η ολοκληρωτική κατάλυση των φραγμών του υπαρκτού και του επινοημένου.
Αυτό που ονομάζουμε έμπνευση στην ποίηση, είναι η εκδήλωση της ανθρώπινης ελευθερίας. Η διεργασία της είναι σαν τον αέρα. Έρχεται, σε χτυπάει, σε ζεσταίνει, σε δροσίζει ή σε κρυώνει και πάντοτε φεύγει. Φέρνει μέσα της τα σπέρματα του αιφνίδιου. Υπάρχει μια υποδόρια ταραχή και οι ξαφνικές λάμψεις των πρώτων οιωνών που σηματοδοτούν το μυστηριώδες αλφάβητο μιας άγνωστης μετάλλαξης. Οι φλέβες της διογκώνονται, αποκαλύπτονται οι υπόγειες διαδρομές, οι πόροι της γεμίζουν από τους υπόκωφους τριγμούς του επικείμενου.
Περισσότερο υπαινίσσεται ο ποιητικός λόγος και λιγότερο εκφράζει καθαρά, κοφτός, αγωνιώδης κι ελλειπτικός πάντα. Εκτός από εκείνο που λέγεται, συντίθεται και από εκείνο που δε λέγεται κι από εκείνο που δεν μπορεί να ειπωθεί. Με τα κενά, τα διφορούμενα και τα σκοτεινά του σημεία Σημαίνει και Δείχνει.
Η ποιητική εμπειρία δεν είναι άλλο από ρυθμός ενσαρκωμένος με λέξεις, χωρίς καθορισμένα μορφικά μέτρα. Ρυθμός που εισδύει ανεπαίσθητα, γρήγορα ή ακατάληπτα και άλλοτε βίαια στο βάθος των πραγμάτων, στο λόγο που διέπει τις σχέσεις τους. Είναι αναπόσπαστο στοιχείο της ιδιαιτερότητας του ποιητικού λόγου, το μόνο στοιχείο που μπορεί να αντισταθεί στην τυποποίηση της γλώσσας και στην εκφραστική της αφυδάτωση.
Ιέρεια των μυστηρίων της ύπαρξης η ποίηση, εξανθρωπίζει την ύλη. Με λέξεις οδηγούς και ρήματα κλειδιά, περνάει από περάσματα μυστικά, από λάμψεις πυκνές, φως δυνατό, σκοτάδι άχρονο. Έχοντας τις ρίζες της στο βαθύ και αόρατο πυρήνα της αλήθειας, εισέρχεται σε χώρους πανανθρώπινους, βιώνοντας, έτσι, την ιστορία όλων των ανθρώπων.
Στη σιωπή βρίσκει η ποίηση τον εαυτό της και την έκφρασή της, γνωρίζοντας καλά, πολύ καλά, να μετουσιώνει τη σιωπή σε δημιουργία, σε ανάταση, σε έκπληξη και κατάπληξη, σε ευδαιμονία ή εξαίσια απόγνωση. Όσοι έζησαν τη γοητεία της, εκείνοι που ένιωσαν διαρκή τη νοσταλγία του απόλυτου και καταστράφηκαν προσπαθώντας να αγαπήσουν, μόνον αυτοί μπορούν να καταλάβουν το όνειρό της και το δράμα της.
Η ποίηση αρνείται το φθαρτό υλικό της καθημερινής πραγματικότητας κι εκτοπίζοντας κάθε φορά ένα μέρος από τα ύδατα της λογικής, εκφράζει την αόρατη πραγματική πραγματικότητα που είναι η ευθύτητα της ζωής και του θανάτου, η άφθαρτη επιθυμία του ανθρώπου να υπερβεί την καθημερινή του κατάσταση.
