Ψάρρας Ιωάννης



Ποίηση







Ήρθα κι εγώ πάνω στη Γης
να δω πως ζει ο κόσμος.
Και μπήκα με τ’ αριστερό
σα τσι αρχαίους Κούρους.
Κι είχα τα μάτια μου λεπτά
και πάντα μειδιούσα.

                    ***
Του Χάρου και του Έρωτα

Τα δυο μικρά νεράντζια σου
γλυκό θε να τα κάνεις.
Να με ταίζεις το πουρνό
να με κερνάς το βράδυ.
Κι αν πε σα φύγω απ΄τη ζωή
να τα γλυκοφιλάω.
Την ώρα που ο Χάροντας
θα καίγετ’ απ’ τη ζήλεια τ’.

                    ***
Θα πάω παν’ στα μνήματα
απάνω στα τσαμάκια
να βρω γιατί δεν έλειωσες
συ που’λειωνες για μένα.

                    ***
Του Δράκοντα

Μα έχει ο Δράκος την ουρά
πίσω και την κουνάει
και βρίσκει πάντοτε καρδιές
παντού να τις πονάει.
Γιατί έχω φθόνο άφθονο
για τη ζωή που τρέχει
και σπέρνω φόβο άφθαρτο
τον φόβο του θανάτου.
Τον φόβο ενός μέλλοντος
που τίποτες δε θάχει
παρά μονάχα κάρβουνα
απ’ τις φωτιές που βάζω.

Μαζί με μπόλικα νερά
σα λιώσουνε οι πάγοι
θε να χαθούνε γειτονιές
κι αρχαίες πολιτείες.
Ρευστοί οι φόβοι που κρατώ
και όλοι από δάκρυ.

                    ***
Του Αη Γιωργιού

Σήμερα είναι τ’Αη Γιωργιού
του μέγα καβαλάρη
που σκότωσε τον Δράκοντα
και την κακήν την ώρα.
Σήμερα του Βιζυηνού
σήμερα του Σεφέρη.
Σήμερα ζώνει τ’ άρματα
Γιώργης Καραϊσκάκης.

                    ***
Ο Λόγος άμα βλέπεται
φτιάνει πλανήτες κι ήλιους
και τα μωρά σα γεννηθούν
έχουν το μάτι Ταύρου.