Φύση και θέση η ποίηση είναι αντεξουσιαστική. Η διαδικασία της είναι μια συνεχής εικονοκλαστική πρόοδος, η κατάργηση κι αμφισβήτηση κάθε κανόνα και αρτηριοσκληρωτικής ακαδημίας, μέσω της αναζήτησης νέας φόρμας και αιτίας. Είναι από μόνη της ελευθερία. Ελευθερία επιλογής, ελευθερία κινήσεων, απελευθέρωση των συναισθημάτων, των οραμάτων, των σκέψεων, των ονείρων.
Το αν η ποίηση ξεσηκώνει ακόμη τις συνειδήσεις ή ανάγεται σε πρωτογενές όχημα κάθε επαναστατικής σκέψης, η απάντηση είναι «ναι». Το θέμα είναι να ανακαλύψουμε τα μαγικά συστατικά της και να δούμε τι είναι αυτό που την κάνει να ξεχωρίζει από τη μονιμότητα, την κανονικότητα και τον ισοπεδωτικό λόγο. Γιατί, ποιος ξέρει, ίσως οι κατά Σαίξπηρ τρελοί, οι ερωτευμένοι και οι ποιητές, να κατακτήσουν κάποια στιγμή τον κόσμο.
Συνήθως οι τεχνοκράτες απωθούν την ποίηση, γιατί είναι εκείνο το κομμάτι της ύπαρξης που δεν ελέγχεται. Δεν την επικαλούνται ή μάλλον καλύτερα έχουν νομιμοποιήσει την τάση όλων όσων ποτέ και κάτω από όποιες συνθήκες κι αν ζούσαν, δε θα ένιωθαν την ανάγκη της πλατιάς και σύνθετης ικανοποίησης που δίνει η τέχνη. Παρ’ όλα αυτά και μην μπορώντας να βρουν πληρότητα, κάποια στιγμή της ζωής τους θα αισθανθούν την ανάγκη να πλησιάσουν τον κόσμο αναζητώντας τον ξεχασμένο άνθρωπο μέσα τους, που η απουσία του θα σημάνει αδιέξοδο, φτώχεια και υποβάθμιση, αδυναμία του ανάπηρου ανθρώπου μπροστά στο μέγεθος των μονομερών επιτευγμάτων του.
Στο σύγχρονο κόσμο μας μπορεί να διατηρούμε τη γνώση σε σκληρούς δίσκους, αλλά δεν πάψαμε ποτέ να κρατάμε τις μεγάλες και σπουδαίες αλήθειες φυλαγμένες μέσα μας, με τη βοήθεια του μέτρου και του στίχου της ποίησης που ζεσταίνει τις καρδιές μας. Η ποίηση έρχεται κοντά μας ανά πάσα στιγμή. Από το σπίτι, από τη δουλειά, από το δρόμο, χαρίστε ένα ποίημα, ανταλλάξτε ένα ποίημα, στείλτε ένα ποίημα, γράψτε το σε ένα κομμάτι χαρτί και πετάξτε το κάτω από την πόρτα, δώστε ένα ποίημα στον άλλον.
Η ποίηση θα είναι άχρηστη μόνον όταν οι άνθρωποι ολοκληρωθούν, γίνουν τόσο διάφανα πλάσματα από την έκσταση που φέρνει η ολοκλήρωση, που θα καταντάει πιο ανούσια, θα πέφτει σαν ξεραμένο φύλλο η όποια προσπάθεια περιγραφής της ζωής μας. Ως τότε, η ποίηση θα περπατάει πλάι μας.

Επάνω


Μποτίλια στον άνεμο

Όλους τους ήρωές του τους έχουν σκοτώσει. Όλοι νεκροί. Κι η ψυχή αδιανόητο τοπίο, λάθος χώμα – σκυθική έρημος λεηλατημένη από φόβους και κλειδοκράτορες. Η απώλεια γλιστράει παντού ματώνοντας τις αισθήσεις, τις συνειδήσεις, ό, τι πιο φιλικό. Μέσα της ελλοχεύει το μαύρο. Στις καρδιές των ανθρώπων νυχτώνει νωρίς.
Καμιά φορά νομίζει πως είναι παιδί. Αναρριχάται απ’ το πράσινο της αυλής ως το παράθυρο, γλιστρά μέσα αρπάζοντας ζαχαρωτά και παιχνίδια, παίζει ποδόσφαιρο ξυπόλητος στην πλατεία της γειτονιάς ή σκαρφαλώνει με σαρδόνιο χαμόγελο στο μαντρότοιχο του θερινού σινεμά. Βλέπει τις μουντές επιφάνειες και θέλει να τις ζωγραφίσει. Συχνά απορεί με τους μεγάλους κι όταν βολτάρει στην αμμουδιά, μαζεύοντας βότσαλα και κογχύλια, άλλο δε σκέφτεται παρά μονάχα, όταν μεγαλώσει, να βλέπει συνέχεια τη θάλασσα.
Στον αστερισμό της εποχής του, οι σηματοδότες σπασμένοι. Δεν υπάρχει Γρηγόρης και Σταμάτης, ποιητής ουρανού και γης, η αγκαλιά καταφύγιο. Πονάει βαθιά σαν νιώθει πως ο κόσμος στερεύει, εξαντλείται, παραδίνεται στην αγωνία και τη δίψα για το «αλλού» που η επιβολή του μεγαλώνει αδιάκοπα κι ο καθένας παραφυλάει να μη γλείψει κανείς απ’ το κόκαλο που του αναλογεί. Ο μεγάλος πόνος δεν έρχεται όταν γυρνάς την πλάτη στ’ όνειρο, αλλά όταν σου γυρνάει εκείνο την πλάτη.
Ο αέρας μυρίζει χαμό. Η συντριβή δεδομένη κι οι Πιλάτοι πολλοί. Δεν έχει τίποτα να πει. Βλέπει μονάχα το άγαλμα του εαυτού του στημένο: σ’ έναν σταθμό, σ’ ένα επάγγελμα, σε μια καριέρα, σ’ ένα αυτοκίνητο, σε μια οθόνη. Τι να πιστέψει; Όλα φεύγουν κι έρχονται την Αχίλλειο του πτέρνα σημαδεύοντας. Τι να ζυγίσει; Πόσο τοις εκατό σκουριά, πόσο τοις εκατό χαμόγελο; Το κοντέρ μηδενίζει. Πώς ξεχνούν οι άνθρωποι ότι ζουν; Γιατί έγιναν πέτρες;
Δεν περιμένει, βεβαίως, πολλά. Κάποτε, όμως, αυτή η ιστορία θα τελειώσει. Με μια ασπίδα που αλαφραίνει την καρδιά και διώχνει την πλημμύρα της φρεναπάτης. Μ’ εκείνη την απροσδόκητη δύναμη που καταφέρνει σε κάθε περίπτωση να κυριαρχεί. Όταν οι άνθρωποι θα πράττουν και δεν θα είναι. Με τη συλλογικότητα του εμείς και μ’ όλες τις ευθύνες και παραμέτρους. Προσφέροντας τα τιμαλφή της ψυχής γενναιόδωρα, σίγουρα κι απλά και φυσικά βάζοντας βαθιά το χέρι στην τσέπη. Ξαγρυπνώντας, απαλοί σαν αύρα ποντιάς κι άγριοι κι ορμητικοί σαν καταιγίδα, εν πλήρη «μέθη», μαζί με το θρίαμβο της ζωής: τον έρωτα.

Επάνω


«Οίκαδε». Τώρα

Και τι να πεις και τι να γράψεις. Για τα χρόνια που πέρασαν; Για τα γεγονότα που μας καθόρισαν; Για τις υποσχέσεις που δεν κρατήθηκαν; Για τη νύχτα που έρχεται; Πώς να ταξινομήσεις δαπανημένες ζωές ανάμεσα σε αγοραίους θορύβους, σε μωρούς και κενολόγους της εξουσίας, σε εκείνους που λεηλάτησαν, λεηλατούν κι αν δεν ορθώσουμε το ανάστημα θα συνεχίσουν να λεηλατούν και να αφαιμάζουν τις ζωές μας, με τον άνεμο σκόνη στα μάτια μας, διψασμένους για μια στάλα δροσιά, για έναν κόμπο ήλιο; Πώς να ξαναδείς τα μάτια των παιδιών, με το θερμόμετρο σταματημένο σε ψυχρές υποδιαιρέσεις, ενώ γύρω η ατμόσφαιρα καίγεται;
Δραματικές οι στιγμές, ζοφώδης ο κύκλος. Κουρασμένες από τη χρήση οι έννοιες, δεν υπακούουν. Βαριούνται την ηχώ τους. Χάνονται στον ανηλεή στροβιλισμό, καθώς παντού γυαλίζουν στίλβοντα μαχαίρια και τρομώδεις απειλές. Ο κόσμος ενεός και φοβισμένος – σαν μικρό παιδί που κλείνει τα μάτια όταν αστράφτει, για να μην ακούει τις βροντές - βλέπει στην αυλή του ένα πυκνό σύννεφο, κατάμαυρο, παλίμψηστο, με τα γράμματα των λέξεων <<κρίση>>, <<μνημόνιο>>, <<πτώχευση>>, όλο και μεγαλύτερα, σαν απειλητικούς κύκλωπες. Κι όσο σφυρίζουν οι ειδήσεις και μαίνονται τα νέα, σαν σφαίρες εκτελεστικού αποσπάσματος, τόσο κουμπώνεται και δυσανασχετεί κι οργίζεται από τον καταιγισμό των εξελίξεων.
Αναρωτιέσαι λοιπόν. Πόσο κοστίζουν η πίκρα, η ερημιά, η απομόνωση, τα αποθέματα, τα ελλείμματα και τα ασθματικά όνειρα; Οι απαντήσεις δύσκολες. Η ανορθολογική αμφισβήτηση του προβλήματος του πρώτου καιρού, που γεννούσε σενάρια, δεν υπάρχει πλέον. Ζούμε σε μια αλλόκοτη εποχή κατοχής. Εσώκλειστοι στις αγωνίες και τα ερωτηματικά μας.
Όμως αφουγκράσου. Κάπου μέσα σου υπάρχει ακόμη εκείνο το μικρό κλειδωμένο συρτάρι. Που εν τέλει παραμένει ζωντανό και σου ανήκει, νιώθοντας πόσο απέραντη είναι η δύναμη που κουβαλάμε: η δύναμη της υπέρβασης, της επανεύρεσης, της υπέρβασης των εννοιών, των μέσων και των στόχων, της επανεύρεσης άλλων πυρήνων συσπείρωσης, η δύναμη των λίγων κατοίκων αυτού του τόπου, που έκανε συχνά θαύματα και κατόρθωνε να ξεπερνά τα’ αξεπέραστα. Και να αφήνει δείγματα γραφής, που επιτρέπουν στους μελλούμενους να ελπίζουν. Και να ονειρεύονται.
Επιστροφή λοιπόν επειγόντως, επιστροφή στη γενέθλια γη, στα οικεία. Εδώ, μέσα σε αυτήν τη στενή λωρίδα γης θα παίξουμε την τελευταία πράξη, για να γίνει ο μέσα άνεμος δροσερός. Και σ’ αυτή τη μάχη θα ποντάρουμε στη ζωή, ξανά και ξανά και ξανά, ώσπου να ξαναβρεί το ταξίδι το νόημα του.

Επάνω


Προς τιμήν της ζωής

Τα μεσάνυχτα σ’ ένα διαφορετικό κόσμο δε θα δίνουν καμιά απάντηση, θα διαλύουν την ερώτηση, καθώς θα μας βρίσκουν ξάγρυπνους λαχταρώντας το αύριο κι όχι κοιμισμένους ξορκίζοντας το χθες. Θα έχουν τη μυρωδιά μιας καλοκαιρινής βανίλιας και την αρμύρα του μέσα ανέμου-δρόμωνα δροσερού, φουσκώνοντας τσούρμο τις καρδιές προς το μεγάλο ταξίδι. Ήσυχα θα κυλούν οι ποταμοί της οικουμένης. Κι η ομορφιά θα’ ναι αυθύπαρκτη - ο Μπαχ, οι στίχοι τ’ απογεύματα , το ρίγος της επικοινωνίας, οι καλοσύνες των ανθρώπων. Στα ερείπια των συνόρων παιδιά πρώην κατατρεγμένων και παιδιά πρώην διωκτών, θα κάθονται παρέα στο τραπέζι της μόνης κοινότητας.
Τα μεσάνυχτα σ΄ ένα διαφορετικό κόσμο θ’ αλλάζουν το τέλος σε βιβλία και ταινίες - ο Γρέγκορ Σάμσα θα μπορεί να σουλατσάρει στους δρόμους της πόλης παρέα με φίλους κι αμόρε, οργισμένες και γλυκές συντροφιές απαλλαγμένες από κάθε είδους εχθρούς θα χορεύουν στους ρυθμούς του Μπόμπ Ντύλαν, ενώ θα μετατρέπουν την πικρή γεύση του ραγισμένου όνειρου σε παγωμένο τζιν με τόνικ, μ’ έξτρα απελευθερωτική δράση. Με την πίστη ότι κάθε εμπόδιο ταπεινώνεται, τα δύσκολα απλοποιούνται, τα κακοτράχαλα σημεία λειαίνονται κι η σάρκα του κόσμου αντικρίζει μαζί το ξεκίνημα της Ιστορίας.
Τα μεσάνυχτα σ’ ένα διαφορετικό κόσμο θα’ ναι μοναχικά μόνο γι’ αυτούς που θα’ χουν επιλέξει να’ ναι μόνοι και θα φωτίζονται κάθε χειμώνα απ’ τα – κάποτε – χαρτονομίσματα που θα καίγονται για να προσφέρουν ζέστη σ’ όσους βολτάρουν σε δρόμους και πλατείες.
Και θα’ ναι η καθημερινότητα πρακτική που θ’ αφήνει την Ελευθερία να ηχεί αναδυόμενη από κάθε αβάσταχτο κι αδιέξοδο διάλογο, από κάθε προσωπική και συλλογική αλλοτρίωση, από κάθε παροδικό κράτος και περιφρούρητη πόλη. Μ’ ενωμένα τα χέρια των ανθρώπων, απαγγέλλοντας το ποίημα του καθαρού πνεύματος « Ελεύθεροι επιτέλους, Ελεύθεροι επιτέλους. Ας υμνήσουμε την αποφασιστικότητα μας, είμαστε επιτέλους Ελεύθεροι»
Τα μεσάνυχτα σ’ ένα διαφορετικό κόσμο κάθε προσπάθεια αιτιολόγησης θα στέκει αναιτιολόγητη, θα υμνείται ο Ρολάν Μπαρτ για τον ορισμό της ευτυχίας και το κοντέρ θα μηδενίζει τη θερμοκρασία που βράζει ο φόβος και τη βροχή των ατμών του. Θα σκαλίζουν κι άλλο τις λέξεις αξιοπρέπεια, αλήθεια, Τιμή, φορτώνοντας λάδι και κρασί στο καράβι του καθενός και λίγη μαυροδάφνη για το καλό – μικρή σπονδή στο καθαρό χαμόγελο. Κι οι ψυχές θα μιλούν. Σαν τα παιδιά. Με τα μεγάλα μάτια τους να μην κοιτούν ποτέ απορημένα.

Επάνω



.